Γιατί οι γυναίκες που δεν περιμένουν κάτι από τους άνδρες, κάνουν έρωτα διαφορετικά
© Photo by Alessandra Benedetti/Corbis via Getty Images

Γιατί οι γυναίκες που δεν περιμένουν κάτι από τους άνδρες, κάνουν έρωτα διαφορετικά

Άλλες θέλουν παιδιά. Άλλες θέλουν γάμο. Άλλες θέλουν οικονομική αποκατάσταση. Υπάρχουν όμως κι εκείνες που δεν περιμένουν τίποτα από αυτά από τους άνδρες που συναντούν.

Όταν η επιβίωση δεν εξαρτάται από κανέναν, η επιθυμία απελευθερώνεται από τον φόβο και τότε οι σχέσεις παύουν να είναι συμβόλαια και γίνονται συνειδητές επιλογές.

Η πόρτα έκλεισε πίσω της με έναν ήχο χαμηλό, σχεδόν ανεπαίσθητο, σαν να μην ήθελε να διαταράξει τη στιγμή, και για λίγα δευτερόλεπτα έμεινε ακίνητη, όχι επειδή ένιωθε αμηχανία ή αβεβαιότητα, αλλά επειδή για πρώτη φορά δεν υπήρχε καμία απολύτως ανάγκη να κινηθεί βιαστικά, να παίξει κάποιο ρόλο ή να ανταποκριθεί σε μια προσδοκία που δεν ήταν δική της· στάθηκε εκεί μέσα σε έναν χώρο που είχε επιλέξει, δίπλα σε έναν άνθρωπο που επίσης είχε επιλέξει, και το βλέμμα της δεν είχε τίποτα να αποδείξει, καμία αγωνία να επιβεβαιωθεί, καμία ανάγκη να κερδίσει.

Την ενδιέφερε η δική της ευχαρίστηση, όχι ως εγωισμός, αλλά ως επίγνωση.

Δεν υπήρχαν ταμπού, δεν υπήρχαν ενοχές, δεν υπήρχε εκείνη η παλιά, σχεδόν ενσωματωμένη φωνή που της έλεγε πώς «πρέπει» να είναι, τι «πρέπει» να δώσει, πόσο «πρέπει» να κρατήσει.

Ήταν ελεύθερη κι αυτή τη φορά το ένιωθε πραγματικά. Ό,τι ζούσε το είχε επιλέξει και δημιουργήσει η ίδια και, επιτέλους, μπορούσε να το απολαύσει χωρίς προσδοκίες, χωρίς να περιμένει τίποτα από κανέναν. Γάμος, παιδιά, όλα όσα κάποτε έμοιαζαν με σταθμούς που έπρεπε να φτάσει, είχαν ήδη συμβεί. Τώρα δεν αναζητούσε προορισμούς ούτε υποσχέσεις για το αύριο. Ήθελε απλώς να ζήσει. Να κρατήσει για τον εαυτό της εκείνες τις μικρές, πολύτιμες εκδοχές της ζωής που δεν ανήκαν σε κανέναν άλλο παραμόνο  σ’εκείνη.

Όχι μόνο από έναν άνθρωπο ή από μια σχέση, αλλά από μια ολόκληρη νοοτροπία που για χρόνια συνέδεε την επιθυμία με την ανάγκη, την οικειότητα με την ανταλλαγή, το σώμα με τη διαπραγμάτευση.

Και αυτή η απελευθέρωση -σχεδόν αθόρυβη αλλά βαθιά-ήταν που άλλαζε τα πάντα.

Η αόρατη επανάσταση που δεν γράφτηκε ποτέ σε τίτλους

Τα τελευταία χρόνια, η οικονομική ανεξαρτησία των γυναικών έχει αναλυθεί μέσα από δείκτες απασχόλησης, ποσοστά συμμετοχής στην αγορά εργασίας, επιχειρηματικότητα, ακόμη και wealth reports που δείχνουν ότι οι γυναίκες ελέγχουν ολοένα και μεγαλύτερο ποσοστό παγκόσμιου πλούτου, αλλά αυτό που δεν αποτυπώνεται εύκολα σε καμία έρευνα, σε κανένα γράφημα, σε κανένα οικονομικό άρθρο, είναι το πώς αυτή η μετατόπιση επηρεάζει τον πιο ιδιωτικό, τον πιο ανεξήγητο, τον πιο ανθρώπινο χώρο: τον τρόπο που επιθυμούν.

Γιατί η οικονομική ανεξαρτησία δεν είναι μόνο αριθμοί. Είναι ψυχολογία, στάση, εσωτερική ασφάλεια.

Και όταν μια γυναίκα ξέρει ότι μπορεί να πληρώσει το σπίτι της, να στηρίξει τη ζωή της, να φύγει χωρίς να καταρρεύσει οικονομικά, τότε κάτι μέσα της αλλάζει σιωπηλά αλλά οριστικά.

Δεν έχει ανάγκη και το ότι  «δεν έχει ανάγκηι» είναι ίσως η πιο ισχυρή μορφή δύναμης που μπορεί να υπάρξει.

Από τη σιωπηλή ανάγκη στη συνειδητή επιλογή

Για δεκαετίες —και σε πολλές κοινωνίες ακόμη και σήμερα— οι σχέσεις οικοδομούνταν πάνω σε μια αόρατη αλλά εξαιρετικά ισχυρή βάση: την αλληλεξάρτηση, η οποία πολύ συχνά έκρυβε μέσα της μια βαθιά ανισορροπία.

Η γυναίκα επένδυε συναισθηματικά, φρόντιζε, προσέφερε, προσαρμοζόταν, και σε αντάλλαγμα εξασφάλιζε σταθερότητα, ασφάλεια, κοινωνική αναγνώριση, ενώ το σεξ λειτουργούσε —συχνά χωρίς να το αντιλαμβάνεται κανείς συνειδητά— ως ένας από τους μηχανισμούς διατήρησης αυτής της ισορροπίας.

Δεν ήταν απαραίτητα ψεύτικο, ούτε ήταν απαραίτητα υπολογισμένο. Ήταν όμως δομικά επηρεασμένο από την ανάγκη.

Σήμερα, αυτή η βάση μετατοπίζεται.

Όταν η γυναίκα δεν χρειάζεται να μείνει για να επιβιώσει, η παραμονή της αποκτά άλλο νόημα.

Δεν είναι δεδομένη, ούτε  αυτονόητη.

Είναι επιλογή κι αυτή η επιλογή έχει πάντα υψηλότερα στάνταρ από την ανάγκη.

Η κατάρρευση του «transactional» μοντέλου

Στη σύγχρονη ψυχολογία των σχέσεων, όλο και περισσότεροι ειδικοί μιλούν για τη μετάβαση από τις «transactional relationships» σε «relational relationships», δηλαδή από σχέσεις που βασίζονται σε ανταλλαγές —ορατές ή αόρατες— σε σχέσεις που βασίζονται στην αυθεντική σύνδεση.

Αυτό που αλλάζει με την οικονομική ανεξαρτησία είναι ακριβώς αυτή η μετατόπιση.

Το σεξ παύει να είναι μέσο.

Δεν είναι κάτι που «προσφέρεται» για να εξασφαλιστεί προσοχή, δέσμευση ή σταθερότητα κι έτσι δεν λειτουργεί ως μηχανισμός διατήρησης.

Αντίθετα, γίνεται έκφραση επιθυμίας, έλξης, περιέργειας, σύνδεσης.

Και αυτή η αλλαγή, όσο θεωρητική κι αν ακούγεται, έχει πολύ πρακτικές συνέπειες: οι γυναίκες γίνονται πιο επιλεκτικές, πιο ειλικρινείς, λιγότερο ανεκτικές σε μέτριες εμπειρίες και πολύ πιο πρόθυμες να αποχωρήσουν από κάτι που δεν τις ικανοποιεί.

Η ειλικρίνεια ως μορφή ερωτικής δύναμης

Όταν η ανάγκη εξαφανίζεται, εξαφανίζεται μαζί της και ο φόβος.

Και όταν δεν υπάρχει φόβος, υπάρχει χώρος για ειλικρίνεια.

Μια οικονομικά ανεξάρτητη γυναίκα δεν φοβάται ότι αν πει τι θέλει θα «χαλάσει» τη σχέση. Δεν φοβάται ότι αν εκφράσει δυσαρέσκεια θα χάσει τη σταθερότητα. Δεν φοβάται ότι αν ζητήσει περισσότερα θα θεωρηθεί απαιτητική.

Γιατί δεν εξαρτάται και αυτή η ειλικρίνεια δεν είναι απλώς επικοινωνιακή αρετή.

Είναι ερωτική δύναμη διότι η επιθυμία που εκφράζεται καθαρά είναι πάντα πιο έντονη από την επιθυμία που περιορίζεται από φόβο, από ανασφάλεια ή από την ανάγκη να «κρατηθεί» κάτι ζωντανό.

Όταν δεν περιμένει το «μετά»

Έχει ήδη γίνει μητέρα, έχει δημιουργήσει την οικογένειά της και έχει διανύσει εκείνο το μεγάλο κεφάλαιο της ζωής στο οποίο μια σχέση συχνά συνοδεύεται από ερωτήματα για το μέλλον: αν αυτός ο άνδρας θα γίνει σύζυγος, αν θα γίνει πατέρας των παιδιών της, αν η σχέση θα εξελιχθεί σε οικογένεια, αν τελικά «πηγαίνει κάπου». Όταν όμως όλα αυτά έχουν ήδη συμβεί, κάτι ουσιαστικό αλλάζει. Δεν συναντά πια έναν άνδρα αναζητώντας μέσα από εκείνον την εκπλήρωση ενός σχεδίου ζωής.

Δεν χρειάζεται να αξιολογήσει κάθε σχέση με βάση το αν μπορεί να οδηγήσει σε γάμο ή παιδιά, ούτε να επενδύσει σε μια υπόσχεση για ένα μέλλον που αισθάνεται ότι πρέπει οπωσδήποτε να προλάβει.

Έχει τα παιδιά της, έχει την οικογένειά της, έχει τη δική της οικονομική αυτονομία και μια ζωή που υπάρχει ολόκληρη πριν ακόμη εμφανιστεί εκείνος. Ο άνδρας, επομένως, δεν έρχεται για να συμπληρώσει ένα κενό ή για να αναλάβει έναν προκαθορισμένο ρόλο. Έρχεται -αν έρθει- επειδή εκείνη τον επιθυμεί μέσα στη ζωή της.

Και ακριβώς εκεί βρίσκεται μια πολύ διαφορετική μορφή ελευθερίας. Όταν δεν υπάρχει πλέον η αγωνία του «πού πηγαίνει αυτή η σχέση;», μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερος χώρος για το «πώς νιώθω μέσα σε αυτή τη σχέση;». Η επιλογή μετακινείται από την ανάγκη στην επιθυμία. Δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να θελήσει ξανά μια βαθιά δέσμευση, μια κοινή ζωή ή ακόμη κι έναν νέο γάμο. Σημαίνει όμως ότι δεν τα χρειάζεται ως απόδειξη επιτυχίας ούτε ως προϋπόθεση προσωπικής ολοκλήρωσης.

Αν επιλέξει έναν άνδρα, μπορεί να τον επιλέξει γι’ αυτό που είναι και γι’ αυτό που γεννιέται ανάμεσά τους στο παρόν – όχι επειδή εκπροσωπεί μια μελλοντική ασφάλεια.

Κι όταν η επιβίωση, η μητρότητα και η προσωπική ολοκλήρωση δεν εξαρτώνται πια από την παρουσία ενός συντρόφου, η σχέση παύει ευκολότερα να μοιάζει με συμφωνία ανταλλαγής προσδοκιών. Γίνεται συνειδητή επιλογή. Και τότε ίσως η επιθυμία αποκτά την πιο καθαρή της μορφή:

«Δεν είμαι μαζί σου επειδή σε χρειάζομαι για να χτίσω τη ζωή μου. Είμαι μαζί σου επειδή, μέσα στη ζωή που έχω ήδη χτίσει, εξακολουθώ να επιλέγω εσένα».

Η πολυτέλεια της αποχώρησης

Ίσως το πιο καθοριστικό στοιχείο αυτής της νέας πραγματικότητας δεν είναι η δυνατότητα επιλογής, αλλά η δυνατότητα αποχώρησης.

Το να μπορείς να φύγεις χωρίς να καταστραφείς, χωρίς να χάσεις τη βάση της ζωής σου, χωρίς να χρειαστεί να ξαναχτίσεις από το μηδέν, δημιουργεί μια εντελώς διαφορετική στάση απέναντι στις σχέσεις.

Δεν ανέχεσαι κακή συμπεριφορά. Δεν δικαιολογείς την αδιαφορία. Δεν προσαρμόζεσαι σε δυναμικές που σε μικραίνουν.

Όχι επειδή είσαι πιο σκληρή, αλλά επειδή έχεις επιλογές.

Και η ύπαρξη επιλογών είναι πάντα η αρχή της ελευθερίας.

Ο άντρας ως επιλογή, όχι ως σωτηρία

Ένα από τα πιο παρεξηγημένα σημεία αυτής της αλλαγής είναι η αντίληψη ότι η οικονομικά ανεξάρτητη γυναίκα «δεν θέλει άντρα».

Στην πραγματικότητα, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο.

Θέλει, αλλά με άλλους όρους.

Δεν αναζητά κάποιον για να την σώσει, να την στηρίξει, να την ολοκληρώσει.

Αναζητά κάποιον που να προσθέτει, που να φέρνει αξία, ποιότητα, παρουσία, ένταση.

Κάποιον που δεν είναι απαραίτητος — αλλά είναι επιθυμητός. Κι αυτό είναι που τον τιμά, διότι τον θέλει για εκείνον και όχι για τα παρελκόμενα πάνω στα οποία βασίζονται και συχνά “εκμεταλλεύονται” πολλοί άντρες το γυναικείο φύλο. Τον επιθυμεί, λοιπόν, για αυτό που είναι εκείνος και όχι για την οικονομικές παροχές – οι οποίες συχνά είναι και ο μόνος τρόπος να κρατήσουν μια γυναίκα δίπλα σε έναν άνδρα καθώς δεν έχουν τίποτα άλλο να προσφέρουν.

Το σεξ ως καθαρή εμπειρία, όχι ως στρατηγική

Όταν αφαιρείς από το σεξ  το βάρος της επιβίωσης, της εξασφάλισης και της ανάγκης, μένει κάτι πολύ πιο απλό αλλά και πολύ πιο δύσκολο:

Η εμπειρία, η παρουσία, η σύνδεση.

Δεν υπάρχει «πρέπει»,  «αν», «για να».

Υπάρχει μόνο το «θέλω».

Και το «θέλω» είναι απαιτητικό.

Απαιτεί παρουσία, ειλικρίνεια, ενέργεια, αμοιβαιότητα και δεν λειτουργεί με μισά μέτρα.

Δεν αντέχει την απουσία και δεν συγχωρεί τη μετριότητα.

Και τελικά… η  ουσία δεν βρίσκεται στο πώς μια οικονομικά ανεξάρτητη γυναίκα κάνει έρωτα. Βρίσκεται στο γιατί.

Δεν είναι εκεί για να εξασφαλίσει κάτι. Ούτε είναι εκεί για να αποδείξει κάτι. Δεν είναι εκεί για να κρατήσει κάποιον.

Είναι εκεί επειδή θέλει.

Και όταν η επιθυμία δεν έχει μέσα της φόβο, ανάγκη ή διαπραγμάτευση, τότε γίνεται κάτι πολύ πιο σπάνιο από ένταση. Γίνεται αλήθεια. Μια αλήθεια μοναδική και είναι τυχεροί εκείνοι που μπορούν να την απολαύσουν. 

Σχετικά άρθρα