Η γενιά που κάνει unfollow αντί να έχει το θάρρος να πει αντίο
Κάποτε, όταν τελείωνε μια σχέση, έπρεπε να μάθεις να ζεις χωρίς τον άλλον. Σήμερα πρέπει πρώτα να αποφασίσεις τι θα κάνεις με την ψηφιακή εκδοχή του. Unfollow ή mute; Block ή restrict;
Περιεχόμενα
Διαγράφεις τις κοινές φωτογραφίες ή τις κάνεις archive; Βγαίνεις από το close friends; Σβήνεις το τηλέφωνο αλλά αφήνεις το Instagram;
Κάπως έτσι ο σύγχρονος χωρισμός απέκτησε μια δεύτερη τελετουργία, σχεδόν εξίσου φορτισμένη με την πρώτη: δεν αρκεί πια να φύγει κάποιος από τη ζωή σου. Πρέπει να αποφασίσεις πόσο από εκείνον θα επιτρέψεις να παραμείνει στην οθόνη σου.
Υπάρχει μια στιγμή μετά από ορισμένους χωρισμούς που μοιάζει σχεδόν παράλογα μικρή σε σύγκριση με το μέγεθος αυτού που έχει προηγηθεί. Κρατάς το κινητό, μπαίνεις στο προφίλ του και κοιτάζεις ένα κουμπί: unfollow. Ένα άγγιγμα του δαχτύλου που κανονικά θα έπρεπε να διαρκεί ένα δευτερόλεπτο μπορεί να χρειαστεί μισή ώρα για να συμβεί, γιατί στο μυαλό μας δεν είναι απλώς μια λειτουργία μιας εφαρμογής. Μπορεί να σημαίνει κάτι πολύ μεγαλύτερο και πολύ πιο δύσκολο να ειπωθεί: τελείωσε.
Γιατί το unfollow μοιάζει τόσο οριστικό;
Είναι παράξενο, γιατί θεωρητικά ο χωρισμός θα έπρεπε να είναι πολύ πιο οριστικός από ένα κουμπί στο Instagram. Κι όμως, πολλές φορές δεν είναι. Μπορεί να έχουμε πει «τέλος», να έχουμε σταματήσει να μιλάμε και να έχουμε πάψει να συμμετέχουμε ο ένας στην καθημερινότητα του άλλου, αλλά να συνεχίζουμε να βλέπουμε σχεδόν καθημερινά τη ζωή του μέσα από μια οθόνη. Να γνωρίζουμε πού βγήκε, ποιον ακολούθησε, πού ταξίδεψε, αν φαίνεται καλά ή —ακόμη χειρότερα— αν φαίνεται πολύ καλά. Να κοιτάζουμε ένα τραγούδι, μια φωτογραφία ή μια φράση και να αναρωτιόμαστε αν μπορεί να αφορά εμάς.
Έτσι, ενώ η πραγματική σχέση έχει σταματήσει, μια άλλη σχέση συνεχίζεται: η πληροφοριακή. Δεν μιλάμε, αλλά ξέρουμε. Δεν είμαστε πια μαζί, αλλά εξακολουθούμε να έχουμε πρόσβαση σε μικρά κομμάτια της καθημερινότητας του άλλου. Και μερικές φορές το να ξέρεις γίνεται ένας παράξενος τρόπος να μην αποχωρίζεσαι πραγματικά.
Το mute είναι ίσως η πιο σύγχρονη μορφή συναισθηματικής διαπραγμάτευσης
Κάπου ανάμεσα στο «θέλω να σε βλέπω» και στο «θέλω να σε διαγράψω» υπάρχει το mute, ίσως η πιο χαρακτηριστική ψηφιακή λύση μιας εποχής που δυσκολεύεται με τα καθαρά τέλη. Δεν θέλω να σε βλέπω, αλλά δεν είμαι ακόμη έτοιμος να σε απομακρύνω. Δεν θέλω να γνωρίζω τι κάνεις, αλλά θέλω να διατηρήσω τη δυνατότητα να μάθω. Δεν θέλω να εμφανίζεσαι μπροστά μου κάθε φορά που ανοίγω το κινητό, αλλά ταυτόχρονα δεν θέλω να καταλάβεις ότι αποφάσισα να σε βγάλω από εκεί.
Το mute γίνεται έτσι κάτι περισσότερο από μια τεχνική λειτουργία. Είναι σχεδόν μια μορφή συναισθηματικής διαπραγμάτευσης, μια ενδιάμεση περιοχή όπου δεν χρειάζεται ούτε να κρατήσεις κάποιον πραγματικά κοντά ούτε να παραδεχτείς ότι θέλεις να τον απομακρύνεις. Δεν κλείνεις την πόρτα. Απλώς χαμηλώνεις τον ήχο.
Το block ως όριο και ως μήνυμα Το block λειτουργεί διαφορετικά, γιατί έχει μέσα του μια αίσθηση πολύ πιο ξεκάθαρου ορίου. Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες είναι απαραίτητο, ιδιαίτερα όταν κάποιος δεν σέβεται την απόσταση ή όταν η συνεχής έκθεση στη διαδικτυακή παρουσία του κάνει την απομάκρυνση πολύ δυσκολότερη. Άλλες φορές, όμως, χρησιμοποιείται θυμωμένα και παρορμητικά, σχεδόν σαν μια ψηφιακή κραυγή που λέει «δεν θέλω να υπάρχεις εδώ».
Και ύστερα μπορεί να έρθει το unblock, γιατί οι ψηφιακές πράξεις έχουν ένα χαρακτηριστικό που τα συναισθήματα δεν διαθέτουν: είναι εύκολα αναστρέψιμες. Μπορείς μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να μπλοκάρεις, να ξεμπλοκάρεις, να ακολουθήσεις ξανά ή να εξαφανίσεις κάποιον από την οθόνη σου. Αυτό που δεν μπορείς να ρυθμίσεις με την ίδια ακρίβεια είναι το πόσο χώρο εξακολουθεί να καταλαμβάνει μέσα σου.
Το unfollow δεν σημαίνει πάντοτε ότι δεν νοιάζεσαι
Ίσως μάλιστα μερικές φορές να σημαίνει ακριβώς το αντίθετο. Κάνουμε unfollow επειδή εξακολουθούμε να νοιαζόμαστε περισσότερο απ’ όσο θα θέλαμε, επειδή κάθε καινούργια φωτογραφία πονάει, επειδή δεν θέλουμε να δούμε τον επόμενο άνθρωπο ή επειδή έχουμε κουραστεί να αναζητούμε κρυμμένα μηνύματα σε τραγούδια, λεζάντες και stories. Μπορεί απλώς να θέλουμε να περάσει επιτέλους μια ολόκληρη ημέρα χωρίς να αναρωτηθούμε τι κάνει.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, το unfollow δεν είναι εκδίκηση ούτε δήλωση αδιαφορίας. Είναι όριο. Μια μικρή παραδοχή προς τον ίδιο μας τον εαυτό ότι δεν μπορούμε να θεραπευόμαστε από την απουσία κάποιου ενώ παρακολουθούμε καθημερινά την παρουσία του.
Γιατί κρατάμε τους πρώην στα social;
Οι λόγοι είναι πολλοί και ασφαλώς δεν έχουν όλοι σχέση με έναν κρυφό έρωτα ή με την επιθυμία επανασύνδεσης. Μπορεί να υπάρχει πραγματική φιλία, να έχει περάσει αρκετός χρόνος, να μην πονάει πια, να υπάρχει κοινός κοινωνικός κύκλος ή απλώς η ψηφιακή παρουσία του άλλου να έχει χάσει κάθε ιδιαίτερη σημασία.
Υπάρχει όμως και η περιέργεια, και ίσως αυτή να είναι πολύ πιο ισχυρή απ’ όσο θέλουμε να παραδεχτούμε. Ένα από τα δυσκολότερα πράγματα στον χωρισμό είναι ότι ένας άνθρωπος τον οποίο κάποτε γνωρίζαμε σε εξαντλητική λεπτομέρεια μετατρέπεται σταδιακά σε άγνωστο. Κάποτε ξέραμε πότε ξυπνάει, πώς πίνει τον καφέ του, τι τον αγχώνει, πώς πέρασε την ημέρα του και τι σκοπεύει να κάνει το Σαββατοκύριακο. Και ξαφνικά δεν έχουμε πια κανένα αυτονόητο δικαίωμα να γνωρίζουμε τίποτε από όλα αυτά.
Τα social media μάς επιτρέπουν να καθυστερήσουμε αυτή τη μετάβαση. Να συνεχίσουμε να γνωρίζουμε χωρίς να ρωτάμε, να βλέπουμε χωρίς να συμμετέχουμε και, τελικά, να παραμένουμε θεατές μιας ζωής από την οποία έχουμε ήδη φύγει.
Ο αλγόριθμος δεν γνωρίζει ότι χωρίσαμε
Υπάρχει και μια σχεδόν σουρεαλιστική διάσταση στον σύγχρονο χωρισμό: εσύ προσπαθείς να ξεχάσεις, αλλά η πλατφόρμα θυμάται. Μπορεί να σου εμφανίσει μια παλιά φωτογραφία, μια «ανάμνηση», έναν κοινό φίλο, μια πρόταση λογαριασμού ή ένα μέρος που επισκεφθήκατε μαζί. Ο ψηφιακός κόσμος έχει εκπαιδευτεί πάνω σε μια σχέση που εσύ τώρα προσπαθείς να αποδομήσεις και δεν ενημερώνεται αυτομάτως επειδή δύο άνθρωποι αποφάσισαν ότι τελείωσε.
Αυτό σημαίνει ότι το πένθος ενός χωρισμού δεν συμβαίνει πλέον μόνο μέσα μας. Συμβαίνει και μέσα σε ένα ψηφιακό περιβάλλον που έχει αποθηκεύσει τις προηγούμενες επιλογές, τις αλληλεπιδράσεις και τις κοινές μας συνήθειες και μπορεί, χωρίς καμία πρόθεση φυσικά, να μας επιστρέφει ξανά και ξανά ακριβώς σε εκείνο από το οποίο προσπαθούμε να απομακρυνθούμε.
Μήπως το πραγματικό αντίο δεν είναι το unfollow;
Ίσως, τελικά, δίνουμε τόσο μεγάλη σημασία στην ψηφιακή πράξη επειδή είναι ορατή και συγκεκριμένη. Μπορούμε να θυμηθούμε την ημέρα που πατήσαμε unfollow, να δούμε αν κάποιος μάς ακολουθεί ακόμη, να διαπιστώσουμε αν μας έκανε block ή αν εξακολουθεί να βλέπει τα stories μας. Το πραγματικό αντίο, όμως, είναι πολύ πιο αθόρυβο και δεν υπάρχει κανένα κουμπί που να μας ενημερώνει πότε ακριβώς συνέβη.
Είναι η πρώτη ημέρα που δεν μπήκες να δεις τι κάνει. Η πρώτη φορά που ανέβασε κάτι και δεν αναρωτήθηκες για ποιον ήταν. Η στιγμή που είδες το όνομά του και το σώμα σου δεν αντέδρασε όπως παλιά. Η ημέρα που έμαθες κάτι για εκείνον και δεν ένιωσες την ανάγκη να το αναλύσεις. Και ίσως, περισσότερο από όλα, είναι η στιγμή που σταμάτησες να ανεβάζεις ένα story έχοντας κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού σου την πιθανότητα ότι θα το δει.
Γιατί μπορούμε να κάνουμε unfollow κάποιον και να εξακολουθούμε να τον επισκεπτόμαστε νοερά κάθε βράδυ, όπως μπορούμε να συνεχίζουμε να τον ακολουθούμε και η παρουσία του να μη σημαίνει πια απολύτως τίποτα. Το τέλος μιας σχέσης δεν μετριέται τελικά από το αν δύο λογαριασμοί εξακολουθούν να είναι συνδεδεμένοι, αλλά από το αν δύο ζωές εξακολουθούν να περιμένουν κάτι η μία από την άλλη.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο unfollow από όλα: εκείνο που δεν γίνεται στην οθόνη, δεν εμφανίζεται σε καμία ειδοποίηση και δεν μπορεί να το δει κανείς. Εκείνο που συμβαίνει αθόρυβα μέσα μας, όταν σταματάμε επιτέλους να περιμένουμε από τον άλλον να επιστρέψει, να κοιτάξει, να αντιδράσει ή απλώς να μας θυμηθεί.