«Οι Άθλιοι» επιστρέφουν: Η ταινία των 40+ εκατ. ευρώ που ξανακάνει τον Βίκτορ Ουγκό κινηματογραφικό γεγονός
Ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα του γαλλικού σινεμά για το 2026 φτάνει στις αίθουσες στις 14 Οκτωβρίου. Ο Φρεντ Καβαγιέ αναμετριέται με τους «Αθλίους» του Βίκτορ Ουγκό, ο Βενσάν Λεντόν γίνεται Ζαν Βαλζάν και ένα εντυπωσιακό καστ, από τον Ταχάρ Ραχίμ και τη Νοεμί Μερλάν μέχρι την Καμίγ Κοτέν, επιχειρεί κάτι πολύ δυσκολότερο από ακόμη μία διασκευή ενός κλασικού έργου: να αποδείξει ότι μια ιστορία του 1862 μπορεί να μιλήσει με απροσδόκητη αμεσότητα στο κοινό του 2026. Το Vanity Fair France μπήκε στα παρασκήνια μιας παραγωγής που ξεπερνά τα 40 εκατ. ευρώ και πίσω από το κινηματογραφικό θέαμα διακρίνεται ένα ακόμη μεγαλύτερο στοίχημα για τη γαλλική βιομηχανία του θεάματος
Περιεχόμενα
- Δεν ξαναγράφεις τον Βίκτορ Ουγκό
- Ο Βενσάν Λεντόν γίνεται Ζαν Βαλζάν
- Η νέα γενιά απέναντι στους «μεγάλους»
- Το στοίχημα των 40 και πλέον εκατομμυρίων
- Γιατί το γαλλικό σινεμά ξαναγυρίζει στα μεγάλα βιβλία
- Το μεγάλο ερώτημα: γιατί άλλη μία διασκευή;
- Η δύναμη ενός έργου που αρνείται να γεράσει
- Ο Ζαν Βαλζάν απέναντι στον Ιαβέρη — δύο διαφορετικές ιδέες για τον άνθρωπο
- Όταν η πολιτιστική κληρονομιά γίνεται οικονομικό κεφάλαιο
- Μπορείς να κάνεις έναν μύθο καινούργιο χωρίς να τον προδώσεις;
Ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα του γαλλικού σινεμά για το 2026 φτάνει στις αίθουσες στις 14 Οκτωβρίου. Ο Φρεντ Καβαγιέ αναμετριέται με τους «Αθλίους» του Βίκτορ Ουγκό, ο Βενσάν Λεντόν γίνεται Ζαν Βαλζάν και ένα εντυπωσιακό καστ, από τον Ταχάρ Ραχίμ και τη Νοεμί Μερλάν μέχρι την Καμίγ Κοτέν, επιχειρεί κάτι πολύ δυσκολότερο από ακόμη μία διασκευή ενός κλασικού έργου: να αποδείξει ότι μια ιστορία του 1862 μπορεί να μιλήσει με απροσδόκητη αμεσότητα στο κοινό του 2026. Το Vanity Fair France μπήκε στα παρασκήνια μιας παραγωγής που ξεπερνά τα 40 εκατ. ευρώ και πίσω από το κινηματογραφικό θέαμα διακρίνεται ένα ακόμη μεγαλύτερο στοίχημα για τη γαλλική βιομηχανία του θεάματος.
Υπάρχουν βιβλία που μεταφέρονται στον κινηματογράφο και υπάρχουν βιβλία που μοιάζουν να περιμένουν κάθε νέα γενιά για να ξαναγεννηθούν. Οι «Άθλιοι» του Βίκτορ Ουγκό ανήκουν αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία. Έχουν γίνει ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, θεατρικές παραστάσεις, μιούζικαλ, έχουν αλλάξει γλώσσες, χώρες και εποχές, και παρ’ όλα αυτά εξακολουθούν να επιστρέφουν. Ίσως επειδή κάτω από την ιστορική τους επιφάνεια δεν μιλούν πραγματικά για τον 19ο αιώνα. Μιλούν για κάτι πολύ πιο επίμονο: για τη φτώχεια, την κοινωνική ανισότητα, την τιμωρία, την ενοχή, την εξουσία, την αγάπη και τη δεύτερη ευκαιρία.
View this post on Instagram
Το φθινόπωρο του 2026, η Γαλλία επιχειρεί μία από τις πιο φιλόδοξες κινηματογραφικές επιστροφές του έργου. Ο σκηνοθέτης Φρεντ Καβαγιέ αναλαμβάνει να μεταφέρει ξανά στη μεγάλη οθόνη το μυθιστόρημα του Ουγκό σε μια ταινία διάρκειας σχεδόν τριών ωρών, με ένα από τα ισχυρότερα σύγχρονα γαλλικά καστ. Η γαλλική έξοδος έχει οριστεί για τις 14 Οκτωβρίου 2026, ενώ η επίσημη διάρκεια που αναφέρεται είναι 2 ώρες και 59 λεπτά.
Το Vanity Fair France, που αφιέρωσε το νέο του τεύχος στην παραγωγή και φωτογράφισε διαφορετικές ομάδες των πρωταγωνιστών για το εξώφυλλό του, περιγράφει ένα κινηματογραφικό εγχείρημα περίπου 40 εκατ. ευρώ.
Τα διαθέσιμα στοιχεία της γαλλικής κινηματογραφικής βιομηχανίας τοποθετούν μάλιστα το συνολικό budget ακόμη ψηλότερα: το Écran Total καταγράφει προϋπολογισμό περίπου 42,6 εκατ. ευρώ, ενώ οικονομικά στοιχεία για τη γαλλική παραγωγή κάνουν λόγο για σχεδόν 43 εκατ. ευρώ.
Και κάπου εδώ η ιστορία γίνεται ενδιαφέρουσα όχι μόνο για το σινεμά αλλά και για το business.
Γιατί η Γαλλία επενδύει περισσότερα από 40 εκατ. ευρώ σε μια ιστορία που γράφτηκε πριν από σχεδόν 165 χρόνια;
Δεν ξαναγράφεις τον Βίκτορ Ουγκό
Η απάντηση του Καβαγιέ στο ερώτημα πώς μπορεί κανείς να δημιουργήσει ακόμη μία εκδοχή ενός τόσο εμβληματικού βιβλίου είναι αποκαλυπτική για τη φιλοσοφία του εγχειρήματος. Όπως αναφέρει το Vanity Fair France, η πρόθεσή του δεν είναι να «επανεφεύρει» τον Ουγκό, αλλά να προσπαθήσει να φανταστεί όσα υπάρχουν ανάμεσα στις γραμμές του.
Και αυτή είναι ίσως η μόνη ασφαλής αφετηρία όταν αγγίζεις τους «Αθλίους».
Δεν χρειάζεται να κάνεις τον Βίκτορ Ουγκό σύγχρονο. Το παράδοξο είναι ότι σε αρκετά σημεία είναι ήδη.
Ο Ζαν Βαλζάν βγαίνει από τα κάτεργα έπειτα από 19 χρόνια φυλάκισης για την κλοπή ενός ψωμιού και προσπαθεί να ξαναχτίσει τη ζωή του. Αποκτά νέα ταυτότητα, γίνεται ένας αξιοσέβαστος άνθρωπος και προσπαθεί να χρησιμοποιήσει τη δεύτερη ζωή που του δόθηκε για να κάνει καλό. Όμως το παρελθόν του δεν εξαφανίζεται. Ο επιθεωρητής Ιαβέρης τον καταδιώκει, αρνούμενος ουσιαστικά να δεχτεί ότι ένας άνθρωπος μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από το έγκλημα για το οποίο κάποτε καταδικάστηκε. Παράλληλα, ο Βαλζάν συναντά τη Φαντίνα και της υπόσχεται ότι θα προστατεύσει την κόρη της, Κοζέτ.
Πίσω από την πλοκή υπάρχει ένα ερώτημα που δεν έχει γεράσει καθόλου: πόσο καιρό πρέπει ένας άνθρωπος να πληρώνει για το χειρότερο πράγμα που έκανε στη ζωή του;
Και ίσως γι’ αυτό οι «Άθλιοι» εξακολουθούν να επιστρέφουν.
View this post on Instagram
Ο Βενσάν Λεντόν γίνεται Ζαν Βαλζάν
Στο κέντρο της νέας παραγωγής βρίσκεται ο Βενσάν Λεντόν, στον ρόλο του Ζαν Βαλζάν. Απέναντί του, ως Ιαβέρης, βρίσκεται ο Ταχάρ Ραχίμ, ενώ η Νοεμί Μερλάν υποδύεται τη Φαντίνα.
Η Καμίγ Κοτέν και ο Μπενζαμέν Λαβέρν αναλαμβάνουν τους Θεναρδιέρους, η Μέγκαν Νόρθαμ είναι η Κοζέτ, ο Βασίλι Σνάιντερ ο Μάριος και η Μαρί Κολόμπ η Επονίν.
Δεν πρόκειται απλώς για συγκέντρωση αναγνωρίσιμων ονομάτων. Οι «Άθλιοι» είναι ένα έργο στο οποίο το casting έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή οι χαρακτήρες έχουν προηγηθεί των ηθοποιών κατά πολλές γενιές. Το κοινό δεν συναντά για πρώτη φορά τον Ζαν Βαλζάν ή τον Ιαβέρη. Έρχεται ήδη με μια εικόνα τους, ακόμη κι αν δεν έχει διαβάσει ποτέ ολόκληρο το βιβλίο.
Ο ηθοποιός επομένως δεν καλείται απλώς να δημιουργήσει έναν χαρακτήρα. Καλείται να κατοικήσει έναν μύθο χωρίς να συνθλιβεί από αυτόν.
Και ίσως εδώ βρίσκεται ένα από τα πλεονεκτήματα του Λεντόν. Η κινηματογραφική του παρουσία έχει κάτι γήινο, σωματικό και συχνά σκληρό, χωρίς να χρειάζεται να το επιδεικνύει. Ο Ζαν Βαλζάν χρειάζεται ακριβώς αυτή τη διπλή υπόσταση: έναν άνθρωπο που κουβαλά επάνω του τη βία του κόσμου, αλλά προσπαθεί να μην την επιστρέψει.
View this post on Instagram
Η νέα γενιά απέναντι στους «μεγάλους»
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη ιστορία μέσα στην ίδια παραγωγή, την οποία αναδεικνύει το Vanity Fair France: η συνύπαρξη μιας νεότερης γενιάς ηθοποιών με ονόματα που έχουν ήδη διαμορφώσει τη σύγχρονη φυσιογνωμία του γαλλικού σινεμά.
Ο Λουί Περέ, για παράδειγμα, περιγράφει πώς ανάμεσα στις λήψεις παρατηρούσε τους μεγαλύτερους συναδέλφους του να δουλεύουν. Η Μέγκαν Νόρθαμ, που υποδύεται την ενήλικη Κοζέτ, θυμάται τη δική της πρώτη συνάντηση με τον Βενσάν Λεντόν ως μια εμπειρία που την έκανε να αισθανθεί δέος και αμηχανία.
Αυτή η λεπτομέρεια μπορεί να φαίνεται μικρή μπροστά στα εκατομμύρια του προϋπολογισμού, στα σκηνικά και στα κοστούμια, αλλά στην πραγματικότητα λέει πολλά για τον τρόπο με τον οποίο χτίζεται μια μεγάλη κινηματογραφική παραγωγή.
Για έναν νέο ηθοποιό, ένα τέτοιο πλατό δεν είναι μόνο δουλειά. Είναι σχολείο.
Και όταν έχεις μπροστά σου έναν ηθοποιό που μπορεί να αλλάξει την ατμόσφαιρα μιας ολόκληρης σκηνής χωρίς να υψώσει τη φωνή του, το μάθημα δεν χρειάζεται να δοθεί με λόγια.
Το στοίχημα των 40 και πλέον εκατομμυρίων
Το μέγεθος του προϋπολογισμού έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή οι «Άθλιοι» δεν είναι franchise με τη συμβατική έννοια. Δεν υπάρχει υπερήρωας, sequel ή κινηματογραφικό σύμπαν. Υπάρχει ένα μυθιστόρημα του 1862.
Κι όμως, η γαλλική βιομηχανία το αντιμετωπίζει σαν μεγάλο κινηματογραφικό event.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί, η παραγωγή πραγματοποιήθηκε από τις Eskwad και Curiosa Films, με συμπαραγωγούς μεταξύ άλλων τη StudioCanal και την TF1 Films Production, ενώ η StudioCanal έχει αναλάβει τη διανομή. Τα γυρίσματα διήρκεσαν περίπου 17 εβδομάδες, με τοποθεσίες στο Παρίσι, στο Μπορντό και σε άλλες περιοχές της Γαλλίας.
Ο ίδιος ο Καβαγιέ έχει μιλήσει για ένα project στο οποίο του δόθηκαν τα μέσα για να πραγματοποιήσει την ταινία που είχε φανταστεί, ενώ έχει περιγράψει τις 17 εβδομάδες των γυρισμάτων ως μια εξαιρετικά απολαυστική δημιουργική εμπειρία.
Η επένδυση επομένως δεν αφορά μόνο διάσημους ηθοποιούς. Αφορά τη δυνατότητα να ξαναχτιστεί ένας ολόκληρος κόσμος.
Και αυτό κοστίζει.
Γιατί το γαλλικό σινεμά ξαναγυρίζει στα μεγάλα βιβλία
Οι νέοι «Άθλιοι» δεν εμφανίζονται σε κενό. Αντίθετα, εντάσσονται σε μια πολύ ενδιαφέρουσα τάση του σύγχρονου γαλλικού κινηματογράφου: την επιστροφή στη μεγάλη ιστορική περιπέτεια και στα κλασικά λογοτεχνικά IP.
Τα τελευταία χρόνια, παραγωγές όπως οι νέες κινηματογραφικές εκδοχές των «Τριών Σωματοφυλάκων» και του «Κόμη Μοντεχρήστου» επανέφεραν στο προσκήνιο την ιδέα ότι το ευρωπαϊκό σινεμά μπορεί να δημιουργήσει μεγάλες, φιλόδοξες ταινίες για ευρύ κοινό βασισμένες στη δική του πολιτιστική κληρονομιά. Η ίδια η Canal+ τοποθετεί τους «Αθλίους» μέσα σε αυτή τη νέα δυναμική του γαλλικού κινηματογράφου.
Και επιχειρηματικά η λογική έχει ενδιαφέρον.
Σε μια εποχή κατά την οποία η κινηματογραφική βιομηχανία αναζητεί απεγνωσμένα αναγνωρίσιμα brands, τα μεγάλα μυθιστορήματα λειτουργούν σχεδόν σαν τα franchises του 19ου αιώνα. Οι χαρακτήρες είναι ήδη γνωστοί. Οι ιστορίες έχουν αποδείξει ότι αντέχουν. Υπάρχει διεθνής αναγνωρισιμότητα χωρίς να απαιτείται να χτιστεί ένα brand από το μηδέν.
Ο Ζαν Βαλζάν είναι, με έναν τρόπο, ένα IP ηλικίας άνω των 160 ετών.
Μόνο που σε αντίθεση με ένα σύγχρονο franchise, το έργο βρίσκεται πλέον στον δημόσιο πολιτιστικό χώρο και μπορεί να επανερμηνεύεται ξανά και ξανά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το ρίσκο εξαφανίζεται. Το αντίθετο.
Όσο πιο γνωστή είναι μια ιστορία τόσο πιο δύσκολο είναι να πείσεις το κοινό ότι χρειάζεται άλλη μία εκδοχή της.
Το μεγάλο ερώτημα: γιατί άλλη μία διασκευή;
View this post on Instagram
Αυτό είναι πιθανότατα το πιο ενδιαφέρον ερώτημα γύρω από ολόκληρο το project.
Γιατί να ξαναδούμε τους «Αθλίους»;
Η εύκολη απάντηση θα ήταν «επειδή είναι κλασικό έργο». Αλλά τα κλασικά έργα δεν επιβιώνουν επειδή τα τοποθετούμε σε προθήκες. Επιβιώνουν επειδή κάθε εποχή αναγνωρίζει κάτι διαφορετικό μέσα τους.
Οι «Άθλιοι» εκδόθηκαν το 1862, όμως ο κόσμος τους περιστρέφεται γύρω από προβλήματα που δεν έχουν εξαφανιστεί: κοινωνική κινητικότητα, ακραία φτώχεια, άνιση πρόσβαση στις ευκαιρίες, θεσμική βία, περιθωριοποίηση, ταξικές διαφορές.
Ο τίτλος του Ουγκό είναι άλλωστε πολύ μεγαλύτερος από την ιστορία ενός πρώην κατάδικου.
Οι «άθλιοι» δεν είναι ένας άνθρωπος. Είναι όλοι εκείνοι που μια κοινωνία αποφασίζει να μη βλέπει.
Από τον Ουγκό στο TikTok: μπορεί μια ιστορία τριών ωρών να κερδίσει το κοινό του scrolling; Και εδώ εμφανίζεται η μεγαλύτερη ίσως αντίφαση της νέας παραγωγής.
Το 2026, όταν μεγάλο μέρος της ψυχαγωγίας καταναλώνεται σε κάθετα βίντεο διάρκειας δευτερολέπτων, μια γαλλική εταιρεία επενδύει πάνω από 40 εκατ. ευρώ σε μια κινηματογραφική αφήγηση διάρκειας σχεδόν τριών ωρών.
Δεν είναι απλώς καλλιτεχνική επιλογή. Είναι και επιχειρηματικό στοίχημα πάνω στην προσοχή.
Η βιομηχανία του entertainment έχει περάσει χρόνια προσπαθώντας να μειώσει τον χρόνο που ζητά από τον θεατή. Τα social media έχουν εκπαιδεύσει το μάτι να μετακινείται γρήγορα από εικόνα σε εικόνα, οι πλατφόρμες προσφέρουν σχεδόν άπειρη επιλογή και η επόμενη ιστορία βρίσκεται πάντα ένα swipe μακριά.
Οι «Άθλιοι» κάνουν το ακριβώς αντίθετο. Ζητούν χρόνο. Ζητούν από τον θεατή να καθίσει σε μια σκοτεινή αίθουσα για περίπου τρεις ώρες και να ακολουθήσει ανθρώπους των οποίων τα διλήμματα δεν λύνονται σε δεκαπέντε δευτερόλεπτα.
Αν αυτό λειτουργήσει, θα είναι ενδιαφέρον όχι μόνο για τη συγκεκριμένη ταινία αλλά για το ευρωπαϊκό σινεμά συνολικά.
Η δύναμη ενός έργου που αρνείται να γεράσει
Όταν ο Βίκτορ Ουγκό ολοκλήρωνε τους «Αθλίους», δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί ότι περισσότερο από ενάμιση αιώνα αργότερα η ιστορία του θα απαιτούσε δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, εκατοντάδες επαγγελματίες και μήνες γυρισμάτων για να ξαναγεννηθεί στην οθόνη.
Ή ίσως να μην του φαινόταν τόσο παράξενο.
Ο Ουγκό δεν έγραψε ένα μυθιστόρημα για μια συγκεκριμένη στιγμή της γαλλικής ιστορίας· έστησε έναν ολόκληρο κόσμο και τον γέμισε με ανθρώπους που πεινούν, ερωτεύονται, αδικούνται, επαναστατούν, συγχωρούν και, πάνω απ’ όλα, παλεύουν να ξεφύγουν από εκείνο που οι άλλοι έχουν ήδη αποφασίσει ότι είναι. Όταν οι «Άθλιοι» δημοσιεύθηκαν το 1862, ύστερα από μια μακρά και σύνθετη δημιουργική διαδρομή που συνδέθηκε και με τα χρόνια της εξορίας του, ο Βίκτορ Ουγκό δεν παρέδωσε απλώς ένα από τα μεγαλύτερα μυθιστορήματα του 19ου αιώνα. Δημιούργησε ένα τεράστιο κοινωνικό πορτρέτο της Γαλλίας, μέσα στο οποίο ο νόμος συναντά τη φτώχεια, η εξουσία τη συνείδηση και η αδικία την ανθρώπινη δυνατότητα για λύτρωση.
Κι όμως, στον πυρήνα αυτής της μνημειακής κατασκευής βρίσκεται κάτι σχεδόν αφοπλιστικά απλό.
Ένας άνθρωπος κλέβει ένα ψωμί επειδή πεινά η οικογένειά του. Τιμωρείται. Περνά χρόνια στη φυλακή. Βγαίνει ξανά στον κόσμο κουβαλώντας όχι μόνο την ποινή που εξέτισε, αλλά και μια δεύτερη, πολύ πιο δύσκολη καταδίκη: το βλέμμα των άλλων. Προσπαθεί να ξαναφτιάξει τη ζωή του, να αλλάξει, να γίνει χρήσιμος, να γίνει καλός, ίσως ακόμη και να ξεχάσει τον άνθρωπο που υπήρξε. Η κοινωνία, όμως, έχει πολύ καλύτερη μνήμη από εκείνον.
Και ίσως ολόκληρο το μεγαλείο των «Αθλίων» να μπορεί τελικά να συμπυκνωθεί σε ένα ερώτημα που εξακολουθεί να μας ακολουθεί σχεδόν δύο αιώνες αργότερα: είμαστε καταδικασμένοι να παραμένουμε αυτό που κάποτε υπήρξαμε ή δικαιούμαστε να κριθούμε και γι’ αυτό που επιλέξαμε να γίνουμε μετά;
Ο Ζαν Βαλζάν απέναντι στον Ιαβέρη — δύο διαφορετικές ιδέες για τον άνθρωπο
Γι’ αυτό και η σχέση ανάμεσα στον Ζαν Βαλζάν και στον Ιαβέρη παραμένει μία από τις ισχυρότερες συγκρούσεις που μας κληροδότησε η παγκόσμια λογοτεχνία. Δεν είναι απλώς η ιστορία ενός πρώην κατάδικου που προσπαθεί να ξεφύγει και ενός αστυνομικού που επιμένει να τον καταδιώκει. Αν ήταν μόνο αυτό, πιθανότατα οι «Άθλιοι» δεν θα εξακολουθούσαν να μας απασχολούν 164 χρόνια μετά την έκδοσή τους.
Οι δύο άνδρες εκπροσωπούν δύο διαφορετικούς τρόπους να κοιτάζουμε τον άνθρωπο.
Ο Ιαβέρης πιστεύει σε έναν κόσμο που μπορεί να οργανωθεί σε καθαρές κατηγορίες. Υπάρχει ο νόμος και υπάρχει η παραβίασή του, υπάρχει ο αθώος και υπάρχει ο ένοχος, υπάρχει εκείνος που βρίσκεται στη σωστή πλευρά της κοινωνικής τάξης και εκείνος που πέρασε κάποτε τη γραμμή. Στο δικό του σύμπαν, το παρελθόν δεν είναι απλώς κάτι που συνέβη· είναι ταυτότητα. Αν κάποιος υπήρξε εγκληματίας, η λέξη αυτή τον ακολουθεί σαν δεύτερο όνομα.
Ο Ζαν Βαλζάν, αντίθετα, είναι η ζωντανή απόδειξη ότι ο άνθρωπος μπορεί να γίνει μεγαλύτερος από την κατηγορία στην οποία κάποτε τοποθετήθηκε. Δεν ζητά να σβήσει ό,τι έκανε, ούτε ο Ουγκό προσπαθεί να εξαφανίσει το παρελθόν του. Εκείνο που αλλάζει είναι η σημασία του: από τελική ετυμηγορία γίνεται αφετηρία μιας άλλης ζωής.
Και κάπου εκεί οι «Άθλιοι» παύουν να είναι ένα μυθιστόρημα του 19ου αιώνα και γίνονται σχεδόν ανατριχιαστικά σύγχρονοι.
Γιατί ζούμε σε μια εποχή που θυμάται τα πάντα. Ένα παλιό post, μια φωτογραφία, μια φράση γραμμένη βιαστικά, ένα λάθος, μια δημόσια αποτυχία μπορούν να παραμένουν για χρόνια διαθέσιμα σε μια μηχανή αναζήτησης, έτοιμα να επιστρέψουν οποιαδήποτε στιγμή. Το ψηφιακό μας παρελθόν δεν κιτρινίζει μέσα σε κάποιο συρτάρι· παραμένει φωτισμένο στην οθόνη.
Και έτσι ο Ζαν Βαλζάν αποκτά μια απροσδόκητα σύγχρονη διάσταση. Γιατί το ερώτημά του είναι και δικό μας: πόσο παρελθόν δικαιούται να κουβαλά ένας άνθρωπος πριν του επιτρέψουμε να γίνει κάτι άλλο;
Όταν η πολιτιστική κληρονομιά γίνεται οικονομικό κεφάλαιο
Υπάρχει, ωστόσο, και μια δεύτερη ιστορία πίσω από τη νέα κινηματογραφική επιστροφή στους «Αθλίους» — λιγότερο ρομαντική, αλλά εξίσου ενδιαφέρουσα. Είναι η ιστορία του τρόπου με τον οποίο μια χώρα μπορεί να μετατρέψει την πολιτιστική της μνήμη σε σύγχρονο οικονομικό και κινηματογραφικό κεφάλαιο.
Η Γαλλία διαθέτει κάτι που καμία πλατφόρμα streaming, όσο ισχυρή κι αν είναι, δεν μπορεί να κατασκευάσει από το μηδέν: αιώνες ιστοριών που έχουν ήδη ταξιδέψει σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο Βίκτορ Ουγκό, ο Αλέξανδρος Δουμάς και οι ήρωές τους δεν αποτελούν μόνο κεφάλαια της γαλλικής λογοτεχνίας. Είναι ονόματα με διεθνή αναγνωρισιμότητα, χαρακτήρες που έχουν περάσει από τα βιβλία στο θέατρο, από το θέατρο στο σινεμά και από εκεί στη συλλογική μνήμη εκατομμυρίων ανθρώπων.
Αυτό είναι πολιτιστικό κεφάλαιο με πραγματική οικονομική αξία.
Το δύσκολο, βέβαια, είναι να μην αντιμετωπιστεί ως μουσειακό έκθεμα. Γιατί η κληρονομιά μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε βάρος όταν το κοινό αισθάνεται ότι του ζητούν απλώς να θαυμάσει κάτι επειδή είναι «κλασικό». Η πραγματική δύναμη βρίσκεται αλλού: στην ικανότητα να πάρεις μια ιστορία που όλοι πιστεύουν ότι γνωρίζουν και να την κάνεις να μοιάζει σαν να συμβαίνει για πρώτη φορά.
Δεν χρειάζεται να εξηγήσεις στον κόσμο ποιος είναι ο Ζαν Βαλζάν.
Χρειάζεται να του δώσεις έναν λόγο να θελήσει να τον συναντήσει ξανά.
Και η συμμετοχή μεγάλων εταιρειών και broadcasters γύρω από το project δείχνει ακριβώς αυτή τη φιλοδοξία: οι «Άθλιοι» δεν αντιμετωπίζονται μόνο ως ένα σημαντικό γαλλικό λογοτεχνικό έργο που αξίζει ακόμη μία διασκευή, αλλά ως πνευματική ιδιοκτησία με δυνατότητα να ταξιδέψει ξανά διεθνώς, σε μια αγορά όπου το οικείο όνομα αποτελεί συχνά τεράστιο πλεονέκτημα μέσα στον ατελείωτο ανταγωνισμό για την προσοχή του θεατή.
View this post on Instagram
Μπορείς να κάνεις έναν μύθο καινούργιο χωρίς να τον προδώσεις;
Αυτό είναι τελικά το πραγματικό στοίχημα για τον Φρεντ Καβαγιέ.
Όχι αν κατάφερε να κατασκευάσει εντυπωσιακά σκηνικά, να αναπαραστήσει πειστικά τη Γαλλία του 19ου αιώνα ή να συγκεντρώσει μερικούς από τους σημαντικότερους ηθοποιούς του σύγχρονου γαλλικού κινηματογράφου. Ούτε ακόμη αν η εικόνα στην οθόνη θα κάνει τον θεατή να καταλάβει πού κατευθύνθηκαν τα περισσότερα από 40 εκατ. ευρώ που επενδύθηκαν στην παραγωγή.
Η πραγματική δυσκολία βρίσκεται σε κάτι πολύ πιο άυλο.
Να κάνει το γνωστό να μοιάζει άγνωστο.
Να καταφέρει, έστω για λίγες ώρες, να μας κάνει να ξεχάσουμε ότι ξέρουμε ήδη τι θα συμβεί.
Να κοιτάξουμε τον Βενσάν Λεντόν και να μη συγκρίνουμε κάθε του κίνηση με τους Ζαν Βαλζάν που προηγήθηκαν. Να δούμε τον Ταχάρ Ραχίμ και να ανακαλύψουμε από την αρχή τον Ιαβέρη, όχι ως τον «κακό» μιας διάσημης ιστορίας, αλλά ως έναν άνθρωπο τόσο απόλυτα αφοσιωμένο στην ιδέα του για την τάξη ώστε κάποια στιγμή να μην μπορεί πια να κατανοήσει τον ίδιο τον κόσμο όταν εκείνος αρνείται να υπακούσει στους κανόνες του. Και να συναντήσουμε τη Νοεμί Μερλάν ως Φαντίνα χωρίς να αισθανθούμε ότι παρακολουθούμε την αναπαράσταση μιας τραγωδίας που γνωρίζουμε από το σχολείο, το θέατρο ή προηγούμενες κινηματογραφικές μεταφορές, αλλά μια γυναίκα που χάνει, μπροστά στα μάτια μας, το ένα πράγμα μετά το άλλο.
Εκεί κρίνονται όλες οι μεγάλες διασκευές.
Όχι στην πιστότητα κάθε λεπτομέρειας, αλλά στην ικανότητά τους να ξαναδώσουν παλμό σε κάτι που η πολιτιστική μνήμη έχει ήδη μετατρέψει σε μύθο.
Περισσότερα από 40 εκατ. ευρώ για μια ιστορία 164 ετών Το γαλλικό σινεμά ποντάρει πολλά σε αυτή την επιστροφή — και αυτή τη φορά η φράση ισχύει τόσο μεταφορικά όσο και κυριολεκτικά.
Περισσότερα από 40 εκατ. ευρώ, 17 εβδομάδες γυρισμάτων, σχεδόν τρεις ώρες κινηματογραφικού χρόνου και μερικά από τα σημαντικότερα ονόματα της σύγχρονης γαλλικής υποκριτικής επιστρατεύονται για να υπηρετήσουν μια ιστορία που βρισκόταν στα χέρια των αναγνωστών ήδη από το 1862.
Θα μπορούσε κανείς να το θεωρήσει παράδοξο. Ζούμε στην εποχή κατά την οποία ολόκληρη η βιομηχανία του entertainment αναζητά μανιωδώς το «επόμενο μεγάλο πράγμα», τον καινούργιο χαρακτήρα, το επόμενο franchise, την ιστορία που θα γίνει viral πριν ακόμη προλάβει να αποκτήσει παρελθόν. Κι όμως, μία από τις φιλόδοξες γαλλικές κινηματογραφικές παραγωγές της χρονιάς στρέφεται σε ένα βιβλίο ηλικίας 164 ετών.
Ίσως όμως αυτό να μην είναι καθόλου αντίφαση.
Ίσως, αντιθέτως, να αποκαλύπτει κάτι ουσιαστικό για την εποχή μας: όσο περισσότερο πε