Η ψευδαίσθηση της τέλειας ζωής στα social media

Η ψευδαίσθηση της τέλειας ζωής στα social media

Πώς μάθαμε να χαμογελάμε για την κάμερα, ενώ μέσα μας παλεύουμε σιωπηλά —και να κρύβουμε τις ρωγμές μας πίσω από φίλτρα, φώτα και ψεύτικες βεβαιότητες

Υπάρχει μια στιγμή που σχεδόν όλοι ζούμε, αλλά σπάνια παραδεχόμαστε.

Είναι αργά το βράδυ. Το σπίτι είναι ήσυχο. Το φως χαμηλό. Το κινητό στο χέρι κι εσύ, κουρασμένος από τη μέρα, ανοίγεις μηχανικά το Instagram. Χωρίς σκοπό, δίχως προσδοκία, μόνο από συνήθεια.

Και τότε αρχίζει το ταξίδι.

Ζωές που μοιάζουν φωτεινότερες. Σώματα που μοιάζουν τέλεια. Σχέσεις που δείχνουν αρμονικές. Σπίτια που μοιάζουν βγαλμένα από περιοδικό. Ταξίδια που θυμίζουν κινηματογραφική σκηνή και… χαμόγελα που δεν κουράζονται ποτέ.

Κάπου ανάμεσα σε δεκάδες εικόνες, νιώθεις ένα μικρό σφίξιμο. Όχι έντονο, ούτε θεατρικό. Ένα διακριτικό βάρος στο στήθος.

Σαν μια σκέψη που περνά φευγαλέα: «Μήπως κάτι κάνω λάθος;» Δεν είναι ζήλια. Είναι σύγκριση.

Και η σύγκριση, στην εποχή των social media, είναι αδιάκοπη. Δεν τελειώνει ποτέ, δεν έχει παύση, δεν έχει Σαββατοκύριακο, δεν έχει διακοπές.

Συμβαίνει το πρωί πριν καν σηκωθείς από το κρεβάτι, στο διάλειμμα της δουλειάς, στο λεωφορείο, στον καναπέ, λίγο πριν κοιμηθείς.

Συμβαίνει παντού.

Και κάθε φορά, σχεδόν πάντα, νιώθεις λίγο πιο λίγος.

Στον ψηφιακό κόσμο, η πραγματικότητα δεν έχει μεγάλη αξία. Αυτό που έχει αξία είναι η εικόνα της.

Η καθημερινότητα δεν αρκεί να είναι καλή. Πρέπει να φαίνεται καλή. Δεν αρκεί να είσαι χαρούμενος. Πρέπει να το αποδείξεις. Δεν αρκεί να αγαπάς. Πρέπει να το δείξεις.

Η ζωή μετατρέπεται σε αφήγημα.

Και εμείς γινόμαστε οι σκηνοθέτες της ίδιας μας της ύπαρξης.

Φροντίζουμε το πλάνο. Το φως, το φόντο, τη λεζάντα, το timing, το  φίλτρο, το συναίσθημα.

Τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη.

Ακόμα και η αυθεντικότητα είναι σκηνοθετημένη.

Υπάρχει μια σιωπηλή συμφωνία ανάμεσα σε όλους μας: δεν ανεβάζουμε τις δύσκολες στιγμές.

Δεν ανεβάζουμε το άγχος για τα χρήματα. Δεν ανεβάζουμε τη μοναξιά. Δεν ανεβάζουμε τους καβγάδες. Δεν ανεβάζουμε τις κρίσεις πανικού. Δεν ανεβάζουμε τις νύχτες που κλαίμε χωρίς λόγο. Δεν ανεβάζουμε την αβεβαιότητα για το μέλλον.

Αυτά δεν είναι «ωραία». Δεν φέρνουν likes, δεν είναι ελκυστικά κι έτσι, εξαφανίζονται.

Όχι επειδή δεν υπάρχουν, φυσικά, αλλά  επειδή δεν χωράνε στην αφήγηση.

Με τον καιρό, αρχίζουμε να πιστεύουμε ότι μόνο εμείς δυσκολευόμαστε. Ότι μόνο εμείς φοβόμαστε. Ότι μόνο εμείς κουραζόμαστε. Ότι μόνο εμείς αμφιβάλλουμε.

Οι άλλοι, έτσι φαίνεται, τα έχουν λύσει όλα, κι αυτο είναι το πιο μεγάλο ψέμα της εποχής μας.

Οι άνθρωποι που δείχνουν τέλειοι δεν είναι απαραίτητα ευτυχισμένοι. Πολλοί είναι απλώς πιο επιδέξιοι στο να κρύβονται.

Οι influencers, οι δημόσιες φιγούρες, οι άνθρωποι που ζουν μπροστά στην κάμερα, ζουν υπό διαρκή παρακολούθηση. Η ζωή τους είναι μετρήσιμη. Κάθε μέρα κρίνεται με αριθμούς. Views. Likes. Engagement. Reach.

Η επιτυχία τους δεν είναι συναίσθημα, αλλά στατιστικό κι αυτό έχει κόστος.

Ψυχικό, συναισθηματικό και υπαρξιακό.

Όταν η αξία σου εξαρτάται από την οθόνη, αρχίζεις να φοβάσαι τη σιωπή.

Πίσω από όλα αυτά, λειτουργεί ένας τεράστιος μηχανισμός. Μια βιομηχανία που εμπορεύεται την ανασφάλεια. Πρώτα σε κάνει να νιώθεις ανεπαρκής. Και μετά σου πουλάει τη λύση. Σου πουλάει σώμα. Ομορφιά. Επιτυχία. Ευτυχία. Αυτοβελτίωση. Ισορροπία. Εσωτερική γαλήνη. Όλα σε πακέτο.

Όλα με φωτογραφία,  με υπόσχεση και  σχεδόν πάντα με απογοήτευση.

Το πιο ύπουλο αποτέλεσμα αυτής της κουλτούρας δεν είναι η ζήλια. Ούτε καν η σύγκριση. Είναι κάτι βαθύτερο και πιο σιωπηλό: ότι, χωρίς να το καταλάβουμε, αρχίζουμε να απομακρυνόμαστε από τον εαυτό μας. Σαν να τον αφήνουμε πίσω ή σαν να μην μας αρκεί πια.Κοιτάμε τη ζωή μας και μας φαίνεται λίγη,  βαρετή.

Η καθημερινότητά μας μοιάζει ασήμαντη, οι χαρές μας μικρές, οι επιτυχίες μας “εντάξει, καλές… αλλά όχι αρκετές”. Κι αυτό το “όχι αρκετές” γίνεται μια φωνή μέσα μας.

Μια φωνή που δεν ήταν δική μας στην αρχή, αλλά κάπως την υιοθετήσαμε. Την κάναμε μέτρο, κανόνα, κρίση. Και τότε ξεχνάμε το πιο απλό: η ζωή δεν είναι βιτρίνα. Δεν είναι ένα βίντεο με τις καλύτερες στιγμές, ένα άψογο μοντάζ, μια σειρά από εικόνες που δεν τσαλακώνονται ποτέ. Η ζωή είναι και οι μέρες που δεν έχουν τίτλο. Είναι οι σιωπές που δεν ανεβαίνουν πουθενά, οι αποτυχίες που δεν χωράνε σε λεζάντα,  οι επαναλήψεις — το ίδιο πρωινό, ο ίδιος δρόμος, η ίδια κούραση, η ίδια σκέψη που γυρίζει.

Είναι εκείνες οι μέρες που “δεν συμβαίνει τίποτα” και όμως συμβαίνουν όλα: γιατί ζεις. Γιατί αντέχεις, συνεχίζεις. Και αυτές οι μέρες, που δεν έχουν χειροκρότημα, είναι εξίσου πολύτιμες. Μερικές φορές είναι οι πιο αληθινές.Ίσως, τελικά, το πιο γενναίο πράγμα που μπορούμε να κάνουμε σήμερα είναι να σταματήσουμε να παίζουμε αυτό το παιχνίδι.

Να σταματήσουμε να ντυνόμαστε για την έγκριση. Να σταματήσουμε να φτιάχνουμε τον εαυτό μας ώστε να είναι “αποδεκτός”. Να αφήσουμε τη ζωή μας να μην είναι πάντα ωραία, πάντα ενδιαφέρουσα, πάντα άξια να την δει κάποιος.Να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να μην είναι τέλειος. Να είναι κουρασμένος, μπερδεμένος, αβέβαιος. Να είναι ανθρώπινος,  Να ζούμε χωρίς να καταγράφουμε τα πάντα. Να αγαπάμε χωρίς κοινό.Να υπάρχουμε χωρίς την ανάγκη να αποδεικνύουμε ότι υπάρχουμε.

Και να θυμόμαστε κάτι που το ξεχάσαμε εύκολα: η αξία μας δεν μετριέται σε καρδιές πάνω σε μια οθόνη. Δεν είναι αριθμός. Δεν είναι ποσοστό. Ούτε  “αντίδραση”.Η αξία μας μετριέται αλλού.
Μετριέται στη σιωπή που δεν χρειάζεται μάρτυρες, στις σχέσεις που δεν χρειάζονται επιβεβαίωση, στη συνείδηση που δεν εξαγοράζεται, στη μνήμη, στην αλήθεια μας. Γιατί, στο τέλος της ημέρας, καμία τέλεια φωτογραφία δεν μπορεί να αντικαταστήσει μια ζωή που έχει νόημα. Εσείς, τι λέτε;

Διαβάστε επίσης:

Χιλιάδες Fans σπάνε και καίνε προϊόντα Huda Beauty: Το Brand που εμπνεύστηκε τον κόσμο της ομορφιάς αντιμέτωπο με το μεγαλύτερο μποϊκοτάζ στην ιστορία του

Η Alaïa αλλάζει σελίδα: Ο Πίτερ Μιούλιερ και η νέα σιωπηλή πολυτέλεια

Το Old Money δεν φοριέται. Κληρονομείται

Το τελευταίο Camelot: Γιατί ο Τζον Κένεντι Τζούνιορ και η Κάρολιν Μπεσέτ εξακολουθούν να στοιχειώνουν τη συλλογική μας μνήμη

Σχετικά άρθρα