Γιαγιόι Κουσάμα: Έφυγε η γυναίκα που ζωγράφισε το άπειρο-Τα έργα που την έκαναν θρύλο
Από τα «Infinity Nets» και το «Narcissus Garden» μέχρι τις διάσημες κολοκύθες και τα καθρεφτισμένα δωμάτια, η Γιαγιόι Κουσάμα πέρασε σχεδόν έναν αιώνα μετατρέποντας τους φόβους, τις εμμονές και τις οπτικές της εμπειρίες σε τέχνη.
Περιεχόμενα
- Infinity Nets: η στιγμή που η επανάληψη έγινε τρόπος ύπαρξης
- Accumulation No. 1: όταν το οικείο γίνεται ξένο
- Infinity Mirror Room – Phalli’s Field: όταν το έργο σταμάτησε να βρίσκεται απέναντί σου
- Narcissus Garden: μια προφητεία για τον ναρκισσισμό της εποχής μας
- Pumpkin: η κολοκύθα που έγινε σύμβολο της παγκόσμιας τέχνης
- The Obliteration Room: όταν η τέχνη δημιουργείται από όλους
- All the Eternal Love I Have for the Pumpkins: όλος ο κόσμος της μέσα σε ένα δωμάτιο
- Πίσω από τις βούλες υπήρχε πάντα κάτι πιο σκοτεινό
- Ζωγράφιζε μέχρι το τέλος
- Η γυναίκα έφυγε, το άπειρο όμως έμεινε
«Οι άνθρωποι μπορεί να με αποκαλούν διαφορετικά, αλλά εγώ θεωρώ τον εαυτό μου αιρετική του κόσμου της τέχνης.»
Υπάρχουν καλλιτέχνες που παρατηρούν τον κόσμο και προσπαθούν να τον αποτυπώσουν όσο πιο πιστά μπορούν. Υπάρχουν άλλοι που επιχειρούν να τον ερμηνεύσουν, να τον διαλύσουν και να τον ξανασυναρμολογήσουν σύμφωνα με τη δική τους αισθητική γλώσσα. Και ύστερα υπάρχουν κάποιοι, πολύ λιγότεροι, που δεν ενδιαφέρονται τόσο να μας δείξουν τον κόσμο όπως είναι, όσο να μας υποχρεώσουν να μπούμε για λίγο μέσα στον δικό τους. Η Γιαγιόι Κουσάμα ανήκει σε αυτή την τελευταία, σπάνια κατηγορία.
Η τέχνη της δεν ήταν ποτέ απλώς ένα σύνολο από βούλες, καθρέφτες, λουλούδια και κολοκύθες. Όσο κι αν αυτά τα μοτίβα έγιναν αργότερα αναγνωρίσιμα σε ολόκληρο τον κόσμο, δεν γεννήθηκαν ως διακοσμητικές εμμονές ούτε ως έξυπνα οπτικά σύμβολα. Γεννήθηκαν μέσα από μια βαθιά προσωπική εμπειρία. Από παιδί, η Κουσάμα περιέγραφε οπτικές και ακουστικές εμπειρίες στις οποίες μοτίβα, δίχτυα και επαναλαμβανόμενα σχήματα φαίνονταν να ξεχύνονται από τα αντικείμενα και να καλύπτουν τον χώρο γύρω της. Η πραγματικότητα, όπως την αντιλαμβανόταν, μπορούσε ξαφνικά να χάσει τα σταθερά της όρια, να γίνει πυκνή, επαναληπτική και σχεδόν απειλητική.
Αυτό που για έναν άλλον άνθρωπο θα μπορούσε να οδηγήσει μόνο στον φόβο, για εκείνη έγινε σταδιακά υλικό δημιουργίας. Η Κουσάμα δεν προσπάθησε να απομακρυνθεί από τις εικόνες που την καταδίωκαν. Έκανε το αντίθετο. Τις πήρε μαζί της στον καμβά, τις μεγέθυνε, τις επανέλαβε, τις οργάνωσε, τις έκανε δικές της. Ίσως γι’ αυτό το έργο της έχει μια παράξενη ένταση: πίσω από τα χρώματα και την παιχνιδιάρικη πρώτη εντύπωση υπάρχει σχεδόν πάντα κάτι πιο σύνθετο, μια προσπάθεια να μπει τάξη σε έναν κόσμο που από πολύ νωρίς της φαινόταν ασταθής.
Η Γιαγιόι Κουσάμα γεννήθηκε το 1929 στο Ματσουμότο της Ιαπωνίας, σε μια εύπορη οικογένεια που δραστηριοποιούνταν στην καλλιέργεια και την εμπορία σπόρων και φυτών. Η παιδική της ηλικία, ωστόσο, κάθε άλλο παρά ειδυλλιακή ήταν. Το οικογενειακό περιβάλλον υπήρξε δύσκολο, οι σχέσεις έντονες, και η ζωγραφική έγινε από πολύ νωρίς ένας ιδιωτικός τόπος διαφυγής. Σπούδασε παραδοσιακή ιαπωνική ζωγραφική στο Κιότο, αλλά ένιωσε σύντομα ότι η αυστηρή πειθαρχία της δεν μπορούσε να χωρέσει όσα ήθελε να εκφράσει.
Έτσι, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, αποφάσισε να φύγει για τις Ηνωμένες Πολιτείες και να εγκατασταθεί στη Νέα Υόρκη, σε μια εποχή όπου η πόλη ήταν το κέντρο μιας εκρηκτικής καλλιτεχνικής μετάβασης. Ο αφηρημένος εξπρεσιονισμός κυριαρχούσε, η Pop Art άρχιζε να διαμορφώνεται, ο μινιμαλισμός ερχόταν να αμφισβητήσει την υπερβολή της προηγούμενης γενιάς και η performance άρχιζε να αλλάζει ριζικά τη σχέση του καλλιτέχνη με το κοινό. Μέσα σε αυτόν τον κόσμο, μια νεαρή Γιαπωνέζα γυναίκα, χωρίς ισχυρές διασυνδέσεις και με περιορισμένα οικονομικά μέσα, άρχισε να δημιουργεί έργα που έμοιαζαν να μην ανήκουν πουθενά και ταυτόχρονα να συνομιλούν με όλα.
Από εκεί ξεκινά ουσιαστικά η μεγάλη ιστορία της.
Infinity Nets: η στιγμή που η επανάληψη έγινε τρόπος ύπαρξης
«Είδα ολόκληρο το δωμάτιο, ολόκληρο το σώμα μου και ολόκληρο το σύμπαν καλυμμένα με λουλούδια.»
Τα «Infinity Nets» είναι ίσως το πιο καθαρό σημείο από το οποίο μπορεί κανείς να αρχίσει να κατανοεί την εσωτερική λογική της Κουσάμα. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και στις αρχές της επόμενης, δημιούργησε μεγάλους καμβάδες καλυμμένους από αμέτρητες μικρές, επαναλαμβανόμενες καμπύλες πινελιές, σαν να σχημάτιζαν ένα δίχτυ χωρίς αρχή και χωρίς τέλος.
Από απόσταση, οι πίνακες αυτοί μπορεί να μοιάζουν σχεδόν ήρεμοι, ακόμη και μινιμαλιστικοί. Η επιφάνειά τους δεν κραυγάζει. Δεν υπάρχει ένα κεντρικό θέμα, μια φιγούρα ή ένα σημείο που να απαιτεί την προσοχή. Όταν όμως ο θεατής πλησιάσει, αντιλαμβάνεται ότι αυτή η ηρεμία είναι αποτέλεσμα μιας σχεδόν επίπονης επανάληψης. Κάθε μικρό τόξο είναι χειροποίητο, κάθε κίνηση του πινέλου συνδέεται με την επόμενη, και το σύνολο δημιουργεί την αίσθηση μιας επιφάνειας που θα μπορούσε να συνεχίζεται έξω από τον καμβά, να καταλαμβάνει τον τοίχο και τελικά ολόκληρο τον χώρο.
Το «δίχτυ» δεν λειτουργεί λοιπόν απλώς ως μοτίβο. Είναι μια μεταφορά για κάτι πολύ βαθύτερο. Η Κουσάμα άρχισε να μετατρέπει σε μορφή την ιδέα της απεραντοσύνης, όχι με μεγαλοπρεπείς χειρονομίες αλλά με το πιο μικρό, ταπεινό και επαναλαμβανόμενο στοιχείο. Το άπειρο δεν εμφανίζεται εδώ ως κάτι θεαματικό· γεννιέται μέσα από την υπομονή, την εμμονή και την επανάληψη.
Στα έργα αυτά βρίσκεται ήδη και η έννοια που θα διαπεράσει όλη της τη δημιουργία, η περίφημη «self-obliteration», η αυτοεξάλειψη. Όταν το ίδιο σχήμα επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, χάνει σταδιακά την ατομικότητά του. Ένα τόξο παύει να έχει σημασία ως αυτόνομο στοιχείο και γίνεται μέρος μιας μεγαλύτερης επιφάνειας. Με παρόμοιο τρόπο, ο άνθρωπος μπορεί να χαθεί μέσα στο σύνολο. Η αίσθηση του «εγώ» αποδυναμώνεται και δίνει τη θέση της σε κάτι μεγαλύτερο, σχεδόν κοσμικό.
Τα «Infinity Nets» είναι γι’ αυτό πολύ περισσότερο από μια πρώιμη φάση της καριέρας της. Είναι ο σπόρος από τον οποίο θα προκύψουν αργότερα οι βούλες, οι καθρέφτες, τα δωμάτια, οι επαναλαμβανόμενες φόρμες και ολόκληρη η αισθητική του άπειρου. Είναι η στιγμή κατά την οποία η Κουσάμα καταλαβαίνει ότι η επανάληψη δεν είναι απλώς κάτι που βιώνει· μπορεί να γίνει η ίδια η γλώσσα της.
Accumulation No. 1: όταν το οικείο γίνεται ξένο
«Όλα τα έργα μου είναι βήματα στο ταξίδι μου, ένας αγώνας για την αλήθεια που έδωσα με την πένα, τον καμβά και τα υλικά μου.»

Το 1962, η Κουσάμα δημιούργησε το «Accumulation No. 1», ένα από τα έργα που έδειξαν πόσο πρόθυμη ήταν να εγκαταλείψει τα όρια της ζωγραφικής και να μεταφέρει τις εμμονές της στον τρισδιάστατο χώρο. Πήρε μια συνηθισμένη πολυθρόνα, ένα αντικείμενο απόλυτα οικείο και συνδεδεμένο με την άνεση του σπιτιού, και την κάλυψε με δεκάδες χειροποίητες μαλακές προεξοχές που παραπέμπουν σε φαλλικές μορφές.
Το αποτέλεσμα είναι παράξενο γιατί κινείται ταυτόχρονα ανάμεσα στο χιούμορ, την αμηχανία και την απειλή. Η πολυθρόνα παραμένει αναγνωρίσιμη, αλλά έχει χάσει τον χαρακτήρα της ως χρηστικό αντικείμενο. Δεν σε προσκαλεί πλέον να καθίσεις. Αντίθετα, αποκτά μια σχεδόν οργανική παρουσία, σαν να έχει ζωντανέψει και να έχει καλυφθεί από κάτι που εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα επάνω της.
Και πάλι, το κλειδί είναι η επανάληψη. Μία μόνο τέτοια μορφή θα προκαλούσε ίσως απλώς έκπληξη. Η πολλαπλασιασμένη παρουσία της, όμως, μεταμορφώνει εντελώς το αντικείμενο. Η επιφάνεια της πολυθρόνας εξαφανίζεται κάτω από μια νέα, υπερβολική υφή.
Το έργο συνδέεται συχνά και με τη δύσκολη σχέση της Κουσάμα με τη σεξουαλικότητα. Η ίδια είχε αναφερθεί στον φόβο και στην αποστροφή που ένιωθε απέναντι στο σεξ. Οι επαναλαμβανόμενες φαλλικές μορφές μπορούν έτσι να διαβαστούν ως ένας τρόπος εξοικείωσης με αυτόν τον φόβο. Αν κάτι σε τρομάζει, ίσως ένας τρόπος να το αντιμετωπίσεις είναι να το αναπαράγεις τόσο πολύ ώστε να χάσει την εξουσία του πάνω σου.
Η Κουσάμα δεν προσπαθεί να κάνει το αντικείμενο πιο όμορφο. Προσπαθεί να το αφοπλίσει μέσα από την υπερβολή. Και σε αυτή ακριβώς την κίνηση υπάρχει κάτι απελευθερωτικό. Μια γυναίκα καλλιτέχνις στις αρχές της δεκαετίας του 1960 μετατρέπει τον οικιακό χώρο σε πεδίο σεξουαλικής αμφισβήτησης και κάνει ένα αντικείμενο καθημερινής άνεσης να μοιάζει ξαφνικά παράξενο, σχεδόν ανησυχητικό. Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς γιατί το έργο αυτό θεωρήθηκε αργότερα τόσο σημαντικό.
Infinity Mirror Room – Phalli’s Field: όταν το έργο σταμάτησε να βρίσκεται απέναντί σου
«Υπάρχουν νύχτες που δεν μπορώ να κοιμηθώ, απλώς επειδή η καρδιά μου ξεχειλίζει από την επιθυμία να δημιουργήσω τέχνη που θα διαρκέσει για πάντα.»
Τρία χρόνια αργότερα, το 1965, η Κουσάμα έκανε ένα από τα σημαντικότερα βήματα της καριέρας της. Δημιούργησε το «Infinity Mirror Room – Phalli’s Field», την πρώτη από τις εγκαταστάσεις με καθρέφτες που θα γίνονταν αργότερα συνώνυμες με το όνομά της.
Η ιδέα ήταν ριζοσπαστική ακριβώς επειδή άλλαζε τη σχέση του θεατή με το έργο. Μέχρι τότε, μπορούσες να στέκεσαι απέναντι σε έναν πίνακα ή σε ένα γλυπτό και να το κοιτάζεις. Εδώ όμως δεν υπήρχε πια αυτή η απόσταση. Ο επισκέπτης έμπαινε μέσα σε έναν χώρο γεμάτο με εκατοντάδες μαλακές φαλλικές μορφές καλυμμένες με κόκκινες βούλες, ενώ οι καθρέφτες πολλαπλασίαζαν την εικόνα τους προς κάθε κατεύθυνση.
Το αποτέλεσμα δεν ήταν απλώς οπτικά εντυπωσιακό. Ήταν αποσταθεροποιητικό. Οι εκατοντάδες μορφές γίνονταν χιλιάδες, οι τοίχοι έχαναν την αίσθηση του τέλους τους και το βλέμμα αδυνατούσε να εντοπίσει με βεβαιότητα πού τελείωνε ο πραγματικός χώρος και πού άρχιζε η αντανάκλαση.
Και κάπου ανάμεσα σε όλες αυτές τις εικόνες εμφανιζόταν και ο ίδιος ο επισκέπτης. Η δική του αντανάκλαση γινόταν μέρος του έργου, επαναλαμβανόταν και αυτή, έχανε τη μοναδικότητά της και εντασσόταν στο απέραντο μοτίβο.
Είναι αυτή η στιγμή που η ιδέα των «Infinity Nets» περνά από τον καμβά στην πραγματική εμπειρία. Το άπειρο δεν είναι πια κάτι που κοιτάζεις. Είναι κάτι στο οποίο εισέρχεσαι. Και μαζί του εισέρχεσαι και στην ψυχική πραγματικότητα της ίδιας της Κουσάμα, σε έναν κόσμο όπου τα μοτίβα πολλαπλασιάζονται μέχρι να χαθούν τα όρια των πραγμάτων.
Σήμερα, που η immersive art έχει εξελιχθεί σε διεθνές πολιτιστικό φαινόμενο, είναι εύκολο να ξεχνάμε πόσο πρώιμη ήταν αυτή η ιδέα. Η Κουσάμα το έκανε το 1965, δεκαετίες πριν τα social media και πολύ πριν η τέχνη αρχίσει να σχεδιάζεται με γνώμονα το φωτογραφικό αποτέλεσμα. Για εκείνη, ο καθρέφτης δεν ήταν ένα μέσο εντυπωσιασμού. Ήταν ένας τρόπος να δώσει υλική μορφή στην αίσθηση ότι ο κόσμος δεν έχει σαφή όρια.
Narcissus Garden: μια προφητεία για τον ναρκισσισμό της εποχής μας
«Νιώθω πόσο πραγματικά υπέροχη είναι η ζωή και τρέμω από την αδιάκοπη γοητεία που μου ασκεί ο κόσμος της τέχνης, το μοναδικό μέρος που μου δίνει ελπίδα και κάνει τη ζωή να αξίζει.»
Το 1966, η Κουσάμα παρουσίασε το «Narcissus Garden» στη Βενετία, σε μια από τις πιο τολμηρές και εμβληματικές στιγμές της καριέρας της. Χωρίς να αποτελεί επίσημη συμμετοχή της Μπιενάλε, τοποθέτησε περίπου 1.500 γυαλιστερές μεταλλικές σφαίρες στο έδαφος και άρχισε να τις πουλά στους επισκέπτες.
Η εικόνα ήταν από μόνη της εντυπωσιακή. Ένα ολόκληρο πεδίο από ασημένιες σφαίρες αντανακλούσε το φως, το περιβάλλον και, κυρίως, όποιον πλησίαζε. Κάθε σφαίρα λειτουργούσε σαν ένας μικρός κυρτός καθρέφτης. Ο επισκέπτης έβλεπε ξανά και ξανά το είδωλό του, ελαφρώς παραμορφωμένο, παγιδευμένο σε δεκάδες ανακλάσεις.
Ο τίτλος δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνείας. Ο Νάρκισσος της ελληνικής μυθολογίας ερωτεύεται το ίδιο του το είδωλο. Η Κουσάμα μεταφέρει τον μύθο στον σύγχρονο κόσμο και προσθέτει σε αυτόν ένα ακόμη στοιχείο: την αγορά. Δεν αρκεί να κοιτάζεις τον εαυτό σου. Μπορείς και να αγοράσεις την αντανάκλασή σου.
Σήμερα, το έργο μοιάζει σχεδόν προφητικό. Ζούμε σε έναν κόσμο όπου η εικόνα του εαυτού έχει γίνει καθημερινό προϊόν. Φωτογραφίζουμε τον εαυτό μας, επιλέγουμε προσεκτικά ποια εκδοχή του θα παρουσιάσουμε, τη διορθώνουμε, τη δημοσιεύουμε και παρακολουθούμε την ανταπόκριση που προκαλεί. Η προσωπική εικόνα έγινε νόμισμα μιας ολόκληρης ψηφιακής οικονομίας.
Η Κουσάμα είχε ήδη συνδέσει τον ναρκισσισμό με την εμπορευματοποίηση δεκαετίες πριν. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη δύναμη του «Narcissus Garden»: όσο αλλάζει η εποχή, τόσο το έργο αποκτά νέες σημασίες χωρίς να χάνει την αρχική του ειρωνεία.
Pumpkin: η κολοκύθα που έγινε σύμβολο της παγκόσμιας τέχνης
«Ήθελα να εξετάσω τη μία και μοναδική βούλα που ήταν η δική μου ζωή. Μία βούλα: ένα μόνο σωματίδιο ανάμεσα σε δισεκατομμύρια.»

Αν υπάρχει ένα μοτίβο που μπορεί να σταθεί δίπλα στις βούλες ως απόλυτη υπογραφή της Κουσάμα, αυτό είναι η κολοκύθα. Η διάσημη κίτρινη κολοκύθα με τις μαύρες βούλες έχει γίνει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα αντικείμενα της σύγχρονης τέχνης, σχεδόν ένα pop icon που μπορεί να αναγνωριστεί ακόμη και από ανθρώπους που δεν γνωρίζουν ιδιαίτερα το έργο της.
Η σχέση της Κουσάμα με την κολοκύθα ξεκινά από την παιδική της ηλικία. Η οικογένειά της είχε στενή σχέση με την καλλιέργεια φυτών και η ίδια είχε μιλήσει πολλές φορές για την οικειότητα που ένιωθε απέναντι σε αυτό το συγκεκριμένο σχήμα. Οι κολοκύθες εμφανίζονται στο έργο της ήδη από νεαρή ηλικία και με τα χρόνια αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία.
Αυτό που την γοήτευε ίσως ήταν ακριβώς η ατέλειά τους. Η κολοκύθα δεν είναι ένα κομψό, συμμετρικό αντικείμενο. Είναι φουσκωμένη, βαριά, γεμάτη αυλακώσεις και καμπύλες. Έχει μια παράξενη, σχεδόν κωμική παρουσία. Κι όμως, μέσα από τις βούλες της Κουσάμα μετατρέπεται σε κάτι σχεδόν μνημειακό.
Οι βούλες ακολουθούν την καμπύλη της επιφάνειας και την κάνουν ακόμη πιο ζωντανή. Το αντικείμενο αποκτά χαρακτήρα, σχεδόν προσωπικότητα. Δεν είναι πια απλώς ένα λαχανικό· γίνεται πλάσμα, τοτέμ, σύμβολο.
Και σε αντίθεση με άλλα μοτίβα της Κουσάμα που συνδέονται πιο άμεσα με τον φόβο ή την εμμονή, η κολοκύθα έχει κάτι τρυφερό. Φέρει μια αίσθηση οικειότητας και ασφάλειας. Ίσως γι’ αυτό η καλλιτέχνις επέστρεφε σε αυτή ξανά και ξανά, σαν να επέστρεφε σε ένα αντικείμενο που παρέμενε σταθερό μέσα σε έναν κόσμο ασταθή.
The Obliteration Room: όταν η τέχνη δημιουργείται από όλους
«Η αληθινή κατεύθυνση θα έρθει μέσα από την υπέρβαση των αντιξοοτήτων.»
Στο «The Obliteration Room», η Κουσάμα παίρνει την ιδέα της εξαφάνισης και τη μετατρέπει σε ένα έργο που δεν μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς τη συμμετοχή του κοινού.
Το δωμάτιο ξεκινά εντελώς λευκό. Οι τοίχοι, τα έπιπλα, τα αντικείμενα, ακόμη και οι πιο μικρές λεπτομέρειες έχουν χάσει κάθε χρώμα. Είναι ένας χώρος σχεδόν αποστειρωμένος, σαν να έχει σβηστεί κάθε ίχνος ατομικότητας.
Στη συνέχεια, οι επισκέπτες παίρνουν πολύχρωμα αυτοκόλλητα σε σχήμα βούλας και τα τοποθετούν όπου θέλουν. Στην αρχή εμφανίζονται λίγες χρωματιστές κουκκίδες. Ύστερα γίνονται δεκάδες, εκατοντάδες και τελικά χιλιάδες. Καθώς οι ημέρες περνούν, το λευκό δωμάτιο εξαφανίζεται κάτω από ένα πυκνό στρώμα χρωμάτων.
Η μεταμόρφωση είναι σταδιακή και γι’ αυτό τόσο εντυπωσιακή. Δεν υπάρχει μια στιγμή κατά την οποία το έργο θεωρείται ολοκληρωμένο. Κάθε επισκέπτης προσθέτει ένα μικρό ίχνος, και αυτό το ίχνος χάνεται μέσα στο σύνολο των προηγούμενων.
Εδώ η έννοια της «self-obliteration» παίρνει μια πιο φωτεινή και συμμετοχική μορφή. Το άτομο αφήνει το σημάδι του, αλλά το σημάδι αυτό χάνει αμέσως την αυτονομία του και γίνεται μέρος μιας μεγαλύτερης κοινής εικόνας.
Το έργο είναι βαθιά δημοκρατικό. Δεν ζητά από τον θεατή να γνωρίζει ιστορία της τέχνης ούτε να κατανοήσει θεωρητικές έννοιες. Ζητά μόνο να συμμετάσχει. Και μέσα από αυτή την απλή χειρονομία τού επιτρέπει να καταλάβει σωματικά αυτό που η Κουσάμα προσπαθούσε να εκφράσει σε όλη της τη ζωή: ότι ίσως η ατομικότητα δεν εξαφανίζεται όταν ενώνεται με το σύνολο, αλλά αποκτά μια διαφορετική μορφή.
All the Eternal Love I Have for the Pumpkins: όλος ο κόσμος της μέσα σε ένα δωμάτιο
«Η Γη μας είναι μόνο μία βούλα ανάμεσα σε εκατομμύρια αστέρια στο σύμπαν. Οι βούλες είναι ένας δρόμος προς το άπειρο.»
Στο «Infinity Mirrored Room – All the Eternal Love I Have for the Pumpkins», η Κουσάμα συγκεντρώνει σχεδόν όλα τα βασικά στοιχεία της καλλιτεχνικής της γλώσσας σε έναν ενιαίο χώρο. Οι κολοκύθες, οι βούλες, οι καθρέφτες, το σκοτάδι και η επανάληψη συνυπάρχουν σε μια εμπειρία που μοιάζει ταυτόχρονα οικεία και εξωπραγματική.
Ο επισκέπτης εισέρχεται σε έναν καθρεφτισμένο χώρο γεμάτο φωτεινές κίτρινες κολοκύθες με μαύρες βούλες. Οι καθρέφτες πολλαπλασιάζουν την εικόνα προς όλες τις κατευθύνσεις, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ότι οι κολοκύθες συνεχίζονται στο άπειρο.
Για άλλη μία φορά, ο πραγματικός χώρος εξαφανίζεται. Δεν μπορείς εύκολα να καταλάβεις ποιο αντικείμενο βρίσκεται πραγματικά μπροστά σου και ποιο είναι αντανάκλαση. Η ματιά χάνεται σε ένα περιβάλλον όπου το ένα γίνεται εκατό και το εκατό μοιάζει να γίνεται άπειρο.
Ο τίτλος, όμως, αποκαλύπτει μια άλλη διάσταση. Δεν μιλά απλώς για κολοκύθες. Μιλά για «όλη την αιώνια αγάπη» που έχει γι’ αυτές. Και αυτή η λέξη, «αιώνια», συνοψίζει ίσως καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη το έργο της.
Η Κουσάμα ενδιαφερόταν σε όλη της τη ζωή για ό,τι ξεπερνά τη διάρκεια του ανθρώπου. Το σώμα έχει τέλος, η ζωή έχει τέλος, η ανθρώπινη παρουσία είναι αναπόφευκτα προσωρινή. Η τέχνη, όμως, μπορεί να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση μιας συνέχειας. Ο καθρέφτης μπορεί να κάνει ένα αντικείμενο να φαίνεται ατελείωτο. Η επανάληψη μπορεί να δημιουργήσει κάτι που δεν μοιάζει πλέον δεμένο με τον χρόνο.
Ίσως γι’ αυτό το έργο αυτό είναι τόσο συγκινητικό όταν το βλέπει κανείς μέσα από το σύνολο της ζωής της. Όλα όσα την ακολούθησαν από παιδί —η επανάληψη, οι φόβοι, οι βούλες, τα οργανικά σχήματα— βρίσκονται εδώ, αλλά μεταμορφωμένα. Δεν είναι πια μόνο πηγή αγωνίας. Είναι και πηγή αγάπης.
Η καλλιτέχνις που χάθηκε από το προσκήνιο και επέστρεψε ως παγκόσμιο φαινόμενο
Η σημερινή εικόνα της Κουσάμα ως παγκόσμιας superstar της σύγχρονης τέχνης μπορεί εύκολα να δημιουργήσει την εντύπωση μιας αδιάκοπης πορείας προς την επιτυχία. Στην πραγματικότητα, η διαδρομή της ήταν πολύ πιο περίπλοκη.
Μετά τα χρόνια της Νέας Υόρκης επέστρεψε στην Ιαπωνία το 1973. Το 1977 επέλεξε να ζει σε ψυχιατρικό νοσοκομείο στο Τόκιο, ενώ συνέχιζε καθημερινά να εργάζεται στο κοντινό της στούντιο. Για ένα διάστημα, το διεθνές ενδιαφέρον για τη δουλειά της είχε μειωθεί αισθητά.
Η ίδια, όμως, δεν σταμάτησε.
Συνέχισε να ζωγραφίζει, να γράφει, να δημιουργεί νέες σειρές έργων και να επιμένει σε ένα προσωπικό εικαστικό σύμπαν που έμοιαζε να υπάρχει ανεξάρτητα από τη μόδα και την αγορά.
Και τελικά η Ιστορία επέστρεψε σε εκείνη.
Από τη δεκαετία του 1990 και μετά, μεγάλες αναδρομικές εκθέσεις επανέφεραν το έργο της στο διεθνές προσκήνιο. Η συμμετοχή της στην Μπιενάλε της Βενετίας, η αναγνώριση από μεγάλα μουσεία και η σταδιακή ανάδειξή της σε μία από τις σημαντικότερες μορφές της μεταπολεμικής τέχνης άλλαξαν οριστικά τη θέση της.
Ύστερα ήρθαν τα Infinity Rooms και μαζί τους μια εντελώς νέα γενιά θεατών.
Η Κουσάμα έγινε ίσως η ιδανική καλλιτέχνις μιας εποχής που αναζητούσε εμπειρίες. Οι χώροι της ήταν εντυπωσιακοί, φωτογενείς, άμεσα αναγνωρίσιμοι. Τα social media πολλαπλασίασαν τη δημοτικότητά της, οι συνεργασίες με τη μόδα έκαναν τις βούλες της παγκόσμιο οπτικό κώδικα και η εικόνα της ίδιας, με τις χαρακτηριστικές κόκκινες περούκες και τα έντονα ρούχα, έγινε μέρος του μύθου.
Υπάρχει βέβαια εδώ μια θαυμάσια ειρωνεία. Η γυναίκα που αφιέρωσε ολόκληρο το έργο της στην ιδέα της εξαφάνισης του «εγώ» έγινε τεράστια σε μια εποχή που περιστρέφεται γύρω από την προβολή του «εγώ». Τα Infinity Rooms έγιναν από τα πιο φωτογραφημένα έργα παγκοσμίως, ακριβώς επειδή οι θεατές ήθελαν να τοποθετήσουν τον εαυτό τους μέσα σε αυτά.
Και όμως, ακόμη κι έτσι, το έργο της δεν χάνει τη δύναμή του. Ίσως μάλιστα να γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον, γιατί η αντίφαση ανάμεσα στη φιλοσοφία της αυτοεξάλειψης και στην εποχή της αυτοπροβολής αποκαλύπτει πόσο μπροστά από την εποχή της υπήρξε.
Πίσω από τις βούλες υπήρχε πάντα κάτι πιο σκοτεινό
«Ήθελα να ξεκινήσω μια επανάσταση, χρησιμοποιώντας την τέχνη για να οικοδομήσω το είδος της κοινωνίας που εγώ η ίδια οραματιζόμουν.»
Η τεράστια δημοτικότητα της Κουσάμα δημιούργησε και έναν κίνδυνο: να περιοριστεί το έργο της στην επιφάνειά του.
Οι βούλες είναι χαρούμενες, οι κολοκύθες παιχνιδιάρικες, τα δωμάτια εντυπωσιακά. Όμως κάτω από αυτή την εικόνα κρύβεται ένα έργο γεμάτο φόβο, εμμονή, μοναξιά, θάνατο, σεξουαλικότητα και ψυχική ευαλωτότητα.
Αυτό είναι ίσως και το μεγαλύτερο παράδοξο της τέχνης της. Κατάφερε να μετατρέψει το σκοτάδι σε κάτι οπτικά φωτεινό. Δεν το έκρυψε, αλλά ούτε και το άφησε να παραμείνει άμορφο. Του έδωσε χρώμα, επανάληψη και ρυθμό.
Και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που τόσοι άνθρωποι, ακόμη και χωρίς να γνωρίζουν τις λεπτομέρειες της ζωής της, αισθάνονται κάτι έντονο μπροστά στα έργα της. Υπάρχει μέσα τους μια αίσθηση ότι η ομορφιά δεν είναι απλώς διακοσμητική. Είναι αποτέλεσμα μιας μάχης.
Ζωγράφιζε μέχρι το τέλος
«Νιώθω πόσο πραγματικά υπέροχη είναι η ζωή και τρέμω από την αδιάκοπη γοητεία που μου ασκεί ο κόσμος της τέχνης, το μοναδικό μέρος που μου δίνει ελπίδα και κάνει τη ζωή να αξίζει.»
Ακόμη και σε πολύ προχωρημένη ηλικία, η Κουσάμα δεν έμοιαζε να αντιμετωπίζει την τέχνη ως μια ολοκληρωμένη πορεία από την οποία θα μπορούσε κάποια στιγμή να αποσυρθεί. Το 2009, στα 80 της, ξεκίνησε τη μεγάλη σειρά «My Eternal Soul», ενώ αργότερα ακολούθησε η «Every Day I Pray for Love».
Ακόμη και οι τίτλοι μοιάζουν να συνομιλούν με ολόκληρη τη διαδρομή της.
Αιώνια ψυχή. Καθημερινή προσευχή για αγάπη. Άπειρο.
Η ίδια συνέχιζε να ζωγραφίζει μέχρι τις τελευταίες ημέρες της ζωής της.
Και αυτή η λεπτομέρεια ίσως λέει περισσότερα για εκείνη από οποιαδήποτε μεγάλη αποτίμηση. Για την Κουσάμα, η τέχνη δεν ήταν κάτι που έκανε. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο υπήρχε μέσα στον κόσμο.
Η ζωγραφική ήταν ο μηχανισμός με τον οποίο έδινε όρια σε ό,τι δεν είχε όρια. Οι βούλες, τα δίχτυα και οι καθρέφτες δεν ήταν απλώς ένα στιλ που τελικά την έκανε διάσημη. Ήταν μια προσωπική γλώσσα επιβίωσης.
Η γυναίκα έφυγε, το άπειρο όμως έμεινε
«Πίστευα ότι το να δημιουργήσω τη μοναδική τέχνη που ερχόταν από μέσα μου ήταν το σημαντικότερο πράγμα που μπορούσα να κάνω για να χτίσω τη ζωή μου ως καλλιτέχνις.»
Η Γιαγιόι Κουσάμα έζησε σχεδόν έναν αιώνα και μέσα σε αυτά τα χρόνια είδε τον κόσμο της τέχνης να αλλάζει ξανά και ξανά. Έζησε τον πόλεμο, την avant-garde Νέα Υόρκη, την Pop Art, τον μινιμαλισμό, την performance, τον φεμινισμό, την άνοδο των μεγάλων installations, την εμπορευματοποίηση της σύγχρονης τέχνης και, στο τέλος, την εποχή του Instagram και του TikTok.
Είδε καλλιτεχνικά κινήματα να γεννιούνται και να εξαφανίζονται, ενώ η ίδια επέστρεφε διαρκώς στα ίδια βασικά μοτίβα. Μια βούλα. Ένα δίχτυ. Ένας καθρέφτης. Μια κολοκύθα. Και πάνω απ’ όλα, η επανάληψη.
Ίσως τελικά εκεί να βρίσκεται και ο πυρήνας της κληρονομιάς της.
Μια βούλα από μόνη της είναι ελάχιστη. Χιλιάδες βούλες μαζί μπορούν να καλύψουν έναν ολόκληρο χώρο.
Ένας άνθρωπος είναι πεπερασμένος. Ένα έργο, όμως, μπορεί να συνεχίζει να υπάρχει και μετά από εκείνον.
Η Κουσάμα προσπάθησε σε όλη της τη ζωή να εξαφανίσει το «εγώ» μέσα στην τέχνη της και κατέληξε να γίνει μία από τις πιο αναγνωρίσιμες καλλιτεχνικές προσωπικότητες του κόσμου. Προσπάθησε να ζωγραφίσει το άπειρο γνωρίζοντας ότι η ανθρώπινη ζωή δεν είναι άπειρη. Δημιούργησε δωμάτια στα οποία τα αντικείμενα συνεχίζονται πέρα από εκεί που φτάνει το βλέμμα, σαν να ήθελε να αποδείξει ότι τουλάχιστον μέσα στην τέχνη μπορεί να υπάρχει κάτι που δεν τελειώνει.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο συγκινητικό σημείο της ιστορίας της.
Η γυναίκα που πέρασε σχεδόν έναν αιώνα προσπαθώντας να δώσει μορφή στο άπειρο δεν βρίσκεται πια εδώ.
Οι καθρέφτες της, όμως, θα συνεχίσουν να αντανακλούν.
Οι βούλες της θα συνεχίσουν να πολλαπλασιάζονται.
Οι κολοκύθες της θα συνεχίσουν να στέκονται μπροστά σε ανθρώπους που ίσως να μη γνωρίζουν τίποτα για το κορίτσι από το Ματσουμότο που κάποτε έβλεπε τον κόσμο να καλύπτεται από μοτίβα.
Και κάθε φορά που κάποιος θα μπαίνει σε ένα από τα δωμάτιά της και θα βλέπει την εικόνα του να χάνεται στο βάθος, η ίδια ιδέα θα επιστρέφει.
Ότι το σώμα έχει ένα τέλος, η ζωή έχει ένα τέλος, αλλά η εικόνα, η μνήμη και η τέχνη μπορούν να συνεχίσουν λίγο πιο πέρα.
Ίσως ακόμη και προς το άπειρο.
«Δεν θα σταματήσω ποτέ να προσπαθώ να δημιουργήσω έργα που θα συνεχίσουν να λάμπουν μετά τον θάνατό μου.»