Κυριάκος Πιερρακάκης: Η Ευρώπη στην εποχή της ισχύος και η σημασία της αποτελεσματικότητας

Κυριάκος Πιερρακάκης: Η Ευρώπη στην εποχή της ισχύος και η σημασία της αποτελεσματικότητας

Σε μια εποχή που η ισχύς επαναπροσδιορίζεται και οι γεωπολιτικές ισορροπίες μεταβάλλονται με πρωτοφανή ταχύτητα, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup έδωσε, σε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση του ΕΛΙΑΜΕΠ με τον συγγραφέα Τζουλιάνο ντα Έμπολι, το στίγμα μιας πολιτικής σκέψης που επιχειρεί να συνδέσει την οικονομία, την τεχνολογία και τη στρατηγική

Παρακολούθησα μια συζήτηση που ανέδειξε όχι μόνο τις αδυναμίες της Ευρώπης, αλλά και τη σημασία της πολιτικής ηγεσίας σε έναν κόσμο όπου το μέλλον δεν περιμένει.

Υπάρχουν πολιτικοί που μιλούν για το μέλλον σαν να πρόκειται για μια μακρινή υπόσχεση και άλλοι που αντιλαμβάνονται ότι το μέλλον έχει ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται, συχνά με ταχύτητα μεγαλύτερη από εκείνη με την οποία οι κοινωνίες μπορούν να το κατανοήσουν. Η διαφορά δεν βρίσκεται απαραίτητα στην ευχέρεια του λόγου ή στην ικανότητα διατύπωσης εντυπωσιακών προβλέψεων. Βρίσκεται κυρίως στον τρόπο σκέψης, στην κατανόηση των διεθνών εξελίξεων και στη δυνατότητα σύνδεσης όσων συμβαίνουν σήμερα με τις αποφάσεις που θα καθορίσουν την επόμενη ημέρα.

Αυτή ήταν μία από τις σκέψεις που κράτησα παρακολουθώντας, το βράδυ της Τετάρτης 21 Οκτωβρίου, τη συζήτηση που διοργάνωσε το Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ), στο Κέντρο Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος», με θέμα «Η Ευρώπη στην εποχή της ισχύος: Ποιος θα διαμορφώσει το μέλλον της;».

Στο επίκεντρο βρέθηκαν ο Κυριάκος Πιερρακάκης, υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, και ο διεθνώς αναγνωρισμένος συγγραφέας Τζουλιάνο ντα Έμπολι, με συντονιστή τον πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΛΙΑΜΕΠ, Λουκά Τσούκαλη.

Μια συνάντηση πολιτικής εμπειρίας, τεχνολογικής γνώσης και ιστορικής σκέψης, η οποία εξελίχθηκε σε μια ουσιαστική συζήτηση για τις μεγάλες προκλήσεις της Ευρώπης.

Και, κατά τη γνώμη μου, είχε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό: ο Κυριάκος Πιερρακάκης δεν περιορίστηκε στον ρόλο του υπουργού που παρουσιάζει οικονομικές προτεραιότητες. Επιχείρησε να προσεγγίσει την ευρωπαϊκή πραγματικότητα μέσα από ένα ευρύτερο πρίσμα, συνδέοντας τις τεχνολογικές εξελίξεις με τη γεωπολιτική, την οικονομία με την ασφάλεια και τη λειτουργία των θεσμών με την ταχύτητα των αλλαγών.

Αυτό ακριβώς είναι που χρειάζεται σήμερα η ευρωπαϊκή πολιτική συζήτηση. Όχι περισσότερες γενικές διαπιστώσεις για τις προκλήσεις της εποχής, αλλά ανθρώπους που μπορούν να αντιληφθούν πώς συνδέονται μεταξύ τους.

Η πολιτική σκέψη πέρα από τα όρια της καθημερινής διαχείρισης

Η πρώτη ουσιαστική παρατήρηση που κράτησα από την τοποθέτηση του Κυριάκου Πιερρακάκη αφορούσε τον χρόνο.

«Η πυκνότητα του χρόνου έχει αλλάξει», ανέφερε, περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο η τεχνολογική επανάσταση επιταχύνει τις εξελίξεις και δημιουργεί νέες απαιτήσεις για την πολιτική.

Η φράση αυτή, όσο απλή κι αν ακούγεται, αποτυπώνει ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της σύγχρονης διακυβέρνησης.

Ζούμε σε έναν κόσμο όπου η τεχνολογία εξελίσσεται εκθετικά, ενώ οι θεσμοί εξακολουθούν να λειτουργούν με ρυθμούς που διαμορφώθηκαν σε εντελώς διαφορετικές ιστορικές συνθήκες.

Ο Πιερρακάκης επισήμανε ότι οι κοινωνίες δεν διαθέτουν πλέον αρκετό χρόνο για να αφομοιώσουν τις αλλαγές, ενώ υπογράμμισε πως η ανθρώπινη σκέψη παραμένει σε μεγάλο βαθμό γραμμική.

Η πολιτική, επομένως, καλείται να διαχειριστεί μια πραγματικότητα που μεταβάλλεται ταχύτερα από τις παραδοσιακές διαδικασίες λήψης αποφάσεων.

Αυτό που θεωρώ ενδιαφέρον στην προσέγγισή του είναι ότι δεν αντιμετωπίζει την τεχνολογία ως ένα ακόμη πεδίο κυβερνητικής πολιτικής, αλλά ως έναν παράγοντα που μεταβάλλει τους ίδιους τους όρους άσκησης της εξουσίας.

Πρόκειται για μια ουσιαστική διαφορά.

Η Ευρώπη έχει συνηθίσει να συζητά για τη μεταρρύθμιση των θεσμών της με όρους διοικητικής αποτελεσματικότητας. Σήμερα, όμως, το ζητούμενο είναι βαθύτερο. Οι θεσμοί πρέπει να μπορούν να ανταποκρίνονται σε έναν κόσμο όπου οι οικονομικές, κοινωνικές και τεχνολογικές ανατροπές δεν ακολουθούν πλέον προβλέψιμους κύκλους.

Και εδώ αναδεικνύεται ένα στοιχείο που, κατά την άποψή μου, διαφοροποιεί τον πολιτικό λόγο του Κυριάκου Πιερρακάκη: η προσπάθεια να εξηγήσει όχι μόνο τι πρέπει να αλλάξει, αλλά και γιατί οι παλαιότεροι τρόποι σκέψης δεν επαρκούν.

Η τεχνητή νοημοσύνη και η Ευρώπη που κινδυνεύει να μείνει πίσω

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε η συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη, ένα πεδίο στο οποίο η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κρίσιμη στρατηγική επιλογή.

Θα περιοριστεί στον ρόλο του ρυθμιστή μιας τεχνολογικής επανάστασης που εξελίσσεται κυρίως αλλού ή θα καταφέρει να συμμετάσχει ενεργά στη διαμόρφωσή της;

Ο Κυριάκος Πιερρακάκης προσέγγισε το ζήτημα με μια παρατήρηση που αξίζει να προβληματίσει κάθε ευρωπαϊκή κυβέρνηση.

Πώς μπορούν τα κράτη να σχεδιάζουν πολιτικές για την τεχνητή νοημοσύνη όταν δεν έχουν ακόμη ολοκληρώσει τον βασικό ψηφιακό μετασχηματισμό τους;

Αναφέρθηκε, μάλιστα, στην ελληνική εμπειρία των εμβολιασμών κατά την πανδημία, εξηγώντας ότι μια σχετικά απλή τεχνολογική εφαρμογή, όπως η αποστολή ενός μηνύματος με συγκεκριμένο ραντεβού, μπορούσε να αλλάξει ουσιαστικά την εμπειρία του πολίτη.

Το παράδειγμα είχε ιδιαίτερη σημασία, επειδή ανέδειξε τη διαφορά ανάμεσα στην τεχνολογική πολυπλοκότητα και στην αποτελεσματικότητα.

Δεν χρειάζονται πάντοτε εντυπωσιακές τεχνολογικές λύσεις για να αλλάξει η καθημερινότητα. Χρειάζεται, πρωτίστως, σωστός σχεδιασμός.

Από αυτή την άποψη, η εμπειρία του Πιερρακάκη στον ψηφιακό μετασχηματισμό του ελληνικού Δημοσίου προσδίδει στην επιχειρηματολογία του ένα πρακτικό υπόβαθρο.

Δεν μιλά μόνο για τις δυνατότητες της τεχνολογίας σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά επιχειρεί να τις συνδέσει με συγκεκριμένες εφαρμογές της δημόσιας διοίκησης.

Ωστόσο, εδώ υπάρχει και ένα ευρύτερο πολιτικό ζήτημα που δεν πρέπει να παραβλέπουμε.

Η τεχνολογική πρόοδος δεν αποτελεί αυτομάτως κοινωνική πρόοδο. Η αποτελεσματικότητα ενός ψηφιακού συστήματος δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει δικαιοσύνη, διαφάνεια ή ισότιμη πρόσβαση.

Η πραγματική πρόκληση για τους σύγχρονους πολιτικούς είναι να συνδυάσουν την καινοτομία με την προστασία των πολιτών και τη δημοκρατική λογοδοσία.

Και αυτή είναι μια συζήτηση που η Ευρώπη οφείλει να κάνει με μεγαλύτερη τόλμη.

«Κανένα κράτος δεν είναι αρκετά μεγάλο για να διαχειριστεί μόνο του την τεχνητή νοημοσύνη»

Μία από τις πιο ουσιαστικές παρεμβάσεις του υπουργού αφορούσε την παγκόσμια διακυβέρνηση της τεχνητής νοημοσύνης.

«Κανένα κράτος στον κόσμο δεν είναι αρκετά μεγάλο για να τη διαχειριστεί μόνο του», υπογράμμισε.

Η παρατήρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος σε μια περίοδο κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα ανταγωνίζονται για την τεχνολογική πρωτοκαθεδρία, ενώ η Ευρώπη αναζητά τον δικό της ρόλο.

Ο Πιερρακάκης παρομοίασε την εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης τόσο με την κούρσα για την κατάκτηση της Σελήνης όσο και με τον πυρηνικό ανταγωνισμό του 20ού αιώνα.

Η διπλή αυτή αναλογία ανέδειξε τις δύο όψεις της νέας τεχνολογικής πραγματικότητας.

Από τη μία πλευρά, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα, να μετασχηματίσει την εκπαίδευση και την υγεία και να δημιουργήσει νέες οικονομικές δυνατότητες.

Από την άλλη, μπορεί να προκαλέσει σημαντικές ανατροπές στην αγορά εργασίας, στην κυβερνοασφάλεια και στις διεθνείς ισορροπίες ισχύος.

Αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο υπουργός δεν παρουσίασε την τεχνολογία ούτε ως πανάκεια ούτε αποκλειστικά ως απειλή.

Αντίθετα, ανέδειξε την ανάγκη θεσμικής προσαρμογής και διεθνούς συνεργασίας.

Προσωπικά, θεωρώ ότι αυτή είναι μια από τις πιο ώριμες προσεγγίσεις που μπορεί να υιοθετήσει σήμερα η ευρωπαϊκή πολιτική ηγεσία.

Γιατί η πραγματική ισχύς δεν βρίσκεται μόνο στην ικανότητα ανάπτυξης μιας τεχνολογίας, αλλά και στη δυνατότητα κατανόησης των συνεπειών της.

Ο Τζουλιάνο ντα Έμπολι και η επιστροφή της σκληρής ισχύος

Η παρουσία του Τζουλιάνο ντα Έμπολι προσέδωσε στη συζήτηση μια διαφορετική, περισσότερο ιστορική διάσταση.

Ο συγγραφέας επέλεξε να αναφερθεί στην Ιταλία της Αναγέννησης, όταν οι ισχυρές και πολιτιστικά ανεπτυγμένες πόλεις-κράτη βρέθηκαν αντιμέτωπες με μια νέα στρατιωτική πραγματικότητα.

Η εμφάνιση του βαρέος πυροβολικού άλλαξε τους κανόνες του πολέμου, μεταφέροντας το πλεονέκτημα από την άμυνα στην επίθεση.

Σύμφωνα με τον ντα Έμπολι, κάτι αντίστοιχο συμβαίνει σήμερα.

Οι νέες τεχνολογίες επιτρέπουν σε κρατικούς και μη κρατικούς δρώντες να αποκτούν δυσανάλογα μεγάλη ισχύ, ενώ οι παραδοσιακοί μηχανισμοί προστασίας δυσκολεύονται να ανταποκριθούν.

Η ανάλυσή του επεκτάθηκε και στη λειτουργία των σύγχρονων δημοκρατιών.

Η ψηφιακή εποχή, υποστήριξε, δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η επιθετική συμπεριφορά επιβραβεύεται και η ταχύτητα συχνά υπερισχύει της θεσμικής διαδικασίας.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι εξαιρετικά σημαντικό.

Μπορεί η δημοκρατία να διατηρήσει τις αξίες της σε έναν κόσμο που επιβραβεύει την ταχύτητα, τη σύγκρουση και την επίδειξη ισχύος;

Η απάντηση δεν είναι εύκολη.

Και ίσως αυτός να είναι ο λόγος για τον οποίο η συζήτηση ανάμεσα στον ντα Έμπολι και τον Πιερρακάκη παρουσίασε ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Ο πρώτος ανέδειξε τις ιστορικές και πολιτικές αντιφάσεις της νέας εποχής. Ο δεύτερος επιχείρησε να συνδέσει αυτές τις διαπιστώσεις με συγκεκριμένες οικονομικές και θεσμικές επιλογές.

Δύο διαφορετικές οπτικές, οι οποίες, αντί να αλληλοαναιρούνται, συμπλήρωναν η μία την άλλη.

Η Ευρώπη δεν μπορεί να κερδίσει μόνο γράφοντας κανόνες

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της συζήτησης αφορούσε την ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική.

Ο Κυριάκος Πιερρακάκης υποστήριξε ότι η Ευρώπη πρέπει να επιλέξει στρατηγικά τους τομείς στους οποίους μπορεί να πρωταγωνιστήσει.

Αναφέρθηκε στις ευρωπαϊκές εταιρείες Ericsson και Nokia, χρησιμοποιώντας το παράδειγμα των τηλεπικοινωνιών για να αναδείξει την ανάγκη μιας περισσότερο στοχευμένης βιομηχανικής στρατηγικής.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει σημαντικές επιχειρήσεις, τεχνογνωσία και ανθρώπινο δυναμικό, αλλά συχνά αδυνατεί να μετατρέψει αυτά τα πλεονεκτήματα σε αντίστοιχη γεωοικονομική ισχύ.

Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, μία από τις σημαντικότερες αντιφάσεις της ευρωπαϊκής πραγματικότητας.

Η Ευρώπη έχει αναπτύξει μια εξαιρετικά ισχυρή κανονιστική παράδοση. Μπορεί να θεσπίζει κανόνες, να καθορίζει πρότυπα και να διαμορφώνει ρυθμιστικά πλαίσια που επηρεάζουν τις διεθνείς αγορές.

Ωστόσο, η ικανότητα ρύθμισης δεν ταυτίζεται με την ικανότητα παραγωγής καινοτομίας.

Η επισήμανση αυτή αναδείχθηκε και στη συζήτηση, όταν ο Λουκάς Τσούκαλης παρατήρησε ότι οι διαιτητές δεν κερδίζουν τους αγώνες.

Μια εύστοχη μεταφορά για την ευρωπαϊκή πραγματικότητα.

Η Ευρώπη δεν αρκεί να καθορίζει τους κανόνες του παιχνιδιού. Πρέπει να διαθέτει και τους παίκτες που μπορούν να πρωταγωνιστήσουν.

Ο Πιερρακάκης ανέδειξε την ανάγκη στρατηγικών επιλογών, επενδύσεων σε τομείς ευρωπαϊκής υπεροχής και ενίσχυσης κρίσιμων τεχνολογικών δυνατοτήτων.

Πρόκειται για μια προσέγγιση που δείχνει κατανόηση της σύγχρονης γεωοικονομίας, όπου η τεχνολογική ανεξαρτησία, η βιομηχανική παραγωγή και η εθνική ασφάλεια συνδέονται πλέον άμεσα.

Από τις ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις στην οικονομική κυριαρχία

Ως πρόεδρος του Eurogroup, ο Κυριάκος Πιερρακάκης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση και στην ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής οικονομικής ολοκλήρωσης.

Αναφέρθηκε στην Ένωση Κεφαλαιαγορών, στην Τραπεζική Ένωση και στην ανάγκη αποτελεσματικότερης αξιοποίησης των ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων.

Η παρατήρησή του ότι σημαντικά ευρωπαϊκά κεφάλαια καταλήγουν να χρηματοδοτούν την αμερικανική ανάπτυξη ανέδειξε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παράδοξα της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Η Ευρώπη διαθέτει σημαντικούς οικονομικούς πόρους, αλλά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει δυσκολίες στη διοχέτευσή τους προς τις επιχειρήσεις, την καινοτομία και τις παραγωγικές επενδύσεις.

Η ολοκλήρωση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών και η περαιτέρω ενοποίηση του τραπεζικού συστήματος μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία ενός αποτελεσματικότερου χρηματοδοτικού περιβάλλοντος.

Ο υπουργός συνέδεσε επίσης την ευρωπαϊκή οικονομική προοπτική με την ανάγκη κοινών πρωτοβουλιών στην άμυνα και στην ενέργεια.

Ειδικά για την ενέργεια, υπογράμμισε ότι η ενίσχυση των διασυνδέσεων, των υποδομών αποθήκευσης και των δικτύων μπορεί να μειώσει το κόστος για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Η ουσία της επιχειρηματολογίας του ήταν ότι η Ευρώπη δεν στερείται απαραίτητα πόρων ή δυνατοτήτων.

Στερείται, σε αρκετές περιπτώσεις, της ταχύτητας και της θεσμικής συνοχής που απαιτούνται για να τους αξιοποιήσει.

Και αυτή είναι μια διαπίστωση που ξεπερνά τα όρια της οικονομικής πολιτικής.

Αφορά την ίδια τη δυνατότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να λειτουργεί ως ενιαία στρατηγική δύναμη.

«Delivery»: Η λέξη που αξίζει να κρατήσουμε

Προς το τέλος της συζήτησης, ο Κυριάκος Πιερρακάκης συμπύκνωσε το ευρωπαϊκό ζητούμενο σε μία λέξη.

«Delivery».

Υλοποίηση.

Μια λέξη που ενδεχομένως ακούγεται περισσότερο τεχνοκρατική παρά πολιτική, αλλά περιγράφει με ακρίβεια μία από τις μεγαλύτερες αδυναμίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η Ευρώπη δεν στερείται αναλύσεων, στρατηγικών σχεδίων ή διακηρύξεων.

Διαθέτει θεσμούς, επιστημονική γνώση, οικονομική ισχύ και σημαντικό ανθρώπινο κεφάλαιο.

Εκεί όπου συχνά δυσκολεύεται είναι στη μετατροπή των αποφάσεων σε αποτελέσματα.

Η αναφορά του υπουργού στην υλοποίηση είχε επομένως ιδιαίτερη πολιτική σημασία.

Γιατί η αποτελεσματικότητα δεν είναι μια δευτερεύουσα διοικητική αρετή. Είναι προϋπόθεση εμπιστοσύνης.

Οι πολίτες δεν αξιολογούν τις κυβερνήσεις μόνο από την ποιότητα των προθέσεών τους, αλλά κυρίως από την επίδραση των αποφάσεών τους στην καθημερινότητα.

Το ίδιο ισχύει και για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Μια Ευρώπη που διακηρύσσει την ανάγκη στρατηγικής αυτονομίας, αλλά αδυνατεί να ολοκληρώσει κρίσιμες οικονομικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις, κινδυνεύει να δει το χάσμα ανάμεσα στις φιλοδοξίες και στις πραγματικές της δυνατότητες να μεγαλώνει.

Από αυτή την άποψη, η έμφαση του Πιερρακάκη στην υλοποίηση αποτελεί ίσως ένα από τα πιο ουσιαστικά στοιχεία της πολιτικής του προσέγγισης.

Η αξία ενός πολιτικού που μπορεί να συνομιλεί με το μέλλον

Παρακολουθώντας τη συζήτηση, εκείνο που βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρον δεν ήταν μόνο το περιεχόμενο των παρεμβάσεων του Κυριάκου Πιερρακάκη, αλλά και η συνοχή της επιχειρηματολογίας του.

Η μετάβαση από την τεχνητή νοημοσύνη στη γεωπολιτική, από την τεχνολογική καινοτομία στην οικονομική πολιτική και από την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα στη θεσμική αποτελεσματικότητα δεν έγινε ως μια απλή παράθεση διαφορετικών θεμάτων.

Αντίθετα, οι επιμέρους αναφορές συγκροτούσαν μια ευρύτερη αντίληψη για τον κόσμο που διαμορφώνεται.

Και θεωρώ ότι αυτό αποτελεί ένα σημαντικό πολιτικό πλεονέκτημα.

Σε μια εποχή κατά την οποία ο δημόσιος διάλογος συχνά εξαντλείται σε αντιπαραθέσεις περιορισμένου χρονικού ορίζοντα, η δυνατότητα ενός πολιτικού να συζητά με άνεση για τις μακροπρόθεσμες τεχνολογικές, οικονομικές και γεωπολιτικές εξελίξεις αποκτά ιδιαίτερη αξία.

Ασφαλώς, η ποιότητα του πολιτικού λόγου δεν αρκεί από μόνη της για να κριθεί η αποτελεσματικότητα ενός πολιτικού.

Η πραγματική δοκιμασία βρίσκεται πάντοτε στις αποφάσεις, στις μεταρρυθμίσεις και στα μετρήσιμα αποτελέσματα.

Και ακριβώς γι’ αυτό η έννοια της υλοποίησης, στην οποία επέμεινε ο ίδιος, αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Η ευρωπαϊκή πολιτική δεν χρειάζεται μόνο ανθρώπους που μπορούν να περιγράψουν με ακρίβεια τις προκλήσεις του μέλλοντος. Χρειάζεται ανθρώπους που μπορούν να μετατρέψουν αυτή τη γνώση σε συγκεκριμένες επιλογές.

Ο Κυριάκος Πιερρακάκης έδειξε, μέσα από τη συγκεκριμένη συζήτηση, ότι διαθέτει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον υπόβαθρο για να συμμετέχει σε αυτόν τον διάλογο: τεχνολογική γνώση, οικονομική αντίληψη και εξοικείωση με τις ευρωπαϊκές θεσμικές διαδικασίες.

Ο συνδυασμός αυτός δεν είναι αυτονόητος στην πολιτική.

Και ίσως αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα συμμετέχει στις ευρωπαϊκές οικονομικές αποφάσεις από μια θέση με αυξημένες θεσμικές ευθύνες.

Ποιος θα διαμορφώσει τελικά το μέλλον της Ευρώπης;

Φεύγοντας από την εκδήλωση, το ερώτημα του τίτλου εξακολουθούσε να με απασχολεί.

Ποιος θα διαμορφώσει το μέλλον της Ευρώπης;

Οι κυβερνήσεις της; Οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες; Οι διεθνείς αγορές; Οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί; Ή μήπως οι κοινωνίες που καλούνται να προσαρμοστούν σε έναν κόσμο τον οποίο δυσκολεύονται ολοένα περισσότερο να προβλέψουν;

Πιθανότατα η απάντηση δεν βρίσκεται σε έναν μόνο παράγοντα.

Η Ευρώπη βρίσκεται σε μια ιστορική καμπή, όπου η οικονομική ισχύς, η τεχνολογική πρωτοπορία και η πολιτική αυτονομία αποτελούν πλέον αλληλένδετες έννοιες.

Δεν αρκεί να είναι μια μεγάλη αγορά. Δεν αρκεί να διαθέτει ισχυρούς θεσμούς ή να υπερασπίζεται σημαντικές δημοκρατικές αξίες.

Πρέπει να μπορεί να μετατρέπει όλα αυτά σε πραγματική επιρροή.

Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η ουσία της συζήτησης που παρακολούθησα.

Η Ευρώπη χρειάζεται πολιτικούς που να κατανοούν ότι η ισχύς στον 21ο αιώνα δεν μετριέται μόνο με στρατούς, σύνορα ή οικονομικούς δείκτες. Μετριέται επίσης με την ικανότητα παραγωγής γνώσης, αξιοποίησης της τεχνολογίας, προσέλκυσης επενδύσεων και λήψης αποφάσεων σε πραγματικό χρόνο.

Ο Κυριάκος Πιερρακάκης, με τις παρεμβάσεις του, ανέδειξε μια πολιτική αντίληψη που κινείται προς αυτή την κατεύθυνση.

Και αυτό που προσωπικά θεωρώ αξιοσημείωτο είναι ότι επέλεξε να μιλήσει περισσότερο για τις αλλαγές που έρχονται παρά για τις βεβαιότητες του παρελθόντος.

Σε μια εποχή όπου η πολιτική συχνά αναζητά ασφάλεια σε γνώριμες διατυπώσεις, η διάθεση να αντιμετωπίσει κανείς τα μεγάλα ερωτήματα του μέλλοντος αποτελεί από μόνη της ένα ενδιαφέρον στοιχείο πολιτικής σκέψης.

Η Ευρώπη δεν έχει πλέον την πολυτέλεια να παρακολουθεί τις εξελίξεις από απόσταση, ελπίζοντας ότι η οικονομική της βαρύτητα και η ιστορική της επιρροή θα αρκούν για να διατηρήσουν τη θέση της στον κόσμο.

Χρειάζεται στρατηγική, ταχύτητα, αποφασιστικότητα και, πάνω απ’ όλα, αποτελέσματα.

Γιατί τελικά το μέλλον δεν θα το διαμορφώσουν απαραίτητα εκείνοι που μιλούν περισσότερο γι’ αυτό.

Θα το διαμορφώσουν εκείνοι που το κατανοούν εγκαίρως και έχουν την ικανότητα να μετατρέπουν τη γνώση σε πράξη.

Σχετικά άρθρα