Στο αιματηρό body horror «Clayface» ο Φρανκενστάιν συναντά το «Substance»

Στο αιματηρό body horror «Clayface» ο Φρανκενστάιν συναντά το «Substance»

Η τολμηρή παραγωγή ανακατεύει θαρραλέα την κορεσμένη υπερηρωική συνταγή χάνοντας, όμως, το κινηματογραφικό μέτρο.

Δεδομένου του σημείου καμπής, μα κυρίως οδυνηρού κορεσμού, στο οποίο βρίσκεται ο υπερηρωικός κινηματογράφος, κάθε προσπάθεια εμπλουτισμού και ανανέωσής του κρίνεται εκ προοιμίου θετική. Το «Clayface» εμπίπτει στην εν λόγω κατηγορία, αφού ο σκηνοθέτης Τζέιμς Γουότκινς («Η Γυναίκα με τα Μαύρα», «Κραυγή Σιωπής») δουλεύοντας με σενάριο του έμπειρου Μάικ Φλάναγκαν («Ouija: Η Πηγή του Κακού», «Δόκτωρ Ύπνος από τον Στίβεν Κινγκ», «The Haunting of Hill House»), παραδίδει ένα μαζικής απεύθυνσης μπλοκμπάστερ που αναπτύσσει μεν τη μυθολογία ενός αρχετυπικού villain υιοθετώντας, όμως, το συντακτικό του body horror. Συνδυασμός σπάνιος, άμεσα «ψαρωτικός», αλλά εδώ πρακτικά ανοικονόμητος.

Clayface 2

Μίσος από πηλό

Ο τίτλος της ταινίας παραπέμπει στον ομώνυμο κακό ο οποίος στα κόμιξ συστήνεται ως αντίπαλος του Batman. Με φόντο την Γκόθαμ, λοιπόν, εμείς τον μαθαίνουμε από την αρχή, όταν το όνομά του ήταν Ματ Χέιγκεν (Τομ Ρις Χάρις) και το επάγγελμά του ηθοποιός. Στο «Clayface», μάλιστα, εμφανίζεται στο απόγειο της καριέρας του, όταν δουλεύει σε διαδοχικές χολιγουντιανές παραγωγές και αποσπά υποψηφιότητα για Όσκαρ. Ωστόσο, ακριβώς στο σημείο της απόλυτης ευφορίας, μια λάθος επιλογή οδηγεί σε μια άδικη «τιμωρία», η οποία τον στέλνει στο νοσοκομείο με το πρόσωπό αγνώριστο και γεμάτο χαρακιές. Τότε, εμφανίζεται στη ζωή του μια επιστήμονας (Ναόμι Άκι) που έχει αναπτύξει μια τολμηρή πρακτική χάρη στην οποία αποκαθίσταται η εμφάνιση του Χέιγκεν. Βέβαια, εκείνο που αγνοεί ο ήρωας είναι πως οι επιπτώσεις στη σωματική και ψυχική υγεία του πρόκειται να αποδειχθούν αμείλικτες.

Clayface teaser

Υπερηρωικό «σπλατερικό» gore

Το πρώτο στοίχημα που καταφέρνει να πετύχει το «Clayface» είναι να αποφύγει όλα τα γνωστά κλισέ του υπερηρωικού είδους. Έτσι, επενδύει ενδοσκοπικά στη σχέση ανάμεσα στους χαρακτήρες των Χάρις – Άκι, ενώ παράλληλα εμβαθύνει στην τραυματισμένη ψυχοσύνθεση του Χέιγκεν. Για να εξελιχθεί σε villain, εξάλλου, απαιτείται μία πειστική αφορμή για τη σκοτεινή μεταστροφή του και μερικά ουσιαστικά διακυβεύματα ώστε να τροφοδοτείται η προσήλωσή του στη μοχθηρότητα. Όλα αυτά παρέχονται γενναιόδωρα από την ταινία με τη μορφή υπαρξιακών αδιεξόδων που απηχούν το λογοτεχνικό «Φρανκενστάιν» (Μέρι Σέλεϊ) από τη μία, αλλά και το πρόσφατο έμπλεο gore «Substance» (Κοραλί Φαρζά, 2024). Με αυτόν τον τρόπο, η μετάβαση στο τερατώδες αποκτά μια γοητευτική τραγικότητα, την οποία εντείνει η επιβλητική ερμηνεία του Χάρις που, επιπλέον, αναδεικνύει τους εύστοχους υπαινιγμούς για τους κινδύνους του να «χάνεσαι» μέσα σε ρόλους άλλων.

Ωστόσο, οι πιο ενδιαφέρουσες πτυχές του «Clayface» χάνουν τη δυναμική τους όταν το σενάριο παθαίνει… Φλάναγκαν. Δηλαδή, όταν αφηγηματικά δίνεται εκτός ρυθμού και χωρίς ιδιαίτερο λόγο προτεραιότητα στις πιο ρομαντικές ή απλώς καθαρά δραματικές σκηνές του φιλμ. Μια επιλογή η οποία δε θα άφηνε πικρή επίγευση, εάν δε συνέβαινε με οφθαλμοφανή αφέλεια και πρόχειρους όρους. Ας πούμε, ο χαρακτήρας της Άκι χρησιμοποιείται απλώς ως νύξη ερωτικού ενδιαφέροντος και αφορμή για προσθήκη σεναριακών γεγονότων που δεν εξυπηρετούν κάτι πέρα από τη διόγκωση της κινηματογραφικής διάρκειας. Αντίστοιχα, οι gore απεικονίσεις χάνουν το μέτρο, όχι τόσο γιατί φλερτάρουν με τα επίπεδα του «Society» (Μπράιαν Γιούζνα, 1989) όσο διότι ενίοτε εισάγονται με επιτηδευμένη ωμότητα και ασυγχρόνιστα με όσα συμβαίνουν. Αλλά παρόλα αυτά, όπως αναφέρεται και στην εισαγωγή, υπερηρωικές δοκιμές όπως του «Clayface» είναι σαφώς περισσότερο ευπρόσδεκτες από οποιοδήποτε άλλο ποτ πουρί ακίνδυνων εκρήξεων και φλύαρων διαλόγων που αναπτύσσουν την υπόθεση μιας άνοστης περιπέτειας.

Η ταινία «Clayface» κυκλοφορεί από την Tanweer (22/10). Περισσότερες κριτικές ταινιών εδώ.

Σχετικά άρθρα