Μαρία Καρυστιανού: Από το πένθος στη δημόσια δράση — ανάμεσα στην ανάγκη για δικαίωση και στην παγίδα της ματαιοδοξίας
Ο σεβασμός στο αδιανόητο πένθος είναι αδιαπραγμάτευτος· η μετατροπή του όμως σε πολιτικό αφήγημα γεννά ερωτήματα για τα όρια ανάμεσα στη δικαίωση και τη ματαιοδοξία
Η περίπτωση της Μαρία Καρυστιανού δεν προσφέρεται για εύκολα συμπεράσματα. Και σίγουρα δεν προσφέρεται για εύκολη κριτική. Πρόκειται για μια γυναίκα που βίωσε το αδιανόητο: την απώλεια της κόρης της στο τραγικό δυστύχημα των Τεμπών. Κανένας άνθρωπος που δεν έχει περάσει από αυτό το σκοτάδι δεν μπορεί να μιλήσει με βεβαιότητα για το πώς «πρέπει» να πενθεί κανείς. Κανείς δεν είναι σε θέση να της υποδείξει πώς να αισθάνεται, πώς να μιλά ή πώς να θυμάται το παιδί της. Αυτό είναι ένα αδιαπραγμάτευτο σημείο σεβασμού.
Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, όταν το πένθος μεταφέρεται από τον χώρο της ανθρώπινης οδύνης στον χώρο της δημόσιας πολιτικής, τότε γεννάται μια ανάγκη: όχι να κρίνουμε τον πόνο, αλλά να κρίνουμε τον λόγο. Όχι να αμφισβητήσουμε την απώλεια, αλλά να εξετάσουμε τη διαδρομή που αυτή η απώλεια ακολουθεί όταν γίνεται πολιτικό αφήγημα.
Η Μαρία Καρυστιανού εμφανίστηκε αρχικά στον δημόσιο χώρο ως μια φωνή καθαρής, σχεδόν ωμής διεκδίκησης δικαιοσύνης. Δεν ζήτησε χειροκρότημα. Δεν ζήτησε ρόλο. Ζήτησε απαντήσεις. Και αυτός ο λόγος βρήκε απήχηση, γιατί ήταν αυθεντικός, γιατί δεν είχε ακόμη μετατραπεί σε ταυτότητα. Ήταν λόγος πόνου, όχι λόγος θέσης.
Στην πορεία, όμως, κάτι μετατοπίστηκε.
Όταν μια γυναίκα που μιλά για τη δικαίωση των νεκρών αρχίζει να μιλά για «διεκδίκηση της ψήφου του λαού», όταν η γλώσσα της οδύνης αρχίζει να συνυπάρχει με τη γλώσσα της πολιτικής εξουσίας, τότε προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα: εξυπηρετεί ακόμη ο λόγος τον αρχικό σκοπό ή έχει αρχίσει να υπηρετεί κάτι άλλο;
Δεν είναι κακό να θέλει κανείς να αλλάξει τα πράγματα μέσα από την πολιτική. Δεν είναι ούτε ανήθικο ούτε κατακριτέο. Όμως η πολιτική δεν είναι προέκταση του πένθους. Είναι ένας διαφορετικός χώρος, με άλλους κανόνες, άλλες δυναμικές και — κυρίως — άλλες απαιτήσεις. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το κρίσιμο σημείο.
Η Καρυστιανού μιλά συχνά για δικαίωση. Όμως η δικαίωση, ως έννοια, δεν είναι πολιτικό πρόγραμμα. Είναι ηθική ανάγκη. Είναι προσωπική, βαθιά, υπαρξιακή. Όταν επιχειρείς να τη μεταφέρεις αυτούσια στην πολιτική σφαίρα, κινδυνεύεις να την αλλοιώσεις. Γιατί η πολιτική απαιτεί προτάσεις, ιεραρχήσεις, συμβιβασμούς. Το πένθος δεν συμβιβάζεται. Δεν ιεραρχεί. Δεν διαπραγματεύεται.
Και εδώ εμφανίζεται κάτι που δεν λέγεται εύκολα, αλλά πρέπει να ειπωθεί με προσοχή: στην πορεία, ο λόγος της Καρυστιανού μοιάζει να απομακρύνεται από τη δικαιοσύνη ως στόχο και να πλησιάζει τη δημόσια αναγνώριση ως ανάγκη. Όχι απαραίτητα συνειδητά. Όχι απαραίτητα με πρόθεση. Αλλά αυτό δεν αναιρεί τη μετατόπιση.
Η ματαιοδοξία, σε αυτή την περίπτωση, δεν έχει τη μορφή του ναρκισσισμού ή της επίδειξης. Έχει τη μορφή της ταύτισης. Όταν ο δημόσιος ρόλος αρχίζει να γίνεται το κύριο πεδίο ύπαρξης, όταν η παρουσία στη σκηνή αρχίζει να υποκαθιστά την αρχική σιωπηλή οδύνη, τότε το πένθος κινδυνεύει να μεταμορφωθεί σε αποστολή. Και η αποστολή, όσο ηθική κι αν μοιάζει, γεννά εξουσία.
Η ίδια δηλώνει ότι θα σεβαστεί τη γνώμη της πλειοψηφίας για το ποιος θα είναι επικεφαλής ενός νέου πολιτικού σχήματος. Η δήλωση αυτή ακούγεται δημοκρατική. Αλλά ταυτόχρονα προδίδει κάτι βαθύτερο: ότι η συζήτηση έχει ήδη μετακινηθεί από το «γιατί μιλάω» στο «πώς θα κυβερνήσω». Και αυτή η μετάβαση δεν είναι ουδέτερη.
Το πένθος δεν ζητά ηγεσία. Ζητά μνήμη. Ζητά λογοδοσία. Ζητά να μην ξεχαστεί. Όταν, όμως, αρχίζει να μιλά με όρους πλειοψηφίας, ψήφου και εκπροσώπησης, τότε εισέρχεται αναπόφευκτα σε έναν άλλο κόσμο — έναν κόσμο όπου το συναίσθημα γίνεται εργαλείο και η οδύνη αφήγημα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Καρυστιανού «εκμεταλλεύεται» τον πόνο της. Αυτή η λέξη θα ήταν άδικη και απλουστευτική. Σημαίνει όμως ότι, όπως συμβαίνει συχνά με ανθρώπους που βιώνουν ακραία τραύματα, αναζητά νόημα σε έναν χώρο που της προσφέρει βεβαιότητα, ορατότητα και έλεγχο. Η πολιτική προσφέρει ακριβώς αυτό: δομή σε έναν κόσμο που κατέρρευσε.
Σε ψυχολογικό επίπεδο, αυτό είναι κατανοητό. Όταν χάνεις το παιδί σου, χάνεις τον άξονα του κόσμου σου. Η ανάγκη να μετατρέψεις την απώλεια σε αποστολή είναι ένας τρόπος να επιβιώσεις. Αλλά η επιβίωση δεν ταυτίζεται πάντα με τη σωστή κατεύθυνση. Και η κοινωνία οφείλει να μπορεί να ξεχωρίσει πότε ένας λόγος παραμένει λόγος δικαίου και πότε αρχίζει να γίνεται λόγος εξουσίας.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι ότι η Καρυστιανού μιλά πολιτικά. Είναι ότι μοιάζει, σε ορισμένες στιγμές, να πιστεύει πως η προσωπική της τραγωδία της προσδίδει ένα είδος ηθικής υπεροχής έναντι της κριτικής. Όμως κανένα πένθος, όσο βαρύ κι αν είναι, δεν μπορεί να λειτουργεί ως ασπίδα απέναντι στον δημόσιο διάλογο. Όταν μπαίνεις στην πολιτική, αποδέχεσαι ότι κρίνεσαι — όχι για το τι έχασες, αλλά για το τι προτείνεις.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ο κίνδυνος της ματαιοδοξίας: όχι στο να θέλει να ακουστεί, αλλά στο να πιστέψει — έστω ασυνείδητα — ότι η φωνή της είναι από μόνη της αρκετή. Ότι η ηθική αφετηρία υποκαθιστά τη σαφή σκέψη. Ότι ο πόνος νομιμοποιεί τη σύγχυση.
Όμως κανένας πόνος και κανένα πένθος, δεν δίνει σε κανέναν το δικαίωμα να υιοθετεί αναπόδεικτες θεωρίες συνωμοσίας, που αποδείχτηκαν από πρόθεση ψέματα με σκοπό την παραπλάνηση του κοινού, που περιέργως είχαν εξυφανθεί από γνωστά επιχειρηματικά συμφέροντα, που αντιπολιτεύονται την κυβέρνηση.
Γιατί έτσι το πένθος μετατρέπεται σε εργαλείο χειραγώγησης και τα νεκρά παιδιά, σε όργανα εξυπηρέτησης άλλων σκοπιμοτήτων καθόλου σεβαστών.
Η κοινωνία δεν χρειάζεται άλλους «αδικημένους σωτήρες». Χρειάζεται θεσμούς, καθαρό λόγο, συλλογική ευθύνη. Και η δικαίωση των νεκρών δεν επιτυγχάνεται με κόμματα, αλλά με αλήθεια, λογοδοσία και αλλαγή δομών. Αν αυτά χαθούν μέσα σε προσωπικές φιλοδοξίες — έστω και καλοπροαίρετες — τότε ο αρχικός στόχος πράγματι χάνεται.
Η Μαρία Καρυστιανού αξίζει σεβασμό για τον πόνο της. Αλλά ο σεβασμός δεν σημαίνει σιωπή. Σημαίνει ακριβώς το αντίθετο: σοβαρό, ήσυχο, απαιτητικό διάλογο.
Το πένθος είναι ιερό. Η πολιτική όχι. Και όταν τα δύο μπερδεύονται, η κοινωνία οφείλει να μιλήσει — όχι για να πληγώσει, αλλά για να προστατεύσει και τα δύο.
Διαβάστε επίσης: