Σεμπαστιάν Λεκορνί: Ο άνθρωπος που καλείται να κρατήσει όρθια τη Γαλλία ενώ η εποχή Μακρόν κλονίζεται

Σεμπαστιάν Λεκορνί: Ο άνθρωπος που καλείται να κρατήσει όρθια τη Γαλλία ενώ η εποχή Μακρόν κλονίζεται

Σε μια Γαλλία που μοιάζει να έχει εξαντλήσει την υπομονή της απέναντι στην πολιτική εξουσία, ο Σεμπαστιάν Λεκορνί βρίσκεται αντιμέτωπος με μια αποστολή που κανείς δεν θα ζήλευε: να κυβερνήσει χωρίς ασφαλή πλειοψηφία, να επιβάλει δημοσιονομική πειθαρχία χωρίς να προκαλέσει κοινωνική έκρηξη και να διασώσει την πολιτική αξιοπιστία μιας προεδρίας που πλησιάζει στο τέλος της

Πίσω από τον χαμηλών τόνων πρωθυπουργό κρύβεται μια ιστορία φιλοδοξίας, επιβίωσης και εξουσίας, σε μια χώρα όπου οι κυβερνήσεις αλλάζουν, αλλά τα αδιέξοδα παραμένουν.

Η Γαλλία δεν εξεγείρεται μόνο στους δρόμους. Εξεγείρεται απέναντι στην ίδια την εξουσία

Υπάρχει κάτι σχεδόν θεατρικό στον τρόπο με τον οποίο η Γαλλία αντιμετωπίζει τις πολιτικές της κρίσεις, σαν να επιστρέφει κάθε φορά σε μια παλιά, ανεξόφλητη διαμάχη ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία, ανάμεσα στην επιθυμία για σταθερότητα και στην ακατανίκητη ανάγκη της να αμφισβητεί εκείνους που τη διοικούν. Στους δρόμους του Παρισιού, εκεί όπου η Ιστορία έχει γραφτεί πολλές φορές με συνθήματα, οδοφράγματα και πολιτικές ανατροπές, η δυσαρέσκεια δεν αποτελεί ποτέ απλώς μια αντίδραση σε μια κυβερνητική απόφαση, αλλά συχνά μετατρέπεται σε μια συνολική αμφισβήτηση του δικαιώματος της εξουσίας να αποφασίζει χωρίς να ακούει.

Οι πρόσφατες κινητοποιήσεις και η ένταση που περιγράφεται ότι κορυφώθηκε στις 17 Οκτωβρίου προσφέρουν ένα ακόμη επεισόδιο σε αυτή τη μακρά παράδοση πολιτικής αντιπαράθεσης, αν και η ακριβής έκταση των επεισοδίων και ο απολογισμός τους χρειάζονται ανεξάρτητη επιβεβαίωση. Το ουσιαστικότερο, πάντως, πρόβλημα για τη γαλλική κυβέρνηση δεν βρίσκεται μόνο στον αριθμό των διαδηλωτών ή στην ένταση των συνθημάτων, αλλά στο γεγονός ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια συναντά μια ήδη βαθιά πολιτική αστάθεια, δημιουργώντας ένα περιβάλλον στο οποίο ακόμη και μια συνηθισμένη κυβερνητική απόφαση μπορεί να εξελιχθεί σε δοκιμασία επιβίωσης.

Στο κέντρο αυτής της αβεβαιότητας βρίσκεται ο Σεμπαστιάν Λεκορνί, ένας πολιτικός που δεν οικοδόμησε τη δημόσια παρουσία του πάνω στις μεγάλες ρητορικές εξάρσεις, ούτε διεκδίκησε τον ρόλο του λαϊκού ηγέτη που θα συγκινήσει τα πλήθη, αλλά επένδυσε στην πειθαρχία, στη γνώση των κρατικών μηχανισμών και στην ικανότητα να κινείται μέσα στις συχνά αθέατες διαδρομές της γαλλικής εξουσίας.

Μόνο που η εποχή στην οποία καλείται να κυβερνήσει δεν φαίνεται να ανταμείβει πλέον τους καλούς διαχειριστές.

Απαιτεί πολιτικούς που μπορούν να πείσουν μια κοινωνία η οποία έχει αρχίσει να δυσπιστεί ακόμη και απέναντι στις πιο λογικές εξηγήσεις.

Και αυτή ίσως είναι η μεγαλύτερη δυσκολία του.

Ένας άνθρωπος που έμαθε την πολιτική πριν μάθει να κυβερνά

Ο Σεμπαστιάν Λεκορνί γεννήθηκε στις 11 Ιουνίου 1986, στο Ομπόν της Γαλλίας, και ανήκει σε εκείνη τη γενιά πολιτικών που ενηλικιώθηκε μέσα σε μια Ευρώπη η οποία εξακολουθούσε να πιστεύει ότι η οικονομική ολοκλήρωση, η τεχνολογική πρόοδος και η θεσμική σταθερότητα θα μπορούσαν να εγγυηθούν ένα σχετικά προβλέψιμο μέλλον.

Η πολιτική τον προσέλκυσε από νεαρή ηλικία, όχι ως μια ξαφνική ανακάλυψη ή ως αποτέλεσμα μιας προσωπικής κρίσης, αλλά ως ένα πεδίο στο οποίο μπορούσε να εξελιχθεί μεθοδικά, δημιουργώντας σχέσεις, κατανοώντας τις ισορροπίες και αποκτώντας σταδιακά πρόσβαση στους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων.

Ξεκίνησε από τη γαλλική κεντροδεξιά, δραστηριοποιήθηκε στην τοπική αυτοδιοίκηση και το 2014 εξελέγη δήμαρχος του Βερνόν, αποκτώντας εμπειρία σε ένα επίπεδο πολιτικής όπου οι μεγάλες ιδεολογικές διακηρύξεις δοκιμάζονται καθημερινά από πολύ συγκεκριμένα προβλήματα, από τις δημόσιες υπηρεσίες και τις τοπικές υποδομές μέχρι τη διαχείριση περιορισμένων οικονομικών πόρων.

Η διαδρομή του δεν είχε την εντυπωσιακή δημοσιότητα άλλων πολιτικών προσώπων της γενιάς του, αλλά διέθετε ένα χαρακτηριστικό που αποδεικνύεται συχνά ιδιαίτερα χρήσιμο στη γαλλική πολιτική: τη σταδιακή συγκέντρωση εμπειρίας χωρίς την ανάγκη συνεχούς προσωπικής προβολής.

Όταν ο Εμανουέλ Μακρόν αναδείχθηκε στην προεδρία το 2017, υποσχόμενος να υπερβεί τις παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά, ο Λεκορνί συγκαταλέχθηκε στα στελέχη της κεντροδεξιάς που επέλεξαν να συμμετάσχουν στο νέο πολιτικό εγχείρημα.

Η απόφαση αυτή θα καθόριζε την επόμενη δεκαετία της ζωής του.

Από υφυπουργός και υπουργός με διαφορετικές αρμοδιότητες μέχρι επικεφαλής του υπουργείου Ενόπλων Δυνάμεων, ο Λεκορνί εξελίχθηκε σε έναν από τους πολιτικούς που γνώρισαν από κοντά τον τρόπο λειτουργίας της προεδρίας Μακρόν, τις φιλοδοξίες της, τις εσωτερικές της αντιφάσεις και, τελικά, τα όρια της πολιτικής της επιρροής.

Δεν υπήρξε ο πολιτικός που θα αμφισβητούσε δημόσια τον πρόεδρο για να δημιουργήσει έναν προσωπικό μύθο ανεξαρτησίας.

Υπήρξε περισσότερο ο άνθρωπος που μπορούσε να αναλάβει μια δύσκολη αποστολή και να την εκτελέσει χωρίς να μετατρέψει κάθε κυβερνητική σύσκεψη σε δημόσιο θέαμα.

Αυτό που κάποτε αποτελούσε σημαντικό πλεονέκτημα, σήμερα ενδέχεται να λειτουργεί και ως πολιτικό βάρος.

Διότι όταν μια προεδρία φθείρεται, η εγγύτητα προς τον πρόεδρο παύει να αποτελεί αποκλειστικά διαπιστευτήριο εμπιστοσύνης και μετατρέπεται σε υπενθύμιση πολιτικής συνευθύνης.

Ο Μακρόν και οι άνθρωποι που έμαθαν να ζουν στη σκιά του

Για να κατανοήσει κανείς τη σημερινή θέση του Λεκορνί, πρέπει πρώτα να κατανοήσει τη φύση της εξουσίας που οικοδόμησε ο Εμανουέλ Μακρόν.

Όταν εξελέγη πρόεδρος το 2017, ο Μακρόν εμφανίστηκε ως η απάντηση σε ένα πολιτικό σύστημα που έμοιαζε κουρασμένο από τις ίδιες αντιπαραθέσεις, τις ίδιες κομματικές ταυτότητες και τις ίδιες υποσχέσεις που επαναλαμβάνονταν χωρίς να πείθουν.

Νέος, ευρωπαϊστής, με τεχνοκρατική κατάρτιση και μια σχεδόν επιδεικτική αυτοπεποίθηση, επιχείρησε να παρουσιάσει την πολιτική όχι ως μια διαρκή σύγκρουση ιδεολογιών, αλλά ως μια διαδικασία μεταρρύθμισης που θα μπορούσε να ξεπεράσει τις παραδοσιακές αντιθέσεις.

Στην αρχή, η υπόσχεση αυτή λειτούργησε.

Η Γαλλία έμοιαζε να αναζητά μια νέα γλώσσα εξουσίας και ο Μακρόν εμφανιζόταν ικανός να την προσφέρει.

Ωστόσο, όσο περνούσαν τα χρόνια, οι κοινωνικές αντιδράσεις, οι συγκρούσεις γύρω από τις μεταρρυθμίσεις, η αμφισβήτηση του τρόπου άσκησης της προεδρικής εξουσίας και η σταδιακή αποδυνάμωση της κοινοβουλευτικής του βάσης άρχισαν να αποκαλύπτουν μια ουσιαστική αντίφαση.

Ένας πρόεδρος μπορεί να διαθέτει ισχυρές θεσμικές αρμοδιότητες και ταυτόχρονα να δυσκολεύεται ολοένα περισσότερο να εξασφαλίσει πολιτική συναίνεση.

Η κρίση έγινε εντονότερη μετά τις πρόωρες βουλευτικές εκλογές του 2024, όταν η γαλλική Εθνοσυνέλευση διαμορφώθηκε χωρίς σαφή απόλυτη πλειοψηφία, καθιστώντας την κυβερνητική σταθερότητα εξαρτημένη από εύθραυστες κοινοβουλευτικές ισορροπίες.

Από εκείνη τη στιγμή, το πρόβλημα δεν ήταν πλέον μόνο ποιος θα κυβερνούσε τη Γαλλία.

Ήταν πώς θα μπορούσε οποιοσδήποτε να κυβερνήσει αποτελεσματικά χωρίς να διαθέτει την πολιτική δύναμη που απαιτείται για να εφαρμόσει το πρόγραμμά του.

Ο Λεκορνί κληρονόμησε ακριβώς αυτή την αντίφαση.

Και μαζί της κληρονόμησε κάτι ακόμη πιο δύσκολο: την ανάγκη να υπερασπιστεί μια κυβερνητική συνέχεια σε μια κοινωνία που δείχνει ολοένα λιγότερο πρόθυμη να αποδεχθεί τη συνέχεια ως αυτονόητη αξία.

Ο πρωθυπουργός μιας χώρας που δεν συμφωνεί ούτε για το πρόβλημά της

Η Γαλλία αντιμετωπίζει μια σειρά από οικονομικές και κοινωνικές προκλήσεις που δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά σε έναν πρόεδρο ή σε μία κυβέρνηση.

Το δημόσιο χρέος, τα δημοσιονομικά ελλείμματα, η ανάγκη χρηματοδότησης των δημόσιων υπηρεσιών, οι πιέσεις στην αγοραστική δύναμη και η δυσκολία εξισορρόπησης των κοινωνικών προσδοκιών με τις οικονομικές δυνατότητες του κράτους δημιουργούν ένα σύνθετο περιβάλλον, μέσα στο οποίο κάθε πολιτική επιλογή συνοδεύεται από σημαντικό κόστος.

Η ανάγκη περιορισμού των ελλειμμάτων μπορεί να θεωρείται επιβεβλημένη από οικονομική άποψη, αλλά για έναν πολίτη που αντιμετωπίζει αυξημένες καθημερινές δαπάνες, η δημοσιονομική πειθαρχία συχνά μεταφράζεται σε μια ακόμη απαίτηση να περιορίσει τις δικές του ανάγκες.

Και εδώ βρίσκεται μία από τις βαθύτερες αντιφάσεις της σύγχρονης ευρωπαϊκής πολιτικής.

Οι κυβερνήσεις μιλούν για αριθμούς, ενώ οι κοινωνίες μιλούν για ζωές.

Οι υπουργοί Οικονομικών αναφέρονται σε ποσοστά ελλειμμάτων, ενώ οι οικογένειες αναρωτιούνται αν μπορούν να ανταποκριθούν στο κόστος της κατοικίας, της ενέργειας και της καθημερινότητας.

Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί ζητούν σταθερότητα, αλλά οι πολίτες δεν είναι πάντοτε διατεθειμένοι να θεωρήσουν τη σταθερότητα επαρκή απάντηση στην ανασφάλειά τους.

Ο Λεκορνί βρίσκεται ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κόσμους.

Από τη μία πλευρά, οφείλει να διατηρήσει την αξιοπιστία της Γαλλίας απέναντι στους ευρωπαϊκούς εταίρους, στις αγορές και στους διεθνείς θεσμούς.

Από την άλλη, πρέπει να πείσει μια κοινωνία με ισχυρή παράδοση κοινωνικών διεκδικήσεων ότι η δημοσιονομική υπευθυνότητα δεν αποτελεί έναν διαφορετικό τρόπο να της ζητείται να πληρώσει τον λογαριασμό.

Το πρόβλημα είναι ότι η εμπιστοσύνη δεν μπορεί να επιβληθεί με νομοθετικές διαδικασίες.

Ούτε δημιουργείται επειδή ένας πρωθυπουργός παρουσιάζει ένα οικονομικά συνεκτικό σχέδιο.

Η εμπιστοσύνη απαιτεί κάτι περισσότερο από τεχνοκρατική επάρκεια.

Απαιτεί την πεποίθηση ότι εκείνοι που κυβερνούν κατανοούν τις συνέπειες των αποφάσεών τους στη ζωή των ανθρώπων.

Η πολιτική τέχνη του να επιβιώνεις χωρίς πλειοψηφία

Σε ένα κοινοβουλευτικό σύστημα, η απουσία απόλυτης πλειοψηφίας δεν αποτελεί από μόνη της θεσμική ανωμαλία.

Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, οι κυβερνήσεις συνεργασίας αποτελούν συνηθισμένη πραγματικότητα, ενώ οι πολιτικοί συμβιβασμοί αντιμετωπίζονται ως αναγκαίο στοιχείο της δημοκρατικής λειτουργίας.

Στη Γαλλία, ωστόσο, η Πέμπτη Δημοκρατία οικοδομήθηκε γύρω από την ιδέα μιας ισχυρής εκτελεστικής εξουσίας, με τον πρόεδρο να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο και την κυβερνητική αποτελεσματικότητα να συνδέεται παραδοσιακά με τη δυνατότητα συγκρότησης σταθερής κοινοβουλευτικής στήριξης.

Η σημερινή κατακερματισμένη Εθνοσυνέλευση έχει περιορίσει αυτή τη δυνατότητα.

Κάθε σημαντική νομοθετική πρωτοβουλία απαιτεί διαπραγματεύσεις, υποχωρήσεις και την αναζήτηση συμμαχιών που συχνά αποδεικνύονται προσωρινές.

Ο πρωθυπουργός δεν αρκεί πλέον να παρουσιάζει μια πολιτική.

Πρέπει να εξασφαλίζει ότι υπάρχουν αρκετοί βουλευτές διατεθειμένοι να την ανεχθούν, ακόμη και όταν δεν επιθυμούν να την υποστηρίξουν.

Αυτή η διαφορά είναι καθοριστική.

Διότι άλλο πράγμα είναι να κυβερνάς με τη θετική εμπιστοσύνη μιας πλειοψηφίας και άλλο να παραμένεις στην εξουσία επειδή οι αντίπαλοί σου δεν έχουν ακόμη συμφωνήσει να σε ανατρέψουν.

Στη δεύτερη περίπτωση, η κυβερνητική επιβίωση κινδυνεύει να μετατραπεί σε αυτοσκοπό.

Και όταν η πολιτική εξαντλείται στην προσπάθεια διατήρησης της εξουσίας, η δυνατότητα να σχεδιάσει το μέλλον περιορίζεται δραματικά.

Ο Λεκορνί καλείται, επομένως, να αποδείξει ότι μπορεί να κάνει κάτι περισσότερο από το να παραμείνει πρωθυπουργός.

Πρέπει να αποδείξει ότι η παραμονή του έχει πολιτικό περιεχόμενο.

Η μεγάλη αντίφαση της γαλλικής εξουσίας

Υπάρχει μια σχεδόν παράδοξη πλευρά στη σημερινή πολιτική κατάσταση της Γαλλίας.

Η χώρα διαθέτει έναν από τους ισχυρότερους προεδρικούς θεσμούς της Ευρώπης, αλλά η εκτελεστική της εξουσία βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρούς περιορισμούς στην πρακτική εφαρμογή της πολιτικής της.

Διαθέτει μια διοίκηση με μεγάλη ιστορική συνέχεια, αλλά η κοινωνία εμφανίζεται συχνά βαθιά δύσπιστη απέναντι στις αποφάσεις που λαμβάνονται στο όνομά της.

Διαθέτει οικονομική, στρατιωτική και διπλωματική ισχύ, αλλά δυσκολεύεται να διαμορφώσει ένα εσωτερικό πολιτικό περιβάλλον σταθερότητας.

Αυτή η αντίφαση δεν αφορά αποκλειστικά τη Γαλλία.

Αντανακλά μια ευρύτερη ευρωπαϊκή κρίση εκπροσώπησης, στην οποία οι πολίτες εξακολουθούν να ζητούν αποτελεσματικό κράτος, αλλά εμπιστεύονται ολοένα λιγότερο τους ανθρώπους που αναλαμβάνουν να το διοικήσουν.

Η πολιτική εξουσία διαθέτει περισσότερα τεχνολογικά εργαλεία, περισσότερα δεδομένα και μεγαλύτερη δυνατότητα παρακολούθησης των οικονομικών εξελίξεων από οποιαδήποτε προηγούμενη εποχή.

Κι όμως, συχνά δυσκολεύεται να απαντήσει σε ένα πολύ απλό ερώτημα.

Γιατί τόσοι άνθρωποι αισθάνονται ότι το μέλλον τους γίνεται πιο αβέβαιο, ακόμη και όταν οι κυβερνήσεις τους διαβεβαιώνουν ότι οι μεταρρυθμίσεις είναι αναγκαίες;

Ο Λεκορνί δεν δημιούργησε αυτή την αντίφαση.

Αλλά καλείται να κυβερνήσει μέσα σε αυτήν.

Το τέλος του μακρονισμού ή η αρχή μιας νέας πολιτικής εποχής;

Ο Εμανουέλ Μακρόν δεν μπορεί να διεκδικήσει τρίτη συνεχόμενη προεδρική θητεία το 2027, γεγονός που καθιστά την πολιτική διαδοχή ένα από τα κεντρικά ζητήματα της γαλλικής δημόσιας ζωής.

Ωστόσο, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα τον διαδεχθεί.

Είναι τι θα απομείνει από το πολιτικό εγχείρημα που δημιούργησε.

Ο μακρονισμός στηρίχθηκε στην υπόσχεση υπέρβασης των παραδοσιακών πολιτικών διαιρέσεων, στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, στις οικονομικές μεταρρυθμίσεις και στην πεποίθηση ότι μια νέα πολιτική γενιά θα μπορούσε να ανανεώσει τους θεσμούς χωρίς να τους ανατρέψει.

Σχεδόν μία δεκαετία αργότερα, η Γαλλία βρίσκεται μπροστά σε ένα διαφορετικό τοπίο.

Η Ακροδεξιά έχει ενισχύσει σημαντικά την εκλογική της παρουσία, η Αριστερά αντιμετωπίζει τις δικές της εσωτερικές αντιφάσεις και ο κεντρώος χώρος αναζητά τον τρόπο με τον οποίο θα συνεχίσει να υπάρχει πολιτικά μετά τον άνθρωπο που αποτέλεσε το ενοποιητικό του πρόσωπο.

Ο Λεκορνί βρίσκεται στην πιο δύσκολη ίσως θέση αυτής της μετάβασης.

Δεν είναι ο πρόεδρος που δημιούργησε το πολιτικό εγχείρημα.

Δεν είναι απαραίτητα εκείνος που θα το κληρονομήσει.

Είναι, όμως, ο άνθρωπος που καλείται να το διαχειριστεί την ώρα που η συνοχή του δοκιμάζεται.

Και η Ιστορία δεν αντιμετωπίζει πάντοτε με επιείκεια εκείνους που αναλαμβάνουν να διατηρήσουν όρθιο ένα πολιτικό οικοδόμημα όταν τα θεμέλιά του έχουν ήδη αρχίσει να αμφισβητούνται.

Ο άνθρωπος της άμυνας μπροστά σε μια διαφορετική μάχη

Η προηγούμενη θητεία του Λεκορνί στο υπουργείο Ενόπλων Δυνάμεων αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν εξεταστεί σε σχέση με τη σημερινή του αποστολή.

Ως υπουργός Άμυνας, είχε να αντιμετωπίσει ζητήματα στρατιωτικού σχεδιασμού, εξοπλιστικών προγραμμάτων, ευρωπαϊκής ασφάλειας και στρατηγικής προσαρμογής σε ένα διεθνές περιβάλλον που μεταβαλλόταν ραγδαία μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Σε εκείνο το πεδίο, η πειθαρχία, η ιεραρχία και η μακροπρόθεσμη στρατηγική αποτελούν βασικά εργαλεία.

Στην εσωτερική πολιτική, όμως, οι ίδιοι κανόνες δεν λειτουργούν πάντοτε με την ίδια αποτελεσματικότητα.

Μια κοινωνία δεν διοικείται όπως ένας στρατιωτικός οργανισμός.

Δεν αρκεί να γνωρίζει κανείς ποια απόφαση θεωρεί σωστή.

Πρέπει να μπορεί να εξηγήσει γιατί είναι αναγκαία, να ακούσει τις αντιρρήσεις και να αποδεχθεί ότι η δημοκρατική νομιμοποίηση δεν εξαντλείται στην τυπική δυνατότητα λήψης αποφάσεων.

Ο Λεκορνί γνωρίζει την κρατική μηχανή.

Το ερώτημα είναι αν μπορεί να αποκαταστήσει την επικοινωνία ανάμεσα στη μηχανή αυτή και σε μια κοινωνία που αισθάνεται ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται ολοένα πιο μακριά από την καθημερινότητά της.

Η Γαλλία που φοβάται την παρακμή και θυμάται το μεγαλείο της

Για να κατανοήσει κανείς τη σημερινή πολιτική νευρικότητα της Γαλλίας, πρέπει να θυμηθεί ότι πρόκειται για μια χώρα με εξαιρετικά ισχυρή ιστορική συνείδηση.

Η Γαλλία δεν αντιμετωπίζει τον εαυτό της απλώς ως μία ακόμη ευρωπαϊκή οικονομία.

Είναι η χώρα της Γαλλικής Επανάστασης, του Διαφωτισμού, της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, της γκωλικής παράδοσης και μιας εξωτερικής πολιτικής που επί δεκαετίες επιδίωκε να διατηρεί ιδιαίτερο διεθνές βάρος.

Αυτή η ιστορική αυτοαντίληψη δημιουργεί υψηλές προσδοκίες.

Οι Γάλλοι δεν ζητούν μόνο οικονομική ανάπτυξη ή αποτελεσματική διοίκηση.

Συχνά ζητούν από το κράτος να ανταποκρίνεται σε μια συγκεκριμένη ιδέα εθνικού μεγαλείου, κοινωνικής προστασίας και πολιτικής ανεξαρτησίας.

Όταν η καθημερινή πραγματικότητα μοιάζει να απομακρύνεται από αυτή την ιδέα, η απογοήτευση αποκτά διαστάσεις μεγαλύτερες από τα επιμέρους προβλήματα που την προκαλούν.

Η συζήτηση για τα δημοσιονομικά ελλείμματα γίνεται συζήτηση για την εθνική παρακμή.

Η αντιπαράθεση για μια κοινωνική μεταρρύθμιση μετατρέπεται σε σύγκρουση για την ταυτότητα της Δημοκρατίας.

Και η αδυναμία σχηματισμού σταθερής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας αντιμετωπίζεται ως σύμπτωμα μιας βαθύτερης κρίσης του πολιτικού συστήματος.

Ο Λεκορνί δεν καλείται, επομένως, να διαχειριστεί μόνο οικονομικά μεγέθη.

Καλείται να κυβερνήσει μια χώρα που δυσκολεύεται να συμφιλιώσει τη μνήμη της ισχύος της με την πραγματικότητα των σύγχρονων περιορισμών.

Η εξουσία δεν χάνεται πάντα με μια εκλογική ήττα

Υπάρχει ένας τρόπος με τον οποίο οι κυβερνήσεις χάνουν σταδιακά την πολιτική τους επιρροή, ακόμη και όταν εξακολουθούν να ασκούν κανονικά τις θεσμικές τους αρμοδιότητες.

Δεν πρόκειται απαραίτητα για μια ξαφνική κατάρρευση.

Είναι μια αργή διαδικασία κατά την οποία κάθε νέα απόφαση συναντά μεγαλύτερη καχυποψία, κάθε εξαγγελία προκαλεί περισσότερες αντιρρήσεις και κάθε προσπάθεια εξήγησης μοιάζει να φτάνει σε ένα κοινό που έχει ήδη αποφασίσει ότι δεν πρόκειται να πειστεί.

Η πολιτική φθορά δεν μετριέται μόνο στις δημοσκοπήσεις.

Μετριέται και στην απώλεια της δυνατότητας μιας κυβέρνησης να ορίζει την ατζέντα της δημόσιας συζήτησης.

Όταν μια κυβέρνηση αναγκάζεται διαρκώς να απαντά στις κρίσεις αντί να προωθεί τις επιλογές της, η πολιτική πρωτοβουλία μεταφέρεται σταδιακά αλλού.

Στην αντιπολίτευση.

Στους δρόμους.

Στις κοινωνικές οργανώσεις.

Στα μέσα ενημέρωσης.

Ή ακόμη και στις εσωτερικές αντιπαραθέσεις του ίδιου του κυβερνητικού στρατοπέδου.

Ο Λεκορνί γνωρίζει ότι δεν αρκεί να αποφύγει μια κοινοβουλευτική ήττα.

Πρέπει να αποτρέψει και τη μετατροπή της κυβέρνησής του σε έναν μηχανισμό διαρκούς διαχείρισης κρίσεων.

Διότι μια κυβέρνηση μπορεί να επιβιώνει πολιτικά και ταυτόχρονα να χάνει την ικανότητα να κυβερνά ουσιαστικά.

Και αυτή είναι ίσως η πιο επικίνδυνη μορφή φθοράς.

Η μοναξιά του πρωθυπουργού λίγο πριν από το τέλος μιας εποχής

Στην πολιτική, η κορυφή της εξουσίας δεν αποτελεί πάντοτε τόπο θριάμβου.

Μερικές φορές είναι το σημείο όπου συγκεντρώνονται όλες οι αντιφάσεις ενός συστήματος που δεν μπορεί πλέον να κρύψει τις αδυναμίες του.

Ο Σεμπαστιάν Λεκορνί βρίσκεται σήμερα σε μια τέτοια θέση.

Έχει την ευθύνη της κυβέρνησης, αλλά όχι την άνεση μιας σταθερής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Έχει την εμπιστοσύνη του προέδρου, αλλά η ίδια αυτή σχέση τον συνδέει με μια πολιτική εποχή που πλησιάζει στο τέλος της.

Διαθέτει εμπειρία στη διαχείριση δύσκολων κρατικών υποθέσεων, αλλά καλείται να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα που δεν μπορεί να λυθεί αποκλειστικά με διοικητικές δεξιότητες.

Την απώλεια πολιτικής εμπιστοσύνης.

Ίσως το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν να θεωρήσει κανείς ότι η σημερινή κρίση μπορεί να αντιμετωπιστεί απλώς με μια αλλαγή προσώπων ή με μια ακόμη κυβερνητική αναδιάταξη.

Η Γαλλία δεν αντιμετωπίζει μόνο μια κρίση κυβερνητικής αριθμητικής.

Αντιμετωπίζει μια βαθύτερη σύγκρουση ανάμεσα στις προσδοκίες της κοινωνίας και στις δυνατότητες του πολιτικού συστήματος να τις ικανοποιήσει.

Και όσο αυτή η σύγκρουση παραμένει άλυτη, κάθε πρωθυπουργός κινδυνεύει να ανακαλύψει ότι η εξουσία είναι πολύ λιγότερο ισχυρή από όσο φαίνεται όταν την παρατηρεί κανείς από απόσταση.

Μπορεί ένας άνθρωπος να κρατήσει όρθια μια ολόκληρη πολιτική εποχή;

Ο Σεμπαστιάν Λεκορνί δεν είναι ο πολιτικός που εμφανίστηκε για να υποσχεθεί μια νέα Γαλλία.

Είναι ο πολιτικός που καλείται να διαχειριστεί τη Γαλλία όπως διαμορφώθηκε ύστερα από σχεδόν δέκα χρόνια προεδρίας Μακρόν, με τις μεταρρυθμίσεις της, τις επιτυχίες της, τις απογοητεύσεις της και τις κοινωνικές αντιφάσεις που εξακολουθούν να την ταλανίζουν.

Αυτό δεν είναι απαραίτητα λιγότερο δύσκολο από το να δημιουργήσει κανείς ένα νέο πολιτικό κίνημα.

Ίσως είναι δυσκολότερο.

Διότι ο πολιτικός που υπόσχεται την αλλαγή μπορεί να στηριχθεί στην ελπίδα.

Εκείνος που αναλαμβάνει να διαχειριστεί τη φθορά πρέπει να στηριχθεί στην εμπιστοσύνη που έχει απομείνει.

Και στη σημερινή Γαλλία, αυτή η εμπιστοσύνη μοιάζει να αποτελεί ένα από τα πιο δυσεύρετα πολιτικά αγαθά.

Το 2027 πλησιάζει και μαζί του η αναπόφευκτη συζήτηση για την επόμενη ημέρα της γαλλικής Δημοκρατίας.

Οι πολιτικές φιλοδοξίες πολλαπλασιάζονται, οι συμμαχίες δοκιμάζονται και τα κόμματα προετοιμάζονται για μια αναμέτρηση που θα καθορίσει όχι μόνο το πρόσωπο του επόμενου προέδρου, αλλά και την κατεύθυνση μιας χώρας με καθοριστικό ρόλο στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Μέχρι τότε, ο Λεκορνί θα πρέπει να αποδείξει ότι η κυβέρνηση μπορεί να παράγει αποτελέσματα ακόμη και όταν η πολιτική συναίνεση είναι περιορισμένη.

Θα πρέπει να πείσει ότι η δημοσιονομική υπευθυνότητα μπορεί να συνυπάρξει με την κοινωνική δικαιοσύνη και ότι η ανάγκη σταθερότητας δεν αποτελεί πρόσχημα για την αποφυγή των αναγκαίων πολιτικών συζητήσεων.

Κυρίως, όμως, θα πρέπει να αντιμετωπίσει μια αλήθεια που η γαλλική πολιτική ελίτ δυσκολεύεται συχνά να αποδεχθεί.

Οι κοινωνίες δεν εξεγείρονται πάντοτε επειδή αρνούνται τις μεταρρυθμίσεις. Μερικές φορές εξεγείρονται επειδή έχουν πάψει να πιστεύουν εκείνους που τις προτείνουν.

Και αυτή είναι μια κρίση που δεν αντιμετωπίζεται με έναν καλύτερο προϋπολογισμό, μια πιο προσεκτική δήλωση ή μια ακόμη αλλαγή υπουργών.

Απαιτεί την αποκατάσταση μιας σχέσης ανάμεσα στην εξουσία και στους πολίτες, η οποία έχει φθαρεί από τις συνεχείς υποσχέσεις, τις διαψεύσεις και την αίσθηση ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται από ανθρώπους που δεν βιώνουν τις συνέπειές τους.

Στο Παρίσι, οι κυβερνήσεις μπορεί να αλλάζουν πίσω από τις επιβλητικές προσόψεις των υπουργείων και των προεδρικών μεγάρων, αλλά η κοινωνία εξακολουθεί να θέτει το ίδιο ερώτημα: ποιος κυβερνά πραγματικά και για λογαριασμό ποιου;

Ο Σεμπαστιάν Λεκορνί καλείται να δώσει μια απάντηση πριν από τις επόμενες προεδρικές εκλογές.

Όχι επειδή μπορεί μόνος του να σώσει μια ολόκληρη πολιτική εποχή.

Αλλά επειδή, προς το παρόν, είναι εκείνος που έχει αναλάβει να διαχειριστεί τις συνέπειες της φθοράς της.

Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη ειρωνεία της γαλλικής πολιτικής: ο άνθρωπος που καλείται να κρατήσει όρθιο το οικοδόμημα της εποχής Μακρόν πρέπει πρώτα να αποδείξει ότι μπορεί να κυβερνήσει χωρίς να στηρίζεται αποκλειστικά στον άνθρωπο που το δημιούργησε.

Σχετικά άρθρα