Το “Διάβολος Φοράει Prada 2” ξεγυμνώνει τη σήψη της εποχής: τα clicks, τις πισώπλατες μαχαιριές και τους λίγους ανθρώπους που μένουν ακόμα πιστοί

Το “Διάβολος Φοράει Prada 2” ξεγυμνώνει τη σήψη της εποχής: τα clicks, τις πισώπλατες μαχαιριές και τους λίγους ανθρώπους που μένουν ακόμα πιστοί

Μέσα σε έναν κόσμο που μετρά αριθμούς, views και εντυπώσεις, η πιο πολυσυζητημένη ταινία της χρονιάς μιλά για κάτι σχεδόν ξεχασμένο: τον σεβασμό, την αξιοπρέπεια και τους ανθρώπους που δεν “πουλάνε” τους άλλους για να ανέβουν

Υπήρχε μια εποχή όπου το The Devil Wears Prada θεωρούνταν απλώς μια έξυπνη, καυστική ταινία γύρω από τον κόσμο της μόδας, της εξουσίας και των glossy περιοδικών. Οι περισσότεροι θυμούνταν τα ακριβά ρούχα, τη θρυλική παρουσία της Meryl Streep ως Μιράντα Πρίσλεϊ και την αμήχανη αλλά φιλόδοξη Άντυ της Anne Hathaway. Θυμούνταν τις ατάκες, τα βλέμματα, τη λάμψη, την ψυχρότητα, την εμμονή με την τελειότητα.

Όμως το δεύτερο κεφάλαιο της ιστορίας έρχεται σε μια εντελώς διαφορετική εποχή. Και ίσως γι’ αυτό η ταινία δεν μοιάζει πια με μια ιστορία για τη μόδα. Μοιάζει με καθρέφτη της κοινωνίας που ζούμε.

Γιατί σήμερα δεν ζούμε απλώς σε μια εποχή εικόνας. Ζούμε σε μια εποχή όπου η εικόνα έχει νικήσει σχεδόν ολοκληρωτικά την ουσία.

Και το The Devil Wears Prada 2 χτυπά ακριβώς εκεί.

Πίσω από τις πολυτελείς αίθουσες σύνταξης, τα designer παλτό, τις ακριβές τσάντες και τα τέλεια φωτισμένα γραφεία, η ταινία περιγράφει έναν κόσμο που καταρρέει ηθικά. Έναν κόσμο όπου τα media, οι επιχειρήσεις, η μόδα, ακόμα και οι ανθρώπινες σχέσεις λειτουργούν πλέον με βάση αριθμούς, clicks, προβολές και δημόσια εικόνα, αφήνοντας στην άκρη κάτι που κάποτε θεωρούνταν αυτονόητο: την ποιότητα, την εμπειρία, τον σεβασμό και την ακεραιότητα.

Και ίσως γι’ αυτό άγγιξε τόσο πολύ το κοινό.

Γιατί κάτω από τη χολιγουντιανή της επιφάνεια, η ταινία λέει κάτι εξαιρετικά άβολο:

ότι οι πιο επικίνδυνοι άνθρωποι σήμερα δεν είναι απαραίτητα οι αυστηροί ή οι απαιτητικοί. Είναι συχνά εκείνοι που χαμογελούν περισσότερο, που μιλούν για “ομαδικότητα” και “στήριξη”, ενώ την ίδια στιγμή είναι πρόθυμοι να καταστρέψουν οποιονδήποτε στέκεται μπροστά στην προσωπική τους ανέλιξη.

Από την εποχή των περιοδικών κύρους στην εποχή των αλγορίθμων

Η πρώτη ταινία είχε γυριστεί σε μια εποχή όπου τα περιοδικά μόδας διαμόρφωναν πολιτισμό. Ένα εξώφυλλο μπορούσε να αλλάξει καριέρες. Ένα editorial μπορούσε να επηρεάσει τάσεις σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι αρχισυντάκτες είχαν δύναμη, αλλά μαζί με αυτή τη δύναμη υπήρχε και μια βαριά αίσθηση ευθύνης, αισθητικής και γνώσης.

Στο sequel όμως όλα αυτά μοιάζουν σχεδόν ξεπερασμένα.

Το περιοδικό Runway παρουσιάζεται σαν ένας οργανισμός που παλεύει να επιβιώσει μέσα σε έναν ψηφιακό κόσμο όπου οι αποφάσεις δεν παίρνονται πλέον από ανθρώπους με εμπειρία, αλλά από dashboards, analytics και αριθμούς engagement. Οι νέοι ιδιοκτήτες, οι επενδυτές και οι digital managers δεν ενδιαφέρονται πραγματικά για το αν ένα θέμα έχει ποιότητα, αν είναι καλογραμμένο, αν έχει ουσία ή αν απευθύνεται σε ένα απαιτητικό κοινό.

Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι αν “τραβάει”.

Αν θα γίνει viral, αν θα φέρει traffic, αν θα παράξει clicks.

Και αυτή είναι ίσως η πιο σκληρή αλλά και πιο αληθινή διαπίστωση της ταινίας: σήμερα σε μεγάλο μέρος του διαδικτύου δεν μετράει ποιος σε διαβάζει. Μετράει μόνο πόσοι πάτησαν πάνω στον τίτλο σου.

Η ποιότητα αντικαταστάθηκε από την ταχύτητα.

Η ουσία αντικαταστάθηκε από την πρόκληση.

Η αισθητική αντικαταστάθηκε από τον θόρυβο.

Και μέσα σε αυτό το νέο σύστημα, άνθρωποι σαν τη Μιράντα Πρίσλεϊ μοιάζουν σχεδόν απολιθώματα μιας άλλης εποχής. Όχι επειδή δεν εξελίχθηκαν, αλλά επειδή συνεχίζουν να πιστεύουν ότι η δουλειά πρέπει να έχει βάθος, γνώση, ταυτότητα και επίπεδο.

Η ταινία δεν παρουσιάζει τη Μιράντα απλώς ως μια αυταρχική γυναίκα της μόδας. Την παρουσιάζει σαν το τελευταίο σύμβολο μιας κουλτούρας που χάνεται: της κουλτούρας των ανθρώπων που ήξεραν πραγματικά το αντικείμενό τους και απαιτούσαν σοβαρότητα από όσους εργάζονταν δίπλα τους.

Και αυτό σήμερα θεωρείται σχεδόν… ενοχλητικό.

Η εποχή όπου όλοι θέλουν να φαίνονται σημαντικοί χωρίς να έχουν χτίσει τίποτα

Ένα από τα πιο έξυπνα σημεία της ταινίας είναι ότι δεν κατακρίνει τη φιλοδοξία. Αντιθέτως, όλοι οι βασικοί χαρακτήρες είναι φιλόδοξοι. Η Μιράντα, η Άντυ, η Έμιλι — όλοι θέλουν να πετύχουν, να ξεχωρίσουν, να ανέβουν.

Το πρόβλημα όμως ξεκινά όταν η φιλοδοξία παύει να συνδέεται με την εξέλιξη και συνδέεται αποκλειστικά με την προσωπική προβολή.

Η ταινία δείχνει έναν κόσμο γεμάτο ανθρώπους που δεν θέλουν να μάθουν, να εξελιχθούν ή να σεβαστούν εκείνους που προηγήθηκαν. Θέλουν απλώς να πάρουν γρήγορα τη θέση τους.

Και αυτή είναι μια από τις μεγαλύτερες παθογένειες της σημερινής εποχής.

Πολλοί άνθρωποι δεν ενδιαφέρονται πια να αποκτήσουν πραγματική γνώση. Δεν θέλουν να περάσουν από δύσκολες φάσεις, να δουλέψουν αθόρυβα, να εξελιχθούν σταδιακά. Θέλουν απλώς να φαίνονται επιτυχημένοι. Να έχουν τίτλους. Να αποκτήσουν δημόσια εικόνα. Να δείχνουν ισχυροί.

Και γι’ αυτό συχνά αντιμετωπίζουν τους πιο έμπειρους ανθρώπους όχι ως πηγή γνώσης αλλά ως εμπόδιο που πρέπει να παραμεριστεί.

Το The Devil Wears Prada 2 περιγράφει ακριβώς αυτή τη μετάβαση: την αντικατάσταση της εμπειρίας από την επιθετική αυτοπροβολή.

Σε έναν τέτοιο κόσμο, οι σχέσεις γίνονται εύκολα συναλλαγές. Οι συνεργασίες μετατρέπονται σε προσωρινές συμμαχίες συμφέροντος. Οι άνθρωποι πλησιάζουν ο ένας τον άλλον όχι επειδή εκτιμούν ο ένας τον άλλον, αλλά επειδή αναρωτιούνται τι μπορούν να κερδίσουν.

Και κάπου εκεί αρχίζει η πραγματική μοναξιά της εξουσίας.

Οι πισώπλατες μαχαιριές ως “κανονικότητα”

Η ταινία περιγράφει με σχεδόν ανατριχιαστική ακρίβεια κάτι που συμβαίνει σήμερα σε πάρα πολλούς επαγγελματικούς χώρους: την κανονικοποίηση της προδοσίας.

Άνθρωποι που εμφανίζονται ως φίλοι αλλά λειτουργούν ανταγωνιστικά.

Συνεργάτες που μεταφέρουν πληροφορίες για προσωπικό όφελος.

Συνάδελφοι που υπονομεύουν σιωπηλά ο ένας τον άλλον.

Άτομα που χαμογελούν μπροστά σου και σε “σβήνουν” πίσω από κλειστές πόρτες.

Και το πιο τραγικό είναι ότι πολλές φορές τέτοιες συμπεριφορές επιβραβεύονται.

Ο κόσμος συχνά αποκαλεί “έξυπνους” εκείνους που ξέρουν να χειρίζονται ανθρώπους, να κάνουν δημόσιες σχέσεις και να ανεβαίνουν πολιτικά μέσα σε έναν οργανισμό, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα προδώσουν ανθρώπους που τους στήριξαν.

Το sequel όμως επιλέγει να φωτίσει κάτι διαφορετικό.

Τους ανθρώπους που αρνούνται να λειτουργήσουν έτσι.

Η Άντυ και η σπάνια αξία της πίστης

Η μεγαλύτερη εξέλιξη του χαρακτήρα της Άντυ δεν είναι επαγγελματική. Είναι ηθική.

Γιατί η Άντυ πλέον γνωρίζει πώς λειτουργεί ο κόσμος. Ξέρει τα παιχνίδια εξουσίας, ξέρει τις ισορροπίες, ξέρει πώς καταστρέφονται άνθρωποι μέσα σε λίγα λεπτά. Θα μπορούσε εύκολα να χρησιμοποιήσει όσα γνωρίζει για τη Μιράντα προς όφελός της. Θα μπορούσε να τη “δώσει”, να τη μειώσει, να την εκθέσει ή να συμμετάσχει σε όσους προσπαθούν να την αποδυναμώσουν.

Και όμως δεν το κάνει.

Όχι επειδή φοβάται, ούτε επειδή είναι αφελής.

Αλλά επειδή καταλαβαίνει κάτι που οι περισσότεροι έχουν ξεχάσει:

Ότι ο σεβασμός προς κάποιον που σου έδωσε χώρο να εξελιχθεί δεν είναι αδυναμία. Είναι χαρακτήρας.

Η Άντυ μπορεί να διαφωνεί με τη Μιράντα, να έχει πληγωθεί από εκείνη, να έχει δει τη σκληρή πλευρά της, όμως αναγνωρίζει επίσης την αξία της. Αναγνωρίζει τη γνώση, την εμπειρία, την πειθαρχία, τη συνέπεια και την αφοσίωση που χρειάστηκαν για να χτίσει όσα έχτισε.

Και αυτή είναι ίσως η πιο δυνατή ιδέα της ταινίας:

Ότι οι πραγματικά ποιοτικοί άνθρωποι δεν νιώθουν την ανάγκη να μειώσουν εκείνους που ήταν πάνω από αυτούς για να αποδείξουν την αξία τους.

Αντίθετα, ξέρουν να αναγνωρίζουν, να σέβονται και να τιμούν τις συνεργασίες τους.

Η πίστη σήμερα θεωρείται αφέλεια και αυτό είναι το πιο θλιβερό στοιχείο της εποχής μας

Ίσως το πιο συγκινητικό στοιχείο της ταινίας είναι ότι παρουσιάζει την πίστη ως κάτι σχεδόν σπάνιο.

Σήμερα πολλοί θεωρούν πως αν είσαι πιστός σε συνεργάτες ή ανθρώπους που στάθηκαν δίπλα σου, σημαίνει ότι δεν είσαι αρκετά “σκληρός” για να πετύχεις. Ότι δεν ξέρεις να “παίζεις παιχνίδι”.

Αλλά η ταινία υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο.

Οι άνθρωποι που δεν προδίδουν εύκολα είναι συχνά οι πιο ισχυροί εσωτερικά. Γιατί δεν χρειάζονται την καταστροφή των άλλων για να αισθανθούν σημαντικοί.

Η Άντυ δεν μένει πιστή επειδή εξαρτάται από τη Μιράντα. Μένει πιστή επειδή έχει αξίες.

Και η Μιράντα το αναγνωρίζει αυτό.

Για πρώτη φορά βλέπει απέναντί της έναν άνθρωπο που δεν προσπαθεί να της πάρει τη θέση, να τη χρησιμοποιήσει ή να την εκθέσει. Βλέπει κάποιον που καταλαβαίνει ότι η πραγματική δύναμη δεν βρίσκεται στην ίντριγκα αλλά στην αξιοπρέπεια.

Και ίσως τελικά αυτή να είναι η πιο πολυτελής αξία σε έναν κόσμο γεμάτο επιφάνεια: η ακεραιότητα.

Και ίσως τελικά αυτό να είναι που κάνει το The Devil Wears Prada 2 τόσο βαθιά ανθρώπινο και τόσο επίκαιρο ταυτόχρονα:

το γεγονός ότι, πίσω από την παγωμένη τελειότητα της Μιράντα Πρίσλεϊ, τα designer ταγέρ, τα εξώφυλλα και τις σιωπηλές μάχες εξουσίας, κρύβεται ένας ολόκληρος κόσμος ανθρώπων που φοβούνται μήπως αντικατασταθούν, μήπως ξεχαστούν, μήπως μια μέρα η εμπειρία, η γνώση και η διαδρομή τους πάψουν να έχουν αξία μέσα σε μια κοινωνία που κινείται με την ταχύτητα του scroll και αντιμετωπίζει τα πάντα σαν αναλώσιμο περιεχόμενο.

Και μέσα σε αυτή την ασφυκτική πραγματικότητα, η στάση της Άντυ αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία, γιατί επιλέγει κάτι εξαιρετικά σπάνιο για την εποχή μας: να μη γίνει κυνική.

Να μη χρησιμοποιήσει ανθρώπους σαν σκαλοπάτια. Να μη μετατρέψει τη γνώση που απέκτησε σε όπλο καταστροφής. Να κρατήσει μέσα της κάτι που σήμερα μοιάζει σχεδόν επαναστατικό — την ικανότητα να εξελίσσεσαι χωρίς να χάνεις την ανθρωπιά σου, να προχωράς χωρίς να προδίδεις και να πετυχαίνεις χωρίς να χρειάζεται να μικρύνεις εκείνους που κάποτε σου άνοιξαν μια πόρτα.

Σχετικά άρθρα