«Στη Νίκαια, αν δεν άκουγες λαϊκά σε δέρνανε οι γέροι σου»: Ο Αντώνης Καρπετόπουλος για τον Γιώργο Μαζωνάκη
Ο Μαζώ ήταν σίγουρα σούπερ. Ένας σούπερ ήρωας της νύχτας.
Περιεχόμενα
Η είδηση του θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη με άφησε άναυδο. Υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύω πως δεν θα πεθάνουν ποτέ επειδή είναι αυτό που λένε bigger than life: ο Μαζώ ήταν κάτι τέτοιο. Σύμβολο πιο πολύ από τραγουδιστής, persona πιο πολύ από καλλιτέχνης, γνωστός και συγχρόνως άγνωστος όπως οι πραγματικοί σταρ τους οποίους ο στίχος ανήκω σε μένα και στα όνειρα μου περιγράφει απόλυτα.
«Κυρία είμαι συνάδερφος…»
«Τι άκουγες βρε Γιώργο όταν ήσουν μικρός;» τον είχα ρωτήσει κάποτε στη Γλυφάδα. «Στη Νίκαια που μεγάλωσα, αν δεν άκουγες λαϊκά σε δέρνανε οι γέροι σου» μου είχε πει κάποτε. Άκουγε Στράτο Διονυσίου, Γιάννη Πάριο, Μαρινέλλα, πολύ Χαρούλα Αλεξίου και «στη ζούλα πολύ ξένο ροκ». Όταν αποφάσισε να γίνει λαϊκός τραγουδιστής ήταν ένα παιδί που ακολούθησε τα βήματα των ηρώων του. Αλλοι έχουν είδωλο τον μπαμπά τους: ο Γιώργος αυτούς που σέβονταν γιατί τους άκουγε. Δεκατριών χρονών πήγε στο REX στο καμαρίνι της Μαρινέλας. «Είμαι συνάδερφος» της είπε – μου το ‘χε πει η ίδια. Στα 15, ενώ πήγαινε Α΄Λυκείου, ο Γιώργος εμφανιζόταν σε μαγαζί.
Διαβάστε επίσης

Με λένε Γιώργο
Πώς βρέθηκε να τραγουδάει στην Πάτρα τον είχα ρωτήσει κάποτε στη Γλυφάδα αλλά ούτε που το θυμάμαι. Πάντα στις ιστορίες με το Μαζώ υπήρχαν κομμάτια τους που χάνονταν. Ας το πούμε με τον τρόπο του. «Στην Αθήνα δεν δίνανε δουλειές σε πιτσιρικάδες στις αρχές της δεκαετίας του 90: στην καλύτερη σε αφήνανε να ανοίγεις το πρόγραμμα. Ήταν λίγο». Ο Γιώργος, που έλεγε «το με λένε Γιώργο και ποτέ δεν τραγουδάω» από τα δεκαπέντε του νοιώθοντας σταρούμπα ήθελε την πίστα για πάρτι του: κάπως έτσι βρέθηκε στην Πάτρα – «πήγα για τρεις μήνες και έμεινα τρία χρόνια γιατί μπορούσα να λέω όποια τραγούδια γουστάρω». Η φήμη του πιτσιρικά που έκανε χαμό με μια ιδιότυπη φωνή έφερε στο μαγαζί καλοκαίρι του 1992 τον παραγωγό της τότε Polygram Γιώργο Μακράκη. Και η πόρτα της επιτυχίας εκείνη τη νύχτα άνοιξε για το παιδί της νύχτας που δεν άντεχε το πρωϊ. Και δεν έκλεισε ποτέ.
Διαβάστε επίσης
Έσπαγε τις διαχωριστικές γραμμές
Ο Μαζωνάκης με το ιδιαίτερο ταπεραμέντο του, τη ξεχωριστή φωνή του, τις θεατράλε ερμηνείες του και τις πρωτοποριακές παρεμβάσεις του στα μαγαζιά που εμφανιζόταν (και για τα οποία είχε πάντα γνώμη) σημάδεψε την νυχτερινής διασκέδαση. Το πιο σημαντικό ήταν ότι έσπαγε τις διαχωριστικές γραμμές κάνοντας τους περίφημους έντεχνους να τον λατρεύουν. Το 2002 τραγούδησε δύο τραγούδια του Σταμάτη Κραουνάκη στο σάουντρακ της ταινίας του Νίκου Παναγιωτόπουλου «Κουράστηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου», το «Καμικάζι» και το «Ξημερώνει πάλι»: ο Κραουνάκης δήλωνε καταγοητευμένος για την αυθεντική του λαϊκότητα. Το ίδιο ακριβώς συνέβαινε με όποιον από την απέναντι όχθη του τραγουδιού τον γνώριζε: ο Μαζωνάκης κέρδιζε την προσοχή σαν ιδιαίτερο φαινόμενο. «Δεν θα ανεχόταν ούτε μια μελούρα, ούτε ένα ψήγμα ηρωοποίησης, ούτε ένα εκ του ασφαλούς κατηγορώ για την «σκληρή και βρώμικη ζωή της νύχτας». Κάθε άνθρωπος τάζει τη ζωή του κάπου. Ο Γιώργος το τάμα του το έκανε στη νύχτα» γράφει ο Φοίβος Δεληβοριάς αποχαιρετώντας τον. Ο Μαζώ προκαλούσε όχι απλά την προσοχή, αλλά όλη την διεισδυτική ματιά όποιου συνεργαζόταν μαζί του. Ο μαγνητισμός του ήταν κάτι σπάνιο.
Δεν έβγαλε πολλούς δίσκους: μόλις δεκατρείς. Ο πρώτος του κυκλοφόρησε το 1993, το «Μεσάνυχτα και κάτι». Την επόμενη χρονιά το άλμπουμ «Με τα μάτια να το λες» χάλασε κόσμο με τις επιτυχίες «3 το πρωί», «Ανήκω σε μένα» και «Μη μου ζητάς». Ό,τι τραγουδούσε γινόταν επιτυχία σε ένα κοινό που ήταν τεράστιο καθώς μπορούσε πραγματικά να απευθύνεται σε όλους – για την ακρίβεια τους ήθελε όλους καταργώντας διαχωριστικές γραμμές. Το 1996 βγαίνει το σινγκλ «Μου λείπεις»: ακούς το τραγούδι παντού. Ακολουθούν αμέτρητες επιτυχίες όπως το πλατινένιο «Παιδί της Νύχτας» το 1997, ο ύμνος «Θέλω να γυρίσω στα παλιά» σε στίχους Νίκου Βουρλιώτη – μια από τις πιο ανατρεπτικές συνεργασίες εκείνων των καιρών.
Οι καταξιωμένοι καλλιτέχνες που ζητούν να συνεργαστούν μαζί του κάνουν ουρά έξω από το καμαρίνι του μολονότι έχει την φήμη του κομμάτι δύσκολου. Δεν ήταν: απαιτούσε απλά τον σεβασμό. Και απαιτούσε και δουλειά. Είχε σκηνοθέτη και από το καμαρίνι μέχρι την πίστα ήθελε όλα να είναι προγραμματισμένα: ζήλευε την οργάνωση των ροκ σταρ – «θα ήθελα να δουλεύω στο εξωτερικό για να είμαι βέβαιος πως πάντα όλα θα είναι όπως πρέπει. Θέλω να υπάρχει αρχή, μέση και τέλος, θέλω να υπάρχει concept, μια συνοχή στα πράγματα, είμαι λάτρης αυτού του πράγματος και όταν κάτι δεν γίνεται έτσι, εκνευρίζομαι» έχει πει, αλλά δεν χρειαζόταν καν να το πει: το έβλεπες.
Οι επιλογές των συνεργασιών του είναι εντελώς απρόβλεπτες όπως συχνά συμβαίνει και με τα τραγούδια του. Είχε εμφανιστεί και με τον Σταμάτη Γονίδη αλλά και με τους Goin’ Through, με την Ελενα Παπαρίζουν αλλά και με τον Νότη Σφακιανάκη, με την Κατερίνα Στανίση αλλά και με τη Μαίρη Λίντα, η οποία τραγούδησε για το άλμπουμ του «Μπροστά σ’ ένα Μικρόφωνο» το τραγούδι «Δεν θέλω πια να ξαναρθείς».
Ο πιο ακριβός καναπές
Το 2003 αν θυμάμαι καλά ο χορογράφος Κωνσταντίνος Ρήγος έπεισε τον Μαζωνάκη να αλλάξει εντελώς το μαγαζί όπου τραγουδούσε και να βάλει τους θαμώνες του να κάθονται σε καναπέδες. Ένα από αυτόν τον βάζει στην άκρη του διαδρόμου της παράξενης σκηνής πασαρέλας που έχει φτιάξει: είναι η χρονιά που λέει το «Gucci Φόρεμα». Αυτός ο καναπές είναι εκείνη την χρονιά το ακριβότερο τραπέζι στη Αθήνα. Το επόμενο βήμα του είναι να σκανδαλίσει το κοινό του με μια εμφάνισή του με κάτι σαν φούστα: όλοι η Αθήνα μιλούσε για πολύ καιρό γι’ αυτή του την απόφαση, ο ίδιος γελούσε. Αυτοσαρκαζόταν πολύ, δεν πίστευε ότι προκαλούσε («έλα μωρέ λίγη πλάκα κάνουμε»), δεν νοσταλγούσε ποτέ τους καιρούς που δούλευε επτά νύχτες την εβδομάδα. Ελεγε ότι οι τραγουδιστές δεν είναι τζουκ μποξ, ότι έχουν τις καλές και τις κακές τους και ότι ο προορισμός τους ήταν να κάνουν όμορφη τη νύχτα. «Δεν έχει τίποτα κακό η νύχτα, ότι μπορείς να πάθεις τη μέρα μπορεί να το πάθεις και την νύχτα, απλά την νύχτα πονάει λιγότερο» έλεγε. Ελεγε επίσης ότι τα τελευταία χρόνια η αθηναϊκή νύχτα πλήρωσε τις υπερβολές της. «Έχω δουλέψει σε μαγαζί που ο πορτιέρης είχε Πόρσε – κάπου υπήρχε μια υπερβολή και ίσως κι εγώ να ήμουν μέρος της» έλεγε. Αλλά γούσταρε σίγουρα.
Για πάρτη του
Πάντα πίστευα ότι τραγουδούσε για την πάρτη του και μόνο: ίσως το πίστευα γιατί ήταν πολύ μοναχικός άνθρωπος όπως και έχει αυτό στη περίπτωσή του το έβρισκα μοναδικό. Οι καλοί λαϊκοί τραγουδιστές σε πείθουν ότι τραγουδάνε για ένα έρωτά τους, οι πολύ καλοί σε πείθουν ότι τραγουδάνε για ένα έρωτα σου, οι πάρα πολύ καλοί ότι τραγουδάνε για σένα και την παρέα σου. Ο Μαζώ σε έκανε να πιστεύεις ότι είσαι απλά τυχερός που ήσουν εκεί – στην πίστα του και στην νύχτα του. Δεν έδινε δεκάρα τσακιστή για το τι πίστευες για αυτόν και είχε ένα μοναδικό τρόπο να υπονομεύει και την ίδια την προσεχτική σκηνοθεσία των προγραμμάτων του ανατρέποντας στην πορεία της νύχτας τα πάντα. Τον έχω δει στο «Θάλασσα» ένα καλοκαίρι να τραγουδάει ξαπλωμένος στην πίστα με την πλάτη στο κοινό, σαν το μαγαζί να είναι άδειο. Μπορούσε να πίνει, να στρίβει τσιγάρα, να σε κάνει να πιστεύεις πως μπορεί να σηκωθεί και να φύγει ενώ σε αιχμαλώτιζε. Κι όσο η ώρα περνούσε γινόταν και καλύτερος σαν η φωνή του να σε έπαιρνε αγκαλιά: μόνο όταν πήγαινε τέσσερις ένοιωθες ότι μπορεί να τραγουδούσε και για σένα. Κι ας έχει πει και το «Τέσσερις πήγε» κι αυτό για αυτόν και μόνο.
Σούπερ πριν από σταρ
Δεν άντεξε λέει η καρδιά του. Δεν ξέρω πως έγινε το κακό, πιστεύω κι ο τρόπος που έφυγε θα σηκώσει τρομερή φασαρία. Τα τελευταία χρόνια τον συζητούσαν πολύ – πολλοί χωρίς να τον ξέρουν, ίσως κανείς να μην τον ήξερε. Σε μια συνέντευξή του είχε πει ότι του άρεσε μια φράση του Δημήτρη Παπαϊωάνου που έχει πει πως για να γίνεις σούπερ σταρ πρέπει να γίνεις πρώτα σούπερ – το σταρ είναι πιο απλό. Ο Μαζώ ήταν σίγουρα σούπερ. Ένας σούπερ ήρωας της νύχτας.