Και άντε, απαγορεύουμε τα social media στα παιδιά κάτω των 15. Η δικιά μας ευθύνη ποια είναι;
© blauthbianca / Pixabay

Και άντε, απαγορεύουμε τα social media στα παιδιά κάτω των 15. Η δικιά μας ευθύνη ποια είναι;

Η επικείμενη απαγόρευση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης για παιδιά κάτω των 15 ετών επαναφέρει ένα ερώτημα που υπερβαίνει τα όρια της τεχνολογίας: τι συμβαίνει στην ψυχολογία ενός εφήβου όταν η ανάγκη του να ανήκει, να αναγνωρίζεται και να γίνεται αποδεκτός περνά μέσα από μια οθόνη; Και ποια είναι, τελικά, η ευθύνη των ενηλίκων;

Υπάρχει κάτι σχεδόν αντιφατικό στην εποχή μας. Από τη μία, έχουμε δημιουργήσει έναν κόσμο στον οποίο η διαρκής συνδεσιμότητα θεωρείται αυτονόητη. Από την άλλη, αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε ότι ίσως ζητήσαμε από τα παιδιά μας να διαχειριστούν πολύ νωρίς μια πραγματικότητα για την οποία δεν ήταν ακόμη ψυχολογικά προετοιμασμένα.

Η πρόσφατη κυβερνητική πρωτοβουλία για την απαγόρευση της πρόσβασης στα social media σε παιδιά κάτω των 15 ετών, με προβλεπόμενη έναρξη εφαρμογής την 1η Ιανουαρίου 2027, αποτελεί αναμφίβολα μια σημαντική παρέμβαση. Η νομοθετική διαδικασία βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, ωστόσο η δημόσια συζήτηση έχει ήδη ανοίξει.

Προσωπικά, θεωρώ ότι η ουσία αυτής της συζήτησης βρίσκεται κάπου βαθύτερα από το αν ένας έφηβος θα μπορεί να διατηρεί λογαριασμό στο Instagram ή στο TikTok, στον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνουν σήμερα τα παιδιά, στις συνθήκες μέσα στις οποίες διαμορφώνουν την προσωπικότητά τους, αναζητούν την αποδοχή και προσπαθούν να καταλάβουν ποιοι είναι. Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο τι κάνουν τα social media στα παιδιά μας, αλλά και τι αναζητούν μέσα σε αυτά.

Η εφηβεία στην εποχή της διαρκούς έκθεσης

Η εφηβεία ήταν ανέκαθεν μια περίοδος έντονων εσωτερικών διεργασιών. Μια ηλικία γεμάτη αντιφάσεις, ανασφάλειες, επιθυμία για ανεξαρτησία και, ταυτόχρονα, βαθιά ανάγκη για αποδοχή. Ο έφηβος προσπαθεί να διαμορφώσει μια προσωπική ταυτότητα, ενώ ακόμη εξαρτά σε μεγάλο βαθμό την εικόνα του εαυτού του από το βλέμμα των άλλων. Αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο. Εκείνο που έχει αλλάξει ριζικά είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο συμβαίνει.

Κάποτε, μια αμήχανη στιγμή στο σχολείο, ένα απορριπτικό σχόλιο ή μια αποτυχία στις πρώτες κοινωνικές συναναστροφές είχαν συνήθως περιορισμένη διάρκεια και έκταση. Σήμερα, η ίδια εμπειρία μπορεί να καταγραφεί, να αναπαραχθεί και να αποκτήσει ένα ακροατήριο που ξεπερνά κατά πολύ τον άμεσο κοινωνικό κύκλο του παιδιού. Παράλληλα, η σύγκριση δεν σταματά όταν τελειώνει η σχολική ημέρα. Συνεχίζεται στο σπίτι, στο δωμάτιο, ακόμη και τις ώρες που ο έφηβος θα έπρεπε να ξεκουράζεται. Μέσα από μια αδιάκοπη ροή εικόνων, έρχεται αντιμέτωπος με σώματα που μοιάζουν αψεγάδιαστα, ζωές που παρουσιάζονται συναρπαστικές, σχέσεις που φαίνονται ιδανικές και ανθρώπους που δείχνουν διαρκώς ευτυχισμένοι.

Ένας ενήλικας μπορεί, τουλάχιστον θεωρητικά, να αναγνωρίσει ότι μεγάλο μέρος αυτής της πραγματικότητας είναι επιμελώς κατασκευασμένο. Για έναν έφηβο, όμως, που ακόμη αναζητά τα κριτήρια με τα οποία θα αξιολογήσει τον εαυτό του, η διάκριση αυτή δεν είναι πάντοτε εύκολη. Και κάπως έτσι, μια απολύτως φυσιολογική ανάγκη, η ανάγκη να νιώθει κανείς αρκετός, κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια εξαντλητική προσπάθεια να αποδείξει διαρκώς την αξία του.

Τι συμβαίνει στον εγκέφαλο ενός εφήβου;

Για να κατανοήσουμε γιατί τα social media μπορούν να ασκούν τόσο ισχυρή επιρροή στους εφήβους, χρειάζεται να γνωρίζουμε κάτι ουσιαστικό: ο εγκέφαλός τους εξακολουθεί να αναπτύσσεται. Κατά την εφηβεία, τα νευρωνικά δίκτυα που εμπλέκονται στην επεξεργασία των συναισθημάτων, στην αναζήτηση ανταμοιβής και στην κοινωνική αξιολόγηση παρουσιάζουν ιδιαίτερη ευαισθησία. Την ίδια περίοδο, ο προμετωπιαίος φλοιός, που συμμετέχει στον σχεδιασμό, στην αυτορρύθμιση και στον έλεγχο των παρορμήσεων, συνεχίζει τη διαδικασία ωρίμανσής του. Αυτή η αναπτυξιακή ασυμμετρία εξηγεί, εν μέρει, γιατί ένας έφηβος μπορεί να αναζητά έντονα μια ευχάριστη εμπειρία, ενώ δυσκολεύεται περισσότερο να εκτιμήσει τις μακροπρόθεσμες συνέπειές της ή να θέσει μόνος του ένα όριο.

Οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης έχουν σχεδιαστεί ώστε να διατηρούν την προσοχή του χρήστη. Η ατελείωτη ροή περιεχομένου, οι ειδοποιήσεις και η διαρκής εναλλαγή ερεθισμάτων δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η επόμενη ενδιαφέρουσα εμπειρία βρίσκεται πάντοτε ένα άγγιγμα μακριά. Η προσμονή αυτής της ανταμοιβής συνδέεται με εγκεφαλικά συστήματα στα οποία συμμετέχει και η ντοπαμίνη. Δεν πρόκειται για μια ουσία που παράγει απλώς ευχαρίστηση, όπως συχνά παρουσιάζεται, αλλά για έναν νευροδιαβιβαστή που εμπλέκεται, μεταξύ άλλων, στο κίνητρο, στη μάθηση και στην αναζήτηση ανταμοιβής.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η απομάκρυνση από την οθόνη μπορεί να απαιτεί μεγαλύτερη προσπάθεια αυτοελέγχου από όση φανταζόμαστε. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι κάθε χρήση των social media προκαλεί εθισμό ή ότι ο εφηβικός εγκέφαλος είναι ανίκανος να αναπτύξει υγιείς ψηφιακές συνήθειες. Σημαίνει όμως ότι δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε ένα παιδί σαν να διαθέτει ήδη την ίδια ικανότητα αυτορρύθμισης με έναν ώριμο ενήλικα, εξ’ ου και η απαγόρευση μέχρι αυτή την ηλικία ίσως μας «κερδίσει» πολύτιμο χρόνο.

Οι επιπτώσεις στον εγκέφαλο και στη συμπεριφορά: Όταν η ψηφιακή υπερδιέγερση γίνεται καθημερινότητα

Εκείνο που με προβληματίζει περισσότερο δεν είναι απλώς ο χρόνος που αφιερώνουν οι έφηβοι στα κοινωνικά δίκτυα. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η υπερβολική και προβληματική χρήση μπορεί να επηρεάζει σταδιακά την προσοχή, τις συνήθειες, τη συναισθηματική τους ισορροπία και τη σχέση τους με τον πραγματικό κόσμο.

Οι σύγχρονη έρευνες καταγράφουν αρκετές ανησυχητικές συσχετίσεις. Χρειάζεται, ωστόσο, να είμαστε προσεκτικοί: οι συσχετίσεις αυτές δεν αποδεικνύουν πάντοτε ότι τα social media αποτελούν την αιτία μιας δυσκολίας. Συχνά η σχέση είναι αμφίδρομη, καθώς ένας έφηβος που ήδη αντιμετωπίζει άγχος, μοναξιά ή δυσκολίες συγκέντρωσης μπορεί να καταφεύγει συχνότερα στην οθόνη.

Η συνεχής εναλλαγή σύντομων βίντεο, εικόνων και ειδοποιήσεων ενθαρρύνει τη συχνή μετατόπιση της προσοχής. Όταν αυτή η μορφή διέγερσης καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της καθημερινότητας, δραστηριότητες που απαιτούν υπομονή και παρατεταμένη πνευματική προσπάθεια ενδέχεται να γίνονται λιγότερο ελκυστικές.

Η μελέτη ενός βιβλίου, η παρακολούθηση ενός μαθήματος ή ακόμη και μια συζήτηση χωρίς διακοπές μπορεί να μοιάζουν δυσανάλογα απαιτητικές. Ερευνητικά δεδομένα συνδέουν την προβληματική χρήση των social media με αυξημένες δυσκολίες προσοχής και παρορμητικότητας. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα κοινωνικά δίκτυα προκαλούν αυτομάτως ΔΕΠΥ, αλλά ότι η σχέση τους με τις γνωστικές λειτουργίες αξίζει σοβαρή προσοχή.

Η συναισθηματική ρύθμιση και η ανοχή στη ματαίωση

Ένα από τα σημαντικότερα αναπτυξιακά επιτεύγματα της εφηβείας είναι η σταδιακή ικανότητα να αντέχει κανείς τη δυσφορία, την αναμονή και τη ματαίωση. Όταν, όμως, κάθε στιγμή πλήξης ή συναισθηματικής έντασης μπορεί να διακοπεί με μια άμεση ψηφιακή απόσπαση, υπάρχει ο κίνδυνος ο έφηβος να χρησιμοποιεί την οθόνη ως βασικό τρόπο αποφυγής δυσάρεστων συναισθημάτων.

Αντί να αναγνωρίσει τη στενοχώρια του, να επεξεργαστεί μια απογοήτευση ή να αναζητήσει ουσιαστική επικοινωνία, μπορεί να στραφεί μηχανικά στο κινητό. Δεν είναι η τεχνολογία από μόνη της που στερεί την ικανότητα συναισθηματικής διαχείρισης, αλλά η πιθανότητα να υποκαταστήσει συστηματικά τις εμπειρίες μέσα από τις οποίες αυτή η ικανότητα καλλιεργείται.

Ο ύπνος και η ψυχική ανθεκτικότητα

Ο ύπνος δεν αποτελεί απλώς μια περίοδο σωματικής ξεκούρασης. Είναι απαραίτητος για τη μνήμη, τη μάθηση, τη συναισθηματική επεξεργασία και την υγιή ανάπτυξη του εγκεφάλου.

Η χρήση των social media τις βραδινές ώρες μπορεί να καθυστερεί την ώρα του ύπνου, είτε λόγω της συνεχούς ενασχόλησης είτε λόγω της συναισθηματικής ενεργοποίησης που προκαλεί το περιεχόμενο. Η χρόνια έλλειψη ύπνου μπορεί με τη σειρά της να επιβαρύνει τη συγκέντρωση, τη διάθεση και την ικανότητα διαχείρισης του στρες.

Έτσι μπορεί να δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος: ο έφηβος αισθάνεται κουρασμένος και ψυχολογικά ευάλωτος, αναζητά ανακούφιση στην οθόνη και τελικά περιορίζει ακόμη περισσότερο τον χρόνο που χρειάζεται για να ανακάμψει.

Η αυτοεικόνα, το άγχος και η κοινωνική σύγκριση

Ίσως η πιο αθόρυβη επίδραση των social media να αφορά τον τρόπο με τον οποίο ο έφηβος μαθαίνει να βλέπει τον εαυτό του. Η συνεχής έκθεση σε εξιδανικευμένες εικόνες μπορεί να ενισχύσει τη δυσαρέσκεια για την εξωτερική εμφάνιση, την αίσθηση προσωπικής ανεπάρκειας και τον φόβο κοινωνικού αποκλεισμού.

Ιδιαίτερα ευάλωτοι μπορεί να είναι οι έφηβοι που ήδη αντιμετωπίζουν χαμηλή αυτοεκτίμηση ή έντονη ανάγκη επιβεβαίωσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η προβληματική χρήση συνδέεται με αυξημένα συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης. Δεν επηρεάζονται όμως όλοι οι έφηβοι με τον ίδιο τρόπο, ούτε κάθε ψηφιακή αλληλεπίδραση είναι επιβλαβής.

Οι διαπροσωπικές σχέσεις και η συμπεριφορά

Η επικοινωνία μέσω οθόνης μπορεί να διευκολύνει την κοινωνική σύνδεση. Δεν προσφέρει, ωστόσο, πάντοτε το ίδιο εύρος εμπειριών με την πρόσωπο με πρόσωπο επαφή. Η αναγνώριση των εκφράσεων, η διαχείριση μιας διαφωνίας, η ανοχή στη σιωπή, η κατανόηση της μη λεκτικής επικοινωνίας είναι δεξιότητες που καλλιεργούνται μέσα από τη ζωντανή ανθρώπινη σχέση. Όταν η ψηφιακή επικοινωνία υποκαθιστά συστηματικά αυτές τις εμπειρίες, μπορεί να περιορίζονται οι ευκαιρίες εξάσκησής τους.

Παράλληλα, η έκθεση σε διαδικτυακή επιθετικότητα, δημόσιο εξευτελισμό ή ακραία πρότυπα συμπεριφοράς μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την αίσθηση ασφάλειας και τις αντιλήψεις ενός εφήβου για τις ανθρώπινες σχέσεις. Εδώ, ωστόσο, χρειάζεται να αποφύγουμε μια απλουστευτική ερμηνεία. Δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε επιστημονικά ότι τα social media προκαλούν αναπόφευκτα εγκεφαλική βλάβη ή μόνιμες αλλαγές στην προσωπικότητα. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι ο αναπτυσσόμενος εγκέφαλος επηρεάζεται από τις επαναλαμβανόμενες εμπειρίες του. Και γι’ αυτό έχει σημασία ποιες εμπειρίες κυριαρχούν στην καθημερινότητα ενός παιδιού.

Η απαγόρευση ως προστασία. Και τα όριά της.

Με αυτά τα δεδομένα, η θέσπιση ενός ηλικιακού ορίου δεν στερείται λογικής. Η κοινωνία αναγνωρίζει ήδη ότι υπάρχουν εμπειρίες και δραστηριότητες για τις οποίες απαιτείται ένας ορισμένος βαθμός ωριμότητας. Δεν περιμένουμε από ένα παιδί να αναλάβει μόνο του την ευθύνη για κινδύνους που δυσκολεύεται ακόμη να αξιολογήσει.  Ωστόσο, ως ψυχολόγος, θα δυσκολευόμουν να θεωρήσω οποιαδήποτε απαγόρευση επαρκή απάντηση σε ένα τόσο σύνθετο ζήτημα. 

Η εφηβεία δεν χαρακτηρίζεται μόνο από την ανάγκη προστασίας, αλλά και από την ανάγκη αυτονόμησης. Ένας έφηβος που αισθάνεται ότι οι ενήλικες αποφασίζουν για τη ζωή του χωρίς να τον ακούνε μπορεί να βιώσει έναν περιορισμό ως αμφισβήτηση της προσωπικής του ελευθερίας. Τότε, αντί να κατανοήσει τους κινδύνους, μπορεί να επικεντρωθεί αποκλειστικά στο πώς θα παρακάμψει τον κανόνα.

Υπάρχει επίσης μια παράμετρος που δεν πρέπει να υποτιμούμε: για αρκετούς εφήβους, τα κοινωνικά δίκτυα αποτελούν μέρος της κοινωνικής τους ζωής. Η απομάκρυνση από αυτά, αν δεν συνοδευτεί από ουσιαστικές εναλλακτικές δυνατότητες επικοινωνίας και συμμετοχής, ενδέχεται να δημιουργήσει συναισθήματα αποκλεισμού. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν χρειάζονται όρια… χρειάζονται! Το ερώτημα είναι αν θα καταφέρουμε να μετατρέψουμε αυτά τα όρια σε μια ευκαιρία εκπαίδευσης και όχι απλώς σε έναν ακόμη λόγο σύγκρουσης ανάμεσα στις γενιές.

Ο ρόλος του γονιού: Το παράδειγμα προηγείται της συμβουλής

Σε αυτό το σημείο, η συζήτηση γίνεται αναπόφευκτα πιο προσωπική. Είναι εύκολο να παρατηρούμε πόσες ώρες περνά ένα παιδί μπροστά στο κινητό του. Πολύ δυσκολότερο είναι να παρατηρήσουμε τη δική μας σχέση με την οθόνη. Πόσες φορές απαντάμε σε ένα επαγγελματικό μήνυμα την ώρα του οικογενειακού φαγητού; Πόσο συχνά κοιτάζουμε αφηρημένα το κινητό ενώ το παιδί μάς διηγείται κάτι που για εκείνο είναι σημαντικό; Πόσο διαθέσιμοι είμαστε πραγματικά, όταν επιστρέφουμε στο σπίτι έπειτα από μια απαιτητική ημέρα;

Δεν θέτω αυτά τα ερωτήματα για να ενοχοποιήσω τους γονείς. Η σύγχρονη καθημερινότητα είναι σύνθετη και οι απαιτήσεις της συχνά εξαντλητικές. Θεωρώ, όμως, ότι αξίζει να αναγνωρίσουμε μια αλήθεια: δεν μπορούμε να διδάξουμε στα παιδιά μια υγιή σχέση με την τεχνολογία, αν δεν είμαστε πρόθυμοι να επανεξετάσουμε τη δική μας. 

Ο ρόλος του πατέρα έχει εδώ ιδιαίτερη σημασία, όχι επειδή οφείλει να λειτουργεί ως αυστηρός επιτηρητής ή ως ο άνθρωπος που επιβάλλει την τελική απαγόρευση, αλλά επειδή μπορεί να αποτελέσει μια σταθερή παρουσία, ένα πρόσωπο αναφοράς που συνδυάζει τα όρια με τη συναισθηματική διαθεσιμότητα. Ένας πατέρας δεν χρειάζεται να κατανοεί κάθε ψηφιακή τάση για να κατανοήσει το παιδί του. Χρειάζεται να ενδιαφέρεται για όσα το απασχολούν, ακόμη κι όταν αυτά του φαίνονται ασήμαντα. Να μπορεί να ακούσει μια δυσκολία χωρίς να σπεύσει να τη διορθώσει, να αντέξει τη διαφωνία χωρίς να τη μετατρέψει σε αναμέτρηση εξουσίας και κυρίως, χρειάζεται να δημιουργήσει μια σχέση μέσα στην οποία ο έφηβος θα αισθάνεται ασφαλής να μιλήσει. Για μια προσβλητική ανάρτηση, μια φωτογραφία που τον έκανε να αισθανθεί ανεπαρκής, για έναν διαδικτυακό αποκλεισμό ή μια εμπειρία που τον φόβισε ή τον ντρόπιασε. Η ουσιαστική γονεϊκή παρουσία δεν εξαντλείται στον έλεγχο των κινδύνων, εκφράζεται και στην εμπιστοσύνη ότι το παιδί μπορεί να επιστρέψει σε εμάς όταν βρεθεί αντιμέτωπο με κάτι που δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί.

Η πρόκληση για τους γονείς δεν είναι να επιβλέπουν κάθε κίνηση του παιδιού τους, αλλά να το βοηθήσουν να αποκτήσει σταδιακά τα εσωτερικά εργαλεία που θα του επιτρέψουν να προστατεύει τον εαυτό του. Αυτό προϋποθέτει μια διαφορετική προσέγγιση: αντί να περιοριζόμαστε στο «πόσες ώρες ήσουν στο κινητό;», μπορούμε να ενδιαφερθούμε για το τι παρακολουθεί, με ποιους επικοινωνεί και, κυρίως, πώς αισθάνεται μετά τη χρήση.

Μπορούμε να συζητήσουμε μαζί του για την τεχνητή εικόνα που συχνά προβάλλεται στα κοινωνικά δίκτυα, για την αξία της ιδιωτικότητας και για τη διαφορά ανάμεσα στη δημοφιλία και στην ουσιαστική αποδοχή. Μπορούμε να συμφωνήσουμε σε οικογενειακές συνήθειες που δεν θα παρουσιάζονται ως τιμωρία, αλλά ως κοινή φροντίδα: γεύματα χωρίς κινητά, περιορισμό των οθονών πριν από τον ύπνο, χρόνο αφιερωμένο στην επικοινωνία. Και, ίσως το σημαντικότερο, μπορούμε να προσφέρουμε στα παιδιά εμπειρίες που δεν χρειάζονται ψηφιακή επιβεβαίωση για να αποκτήσουν αξία: τον αθλητισμό, τη δημιουργία, την παρέα, τη φυσική δραστηριότητα, τη συμμετοχή σε μια ομάδα.

Αλλά και τις πιο απλές στιγμές: μια συζήτηση, έναν περίπατο, μια κοινή δραστηριότητα χωρίς την ανάγκη να φωτογραφηθεί ή να δημοσιευθεί. Δεν πρόκειται για μια ρομαντική επιστροφή σε ένα παρελθόν χωρίς τεχνολογία, αλλά για την ανάγκη να διατηρήσουμε χώρο για εμπειρίες μέσα από τις οποίες ο άνθρωπος μαθαίνει να σχετίζεται, να αντέχει, να δημιουργεί και να γνωρίζει τον εαυτό του.

Μήπως ζητάμε από τα παιδιά να διορθώσουν μια συνήθεια που τους διδάξαμε εμείς;

Υπάρχει μια διάσταση της συζήτησης που, κατά τη γνώμη μου, δεν έχει αναδειχθεί αρκετά. Τα παιδιά που σήμερα δυσκολεύονται να αποχωριστούν το κινητό τους μεγάλωσαν σε έναν κόσμο όπου οι ενήλικες το είχαν ήδη τοποθετήσει στο κέντρο της καθημερινότητάς τους. Μας είδαν να εργαζόμαστε μέσα από αυτό, να επικοινωνούμε, να ενημερωνόμαστε, να διασκεδάζουμε, να αποζητούμε αναγνώριση. Έμαθαν πολύ νωρίς ότι η προσοχή μας μπορεί ανά πάσα στιγμή να στραφεί αλλού. Ότι μια ειδοποίηση έχει τη δύναμη να διακόψει μια συζήτηση. Ότι ακόμη και μια όμορφη στιγμή μοιάζει συχνά να αποκτά μεγαλύτερη σημασία όταν δημοσιοποιείται. Και τώρα τους ζητάμε να αποσυνδεθούν. Δεν αμφισβητώ την ανάγκη να το κάνουν, αναρωτιέμαι, όμως, αν έχουμε αναλάβει πλήρως το δικό μας μέρος της ευθύνης. Γιατί πίσω από την υπερβολική χρήση των social media μπορεί ορισμένες φορές να κρύβεται κάτι περισσότερο από μια ελκυστική εφαρμογή.

Μπορεί να υπάρχει μοναξιά, ανασφάλεια, δυσκολία ένταξης στην ομάδα, ανάγκη αναγνώρισης, μια καθημερινότητα φτωχή σε ουσιαστικές σχέσεις ή ένας εσωτερικός κόσμος που το παιδί δεν έχει μάθει ακόμη να εκφράζει. Αν περιοριστούμε στην αφαίρεση της οθόνης, χωρίς να ενδιαφερθούμε για όσα αυτή ενδεχομένως καλύπτει, κινδυνεύουμε να αντιμετωπίσουμε το σύμπτωμα και όχι την ανάγκη. Και τότε η απαγόρευση, όσο καλοπροαίρετη κι αν είναι, θα έχει περιορισμένη αποτελεσματικότητα.

Το πραγματικό στοίχημα δεν είναι η αποσύνδεση. Είναι η σύνδεση.

Θα ήταν άδικο να αγνοήσουμε ότι τα κοινωνικά δίκτυα μπορούν να προσφέρουν και θετικές εμπειρίες. Για ορισμένους εφήβους αποτελούν χώρους δημιουργικής έκφρασης, επικοινωνίας, ενημέρωσης και αναζήτησης ανθρώπων με κοινά ενδιαφέροντα. Η πρόκληση, επομένως, δεν είναι να αντιμετωπίσουμε την τεχνολογία ως εχθρό, αλλά να αναγνωρίσουμε ότι η πρόσβαση σε αυτήν χρειάζεται να συμβαδίζει με την ηλικία, την ωριμότητα και τις δυνατότητες αυτορρύθμισης του παιδιού.

Η Πολιτεία έχει ευθύνη να δημιουργεί ένα ασφαλέστερο ψηφιακό περιβάλλον. Οι εταιρείες τεχνολογίας έχουν ευθύνη για τον σχεδιασμό και τη λειτουργία των υπηρεσιών τους. Και οι γονείς έχουν έναν ρόλο που καμία νομοθεσία δεν μπορεί να υποκαταστήσει. Να είναι παρόντες. Να μπορούν να θέτουν όρια χωρίς να ταπεινώνουν. Να προστατεύουν χωρίς να ασφυκτιούν. Να καθοδηγούν χωρίς να απαιτούν απόλυτη συμμόρφωση. Και να θυμούνται ότι πίσω από κάθε έφηβο που κοιτάζει επίμονα μια οθόνη υπάρχει ένας άνθρωπος που προσπαθεί να καταλάβει τον εαυτό του και τη θέση του στον κόσμο.

Η απαγόρευση των social media μπορεί να αποδειχθεί ένα σημαντικό βήμα προστασίας, δε θα μπορέσει, όμως, από μόνη της να δημιουργήσει πιο ασφαλείς σχέσεις, πιο σταθερή αυτοεκτίμηση ή μεγαλύτερη ψυχική ανθεκτικότητα. Αυτά χτίζονται καθημερινά, μέσα από τη σχέση με τους σημαντικούς άλλους. Ας δείξουμε ότι η πραγματική ζωή, με όλες τις ατέλειες, τις δυσκολίες και τις απρόβλεπτες ομορφιές της, είναι έξω από τις οθόνες, γύρω μας , στον πραγματικό κόσμο.

Σχετικά άρθρα