Ursula von der Leyen: Η ισχυρότερη γυναίκα της Ευρώπης και το σχέδιο των 2 τρισεκατομμυρίων ευρώ
Από τα 45 δισεκατομμύρια για την Ουκρανία μέχρι τον νέο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, η πρόεδρος της Κομισιόν βρίσκεται μπροστά σε αποφάσεις που θα καθορίσουν το μέλλον της Ευρώπης. Οι πολιτικές πιέσεις, οι διαφωνίες των 27 και το διακύβευμα για την Ελλάδα
Περιεχόμενα
- Η γυναίκα που βρίσκεται στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών αποφάσεων
- Τα 45 δισεκατομμύρια της Ουκρανίας και η νέα δοκιμασία
- Η Ευρώπη των δύο τρισεκατομμυρίων
- Τι σημαίνουν οι αποφάσεις της για την Ελλάδα
- Η πολιτική σχέση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη
- Η γυναίκα που μετακίνησε το κέντρο βάρους της Κομισιόν
- Η Ευρώπη ανάμεσα στον Trump και στον Putin
- Το δύσκολο στοίχημα της ανταγωνιστικότητας
- Η μετανάστευση και η ελληνική διάσταση
- Η ισχύς και τα όρια μιας γυναίκας στην κορυφή της Ευρώπης
- Πόσο ισχυρή πρέπει να είναι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή;
- Ο Νοέμβριος που θα δοκιμάσει την πολιτική της επιρροή
- Η Ευρώπη που θα αφήσει πίσω της
Η γυναίκα που βρίσκεται στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών αποφάσεων
Υπάρχουν πολιτικοί που αναλαμβάνουν την εξουσία σε περιόδους σταθερότητας και άλλοι που καλούνται να τη διαχειριστούν όταν σχεδόν όλα όσα θεωρούνταν δεδομένα αρχίζουν να αμφισβητούνται. Η Ursula von der Leyen ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Όταν ανέλαβε την προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 2019, η Ευρώπη συζητούσε κυρίως για την πράσινη μετάβαση, την ψηφιακή οικονομία και τη διαμόρφωση ενός πιο ανταγωνιστικού παραγωγικού μοντέλου. Επτά χρόνια αργότερα, η ίδια βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν πόλεμο στην ευρωπαϊκή ήπειρο, μια μεταβαλλόμενη σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, την οικονομική πίεση της Κίνας και την ανάγκη να επαναπροσδιοριστεί ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον κόσμο.
Η σημερινή πρόκληση, ωστόσο, είναι ίσως η πιο σύνθετη της πολιτικής της διαδρομής. Δεν αφορά μόνο τη διαχείριση μιας κρίσης, αλλά τη διαμόρφωση των οικονομικών και στρατηγικών προτεραιοτήτων της Ευρώπης για την επόμενη δεκαετία.
Στις 26 και 27 Νοεμβρίου, οι Ευρωπαίοι ηγέτες αναμένεται να συζητήσουν δύο ζητήματα που συνδέονται άμεσα με το μέλλον της Ένωσης: τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας για το 2027 και τον νέο επταετή ευρωπαϊκό προϋπολογισμό για την περίοδο 2028–2034.
Πίσω από τους αριθμούς κρύβεται μια πολιτική αντιπαράθεση για το ποια Ευρώπη θέλουν να δημιουργήσουν τα κράτη-μέλη. Μια Ευρώπη που θα επενδύει περισσότερο στην άμυνα και στην ασφάλεια; Μια Ένωση που θα διατηρεί ως βασική προτεραιότητα την κοινωνική και περιφερειακή συνοχή; Ή ένα νέο μοντέλο που θα επιχειρεί να συνδυάσει όλες αυτές τις απαιτήσεις, αναζητώντας πρόσθετους οικονομικούς πόρους;
Η von der Leyen βρίσκεται στο κέντρο αυτής της διαπραγμάτευσης. Όχι επειδή μπορεί να αποφασίσει μόνη της, αλλά επειδή η Επιτροπή που προεδρεύει έχει την ευθύνη να διαμορφώσει τις προτάσεις πάνω στις οποίες θα διαπραγματευτούν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη ιδιαιτερότητα της ευρωπαϊκής εξουσίας: η πραγματική επιρροή δεν εξαρτάται μόνο από τη δυνατότητα λήψης αποφάσεων, αλλά και από την ικανότητα διαμόρφωσης της πολιτικής ατζέντας.
Τα 45 δισεκατομμύρια της Ουκρανίας και η νέα δοκιμασία
Στις 30 Οκτωβρίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε ένα ακόμη σημαντικό βήμα για την οικονομική υποστήριξη της Ουκρανίας, προτείνοντας την έγκριση των υπόλοιπων 45 δισεκατομμυρίων ευρώ από το ήδη συμφωνημένο δανειακό πρόγραμμα των 90 δισεκατομμυρίων για την περίοδο 2026–2027.
Από τα 45 δισεκατομμύρια που προορίζονται για το 2027, τα 31,7 δισεκατομμύρια προβλέπεται να κατευθυνθούν στην ενίσχυση της ουκρανικής αμυντικής βιομηχανίας και των στρατιωτικών δυνατοτήτων της χώρας, ενώ έως 13,3 δισεκατομμύρια θα χρησιμοποιηθούν για τη στήριξη του κρατικού προϋπολογισμού και των δημόσιων υπηρεσιών.
Η πρόταση δεν ισοδυναμεί ακόμη με ολοκληρωμένη εκταμίευση. Χρειάζεται η προβλεπόμενη έγκριση από το Συμβούλιο, ενώ μέρος της οικονομικής υποστήριξης συνδέεται με συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις και όρους διαφάνειας.
Η ουσία, ωστόσο, βρίσκεται αλλού. Παρά το ήδη συμφωνημένο πρόγραμμα, η Ουκρανία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει εκτιμώμενο πρόσθετο χρηματοδοτικό κενό περίπου 70 δισεκατομμυρίων ευρώ για το 2027.
Αυτό σημαίνει ότι η Ευρώπη δεν καλείται απλώς να εφαρμόσει προηγούμενες αποφάσεις. Πρέπει να αναζητήσει νέους πόρους σε μια περίοδο κατά την οποία οι εθνικοί προϋπολογισμοί αντιμετωπίζουν αυξημένες πιέσεις.
Για τη von der Leyen, το ζήτημα αποτελεί ταυτόχρονα πολιτική, οικονομική και διπλωματική δοκιμασία.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επενδύσει σημαντικά στην υποστήριξη της Ουκρανίας, θεωρώντας ότι η προστασία της κυριαρχίας της συνδέεται με την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Όμως η συνέχιση αυτής της πολιτικής απαιτεί σταθερή χρηματοδότηση, πολιτική συμφωνία και συμμετοχή των διεθνών συμμάχων.
Το δύσκολο ερώτημα είναι πώς θα διατηρηθεί αυτή η υποστήριξη χωρίς να δημιουργηθούν νέες εντάσεις ανάμεσα στα κράτη-μέλη.
Η Ευρώπη των δύο τρισεκατομμυρίων
Αν η χρηματοδότηση της Ουκρανίας αποτελεί την άμεση πρόκληση, ο επόμενος ευρωπαϊκός προϋπολογισμός είναι η απόφαση που θα επηρεάσει περισσότερο τη μακροπρόθεσμη πολιτική κληρονομιά της von der Leyen.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει έναν προϋπολογισμό σχεδόν 2 τρισεκατομμυρίων ευρώ για την περίοδο 2028–2034. Πρόκειται για ένα οικονομικό πλαίσιο που επιχειρεί να ανταποκριθεί σε νέες ανάγκες, διατηρώντας παράλληλα βασικές ευρωπαϊκές πολιτικές.
Στην καρδιά της πρότασης βρίσκεται η επιδίωξη μεγαλύτερης ευελιξίας στη διαχείριση των πόρων. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Ευρώπη χρειάζεται τη δυνατότητα να αντιδρά ταχύτερα σε οικονομικές, γεωπολιτικές και ενεργειακές κρίσεις.
Όμως η ευελιξία δεν αποτελεί ουδέτερη τεχνική έννοια.
Για ορισμένες κυβερνήσεις, σημαίνει αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρημάτων. Για άλλες, δημιουργεί ερωτήματα σχετικά με τη διατήρηση συγκεκριμένων εγγυήσεων χρηματοδότησης για τις περιφέρειες και τους παραγωγικούς τομείς.
Η πρόταση προβλέπει την αναδιοργάνωση σημαντικού μέρους των ευρωπαϊκών προγραμμάτων μέσα από εθνικά και περιφερειακά σχέδια εταιρικής σχέσης.
Η αλλαγή αυτή αφορά άμεσα χώρες όπως η Ελλάδα, όπου οι ευρωπαϊκοί πόροι έχουν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη χρηματοδότηση υποδομών, αγροτικών δραστηριοτήτων και περιφερειακών επενδύσεων.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το νέο μοντέλο θα διατηρήσει τις βασικές εγγυήσεις χρηματοδότησης, ενώ θα επιτρέψει μεγαλύτερη προσαρμογή στις ανάγκες κάθε χώρας.
Το κρίσιμο ζήτημα θα είναι πώς θα εφαρμοστούν οι νέοι κανόνες και ποια περιθώρια διαχείρισης θα έχουν οι εθνικές κυβερνήσεις και οι περιφερειακές αρχές.
Τι σημαίνουν οι αποφάσεις της για την Ελλάδα
Για την Ελλάδα, η πολιτική της von der Leyen δεν αποτελεί μια μακρινή συζήτηση που διεξάγεται αποκλειστικά στις Βρυξέλλες.
Οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επηρεάζουν άμεσα το περιβάλλον μέσα στο οποίο σχεδιάζεται η ελληνική οικονομική πολιτική.
Η Κοινή Αγροτική Πολιτική, τα προγράμματα συνοχής, η χρηματοδότηση ενεργειακών υποδομών, η πολιτική για το μεταναστευτικό και οι ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για την άμυνα αποτελούν πεδία με ιδιαίτερη σημασία για την Αθήνα.
Το ζήτημα της αγροτικής χρηματοδότησης είναι χαρακτηριστικό.
Η Ελλάδα διαθέτει έναν παραγωγικό τομέα στον οποίο οι ευρωπαϊκές ενισχύσεις εξακολουθούν να έχουν ουσιαστικό οικονομικό ρόλο. Οποιαδήποτε αλλαγή στους κανόνες κατανομής ή διαχείρισης των κονδυλίων μπορεί να επηρεάσει τον προγραμματισμό αγροτικών επιχειρήσεων και περιφερειακών οικονομιών.
Παράλληλα, τα ευρωπαϊκά προγράμματα συνοχής αποτελούν σημαντικό εργαλείο για την ανάπτυξη υποδομών και τη μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων.
Η ελληνική οικονομία έχει ανάγκη από επενδύσεις που θα ενισχύσουν την παραγωγικότητα, την τεχνολογική αναβάθμιση και την ανταγωνιστικότητα. Το ερώτημα είναι κατά πόσο το νέο ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό μοντέλο θα διευκολύνει αυτές τις επενδύσεις και πώς θα κατανέμονται οι διαθέσιμοι πόροι.
Υπάρχει, βεβαίως, και η διάσταση της άμυνας.
Η Επιτροπή προτείνει τη διάθεση 131 δισεκατομμυρίων ευρώ για την άμυνα, την ασφάλεια και το διάστημα μέσω του νέου Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανταγωνιστικότητας.
Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, με ιδιαίτερες ανάγκες ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο, οι ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για την αμυντική βιομηχανία και τις υποδομές διπλής χρήσης παρουσιάζουν ενδιαφέρον.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα προτεινόμενα ποσά μεταφράζονται αυτομάτως σε συγκεκριμένη χρηματοδότηση για την Ελλάδα. Η τελική κατανομή θα εξαρτηθεί από τις αποφάσεις για τον προϋπολογισμό, τους επιμέρους κανονισμούς και την ποιότητα των έργων που θα υποβληθούν.
Η ουσία είναι ότι οι αποφάσεις που προετοιμάζονται σήμερα θα διαμορφώσουν τις οικονομικές δυνατότητες της χώρας για αρκετά χρόνια.
Η πολιτική σχέση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη
Η σχέση της von der Leyen με τον Κυριάκο Μητσοτάκη έχει αναπτυχθεί μέσα από τη συνεργασία τους στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα και στις ευρωπαϊκές διαπραγματεύσεις.
Και οι δύο ανήκουν στην ίδια ευρωπαϊκή πολιτική οικογένεια, γεγονός που δημιουργεί κοινό πολιτικό πλαίσιο σε αρκετά ζητήματα.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι εθνικές και οι ευρωπαϊκές προτεραιότητες ταυτίζονται πάντοτε.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός καλείται να υποστηρίξει τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας, ενώ η πρόεδρος της Επιτροπής οφείλει να διαμορφώσει προτάσεις που να μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ 27 διαφορετικών κρατών.
Η Ελλάδα έχει συμφέρον να διατηρήσει ισχυρή παρουσία στις ευρωπαϊκές διαπραγματεύσεις, ιδιαίτερα όταν συζητούνται οι πόροι της επόμενης προγραμματικής περιόδου.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο πώς θα διαμορφωθεί η τελική ισορροπία ανάμεσα στις παραδοσιακές πολιτικές χρηματοδότησης και στις νέες προτεραιότητες για την άμυνα, την τεχνολογία και την ασφάλεια.
Σε αυτή τη διαδικασία, η πολιτική εγγύτητα μπορεί να διευκολύνει την επικοινωνία. Δεν καταργεί, όμως, τις θεσμικές διαδικασίες ούτε τις διαφορετικές θέσεις των υπόλοιπων κρατών-μελών.
Η γυναίκα που μετακίνησε το κέντρο βάρους της Κομισιόν
Η von der Leyen δεν ξεκίνησε την πολιτική της διαδρομή από την ευρωπαϊκή διπλωματία.
Γεννημένη το 1958 στις Βρυξέλλες, κόρη του Γερμανού πολιτικού Ερνστ Άλμπρεχτ, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον στενά συνδεδεμένο με την ευρωπαϊκή πολιτική.
Σπούδασε Ιατρική και ακολούθησε μια πολιτική σταδιοδρομία που την οδήγησε σε σημαντικά υπουργικά αξιώματα στη Γερμανία.
Υπηρέτησε ως υπουργός Οικογενειακών Υποθέσεων, υπουργός Εργασίας και, αργότερα, ως υπουργός Άμυνας στην κυβέρνηση της Άνγκελα Μέρκελ.
Η εμπειρία της στο γερμανικό υπουργείο Άμυνας αποκτά ιδιαίτερη σημασία στη σημερινή συγκυρία.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν είναι στρατιωτική διοίκηση και η πρόεδρός της δεν διαθέτει τις εξουσίες ενός αρχηγού κράτους. Ωστόσο, η ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας έχει μετατραπεί σε κεντρική προτεραιότητα της δεύτερης θητείας της.
Η πολιτική αυτή σηματοδοτεί μια σημαντική μεταβολή στον ρόλο της Επιτροπής.
Για πολλά χρόνια, η Κομισιόν συνδεόταν κυρίως με την ενιαία αγορά, τον ανταγωνισμό, τη νομοθεσία και την οικονομική ολοκλήρωση.
Σήμερα συμμετέχει ολοένα περισσότερο στη διαμόρφωση πολιτικών που συνδέονται με την ευρωπαϊκή ασφάλεια, τις στρατηγικές υποδομές και την οικονομική ανθεκτικότητα.
Η αλλαγή αυτή δεν οφείλεται αποκλειστικά στη von der Leyen. Αποτελεί αποτέλεσμα των διεθνών εξελίξεων και των αποφάσεων των κρατών-μελών.
Η ίδια, όμως, έχει συνδέσει την προεδρία της με αυτή τη μετατόπιση.
Η Ευρώπη ανάμεσα στον Trump και στον Putin
Ένα από τα δυσκολότερα ζητήματα που αντιμετωπίζει η πρόεδρος της Επιτροπής είναι η διαμόρφωση μιας ευρωπαϊκής στρατηγικής σε έναν κόσμο όπου οι παραδοσιακές συμμαχίες επαναπροσδιορίζονται.
Η πολιτική του Donald Trump έχει επαναφέρει στο προσκήνιο ερωτήματα σχετικά με την αμερικανική δέσμευση στην ευρωπαϊκή ασφάλεια και τον επιμερισμό των αμυντικών δαπανών.
Την ίδια στιγμή, ο πόλεμος στην Ουκρανία εξακολουθεί να επηρεάζει καθοριστικά τις σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη Ρωσία.
Η von der Leyen έχει ταχθεί υπέρ της διατήρησης της υποστήριξης προς το Κίεβο και της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα.
Η προσέγγιση αυτή συνδέεται με την αντίληψη ότι η ασφάλεια της Ευρώπης δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας.
Ωστόσο, στο εσωτερικό της Ένωσης υπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να συνδυαστούν η στρατιωτική βοήθεια, οι κυρώσεις και η διπλωματία.
Η πρόεδρος της Επιτροπής καλείται να κινηθεί μέσα σε αυτό το σύνθετο περιβάλλον, χωρίς να διαθέτει την εξουσία να καθορίζει μονομερώς την εξωτερική πολιτική των κρατών-μελών.
Αυτό αποτελεί ένα από τα βασικά όρια της θέσης της.
Η Επιτροπή μπορεί να προτείνει χρηματοδοτικά εργαλεία, να συντονίζει πολιτικές και να ασκεί θεσμική επιρροή. Οι αποφάσεις, όμως, για κρίσιμα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εθνικές κυβερνήσεις.
Το δύσκολο στοίχημα της ανταγωνιστικότητας
Πέρα από την Ουκρανία και την άμυνα, η von der Leyen βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ακόμη πρόβλημα: τη θέση της ευρωπαϊκής οικονομίας στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.
Η Ευρώπη διαθέτει ισχυρή βιομηχανική βάση, σημαντική επιστημονική παραγωγή και μία από τις μεγαλύτερες ενιαίες αγορές στον κόσμο.
Παράλληλα, όμως, αντιμετωπίζει δυσκολίες στην ανάπτυξη τεχνολογικών επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας, στην προσέλκυση επενδύσεων και στη διατήρηση της βιομηχανικής της ανταγωνιστικότητας.
Η ενεργειακή κρίση των προηγούμενων ετών ανέδειξε τις αδυναμίες που δημιουργεί η εξάρτηση από εξωτερικούς προμηθευτές.
Η τεχνητή νοημοσύνη, οι ημιαγωγοί, η κυβερνοασφάλεια και οι νέες ενεργειακές τεχνολογίες αποτελούν πλέον πεδία έντονου διεθνούς ανταγωνισμού.
Η πρόταση για το νέο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανταγωνιστικότητας εντάσσεται σε αυτή την προσπάθεια.
Η Επιτροπή επιδιώκει να συγκεντρώσει και να απλοποιήσει χρηματοδοτικά εργαλεία, ώστε να υποστηρίξει επενδύσεις σε στρατηγικούς τομείς.
Το ζητούμενο είναι αν η νέα αρχιτεκτονική θα μπορέσει να αντιμετωπίσει διαρθρωτικά προβλήματα που δεν λύνονται μόνο με περισσότερη χρηματοδότηση.
Η γραφειοκρατία, ο κατακερματισμός των κεφαλαιαγορών και οι διαφορετικοί εθνικοί κανόνες εξακολουθούν να επηρεάζουν την ευρωπαϊκή οικονομία.
Η πραγματική πρόκληση, επομένως, είναι να μετατραπούν οι χρηματοδοτικές εξαγγελίες σε παραγωγικές επενδύσεις.
Η μετανάστευση και η ελληνική διάσταση
Ένα ακόμη πεδίο στο οποίο οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έχουν άμεση σημασία για την Ελλάδα είναι η μεταναστευτική πολιτική.
Η γεωγραφική θέση της χώρας, στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δημιουργεί ιδιαίτερες ανάγκες στη διαχείριση των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών.
Η εφαρμογή του ευρωπαϊκού Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο αποτελεί σημαντική θεσμική αλλαγή.
Το νέο πλαίσιο επιδιώκει να συνδυάσει την αποτελεσματικότερη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων με διαδικασίες ασύλου, μηχανισμούς αλληλεγγύης και κοινότερους κανόνες μεταξύ των κρατών-μελών.
Ωστόσο, η επιτυχία του θα εξαρτηθεί από την πρακτική εφαρμογή.
Για την Ελλάδα, ιδιαίτερη σημασία έχουν η επάρκεια της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης, η λειτουργία των διαδικασιών υποδοχής και ασύλου και ο πραγματικός επιμερισμός των ευθυνών.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει σημαντική αύξηση των κονδυλίων για τη διαχείριση της μετανάστευσης και την εσωτερική ασφάλεια στον επόμενο προϋπολογισμό.
Το ερώτημα είναι πώς αυτές οι αυξημένες δυνατότητες θα μεταφραστούν σε αποτελεσματική πολιτική, με σεβασμό στις ευρωπαϊκές και διεθνείς νομικές υποχρεώσεις.
Για την Αθήνα, η συγκεκριμένη διαπραγμάτευση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς αφορά τόσο την προστασία των συνόρων όσο και τη διαχείριση ενός ζητήματος με σημαντικές ανθρωπιστικές και κοινωνικές διαστάσεις.
Η ισχύς και τα όρια μιας γυναίκας στην κορυφή της Ευρώπης
Η Ursula von der Leyen είναι η πρώτη γυναίκα που ανέλαβε την προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Η ιστορική αυτή ιδιότητα έχει ιδιαίτερη συμβολική σημασία, αλλά η αξιολόγηση της πολιτικής της διαδρομής δεν μπορεί να περιοριστεί στο φύλο της.
Το ουσιαστικό ζήτημα είναι ο τρόπος με τον οποίο ασκεί τις αρμοδιότητές της και οι πολιτικές επιλογές που προωθεί.
Κατά τη διάρκεια της προεδρίας της, η Επιτροπή έχει αναλάβει ενεργότερο ρόλο στην αντιμετώπιση κρίσεων, από την πανδημία μέχρι την ενεργειακή ασφάλεια και τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Η συγκέντρωση σημαντικών πολιτικών πρωτοβουλιών γύρω από την προεδρία της έχει προκαλέσει και συζητήσεις για τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και τη θεσμική ισορροπία.
Οι επικριτές της θεωρούν ότι η Επιτροπή οφείλει να λειτουργεί με μεγαλύτερη συλλογικότητα και σαφέστερες διαδικασίες ελέγχου.
Οι υποστηρικτές της αντιτείνουν ότι οι αλλεπάλληλες κρίσεις απαιτούν ταχύτερο συντονισμό και ισχυρότερη πολιτική καθοδήγηση.
Πρόκειται για μια ουσιαστική ευρωπαϊκή συζήτηση που ξεπερνά το πρόσωπό της.
Πόσο ισχυρή πρέπει να είναι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή;
Πόση αυτονομία χρειάζεται για να ανταποκρίνεται στις διεθνείς προκλήσεις;
Και πώς μπορεί να διατηρείται η δημοκρατική λογοδοσία όταν οι αποφάσεις αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη οικονομική και γεωπολιτική σημασία;
Ο Νοέμβριος που θα δοκιμάσει την πολιτική της επιρροή
Η επικείμενη ευρωπαϊκή σύνοδος αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να πάρει αποφάσεις για το άμεσο και το μακροπρόθεσμο μέλλον της.
Η χρηματοδότηση της Ουκρανίας αφορά την επόμενη χρονιά.
Ο νέος ευρωπαϊκός προϋπολογισμός αφορά την επόμενη επταετία.
Η ενίσχυση της άμυνας και της ανταγωνιστικότητας αφορά πιθανότατα τις επόμενες δεκαετίες.
Όλα αυτά τα ζητήματα συνδέονται μεταξύ τους, αλλά δεν έχουν απαραίτητα την ίδια πολιτική υποστήριξη.
Ορισμένα κράτη-μέλη επιδιώκουν αυστηρότερο έλεγχο των ευρωπαϊκών δαπανών. Άλλα ζητούν περισσότερη χρηματοδότηση για την άμυνα ή για τις περιφέρειές τους. Παράλληλα, οι εθνικές εκλογές του 2027 δημιουργούν πρόσθετη πίεση στις κυβερνήσεις.
Η von der Leyen καλείται να διαμορφώσει προτάσεις που θα μπορούν να αποτελέσουν βάση συμβιβασμού.
Η επιτυχία αυτής της προσπάθειας δεν θα εξαρτηθεί αποκλειστικά από την ίδια.
Θα εξαρτηθεί από τις αποφάσεις των κυβερνήσεων, τη στάση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και τις οικονομικές συνθήκες που θα επικρατήσουν τους επόμενους μήνες.
Ωστόσο, η πολιτική της επιρροή θα αποτυπωθεί στον βαθμό που οι τελικές συμφωνίες θα αντανακλούν τις προτεραιότητες της Επιτροπής.
Η Ευρώπη που θα αφήσει πίσω της
Η Ursula von der Leyen δεν βρίσκεται απλώς αντιμέτωπη με μια ακόμη δύσκολη ευρωπαϊκή διαπραγμάτευση.
Βρίσκεται στο επίκεντρο μιας ιστορικής μεταβολής του τρόπου με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιλαμβάνεται τον ρόλο της.
Για δεκαετίες, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση στηρίχθηκε κυρίως στην οικονομική συνεργασία, στην κοινή αγορά και στην πεποίθηση ότι η αλληλεξάρτηση θα ενίσχυε τη σταθερότητα.
Σήμερα, η Ευρώπη καλείται να λειτουργήσει σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η οικονομική ισχύς, η τεχνολογία, η ενέργεια και η στρατιωτική ασφάλεια συνδέονται ολοένα στενότερα.
Η πρόεδρος της Επιτροπής επιχειρεί να προσαρμόσει τους ευρωπαϊκούς θεσμούς σε αυτή τη νέα πραγματικότητα.
Το αν οι επιλογές της θα αποδειχθούν αποτελεσματικές θα κριθεί από τα αποτελέσματά τους και από τη δυνατότητα της Ένωσης να διατηρήσει την πολιτική της συνοχή.
Για την Ελλάδα, το διακύβευμα είναι συγκεκριμένο.
Οι αποφάσεις που θα ληφθούν στις Βρυξέλλες θα επηρεάσουν τη χρηματοδότηση των περιφερειών, τις αγροτικές ενισχύσεις, τις ενεργειακές επενδύσεις, την άμυνα και τη μεταναστευτική πολιτική.
Δεν πρόκειται για αφηρημένες ευρωπαϊκές συζητήσεις.
Πρόκειται για επιλογές που θα επηρεάσουν τις δυνατότητες ανάπτυξης και την οικονομική καθημερινότητα της χώρας.
Η Ursula von der Leyen δεν κρατά μόνη της το μέλλον της Ευρώπης στα χέρια της. Η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει ένα σύνθετο σύστημα κοινών αποφάσεων, διαπραγματεύσεων και θεσμικών ισορροπιών.
Διαθέτει, όμως, ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία πολιτικής επιρροής: τη δυνατότητα να καθορίζει ποια ζητήματα θα τεθούν στο τραπέζι και με ποιους όρους θα συζητηθούν.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται η πραγματική δύναμη της θέσης της.
Διότι στην πολιτική, οι αποφάσεις που αλλάζουν την ιστορία δεν είναι πάντοτε εκείνες που προκαλούν τον μεγαλύτερο θόρυβο.
Συχνά είναι εκείνες που καθορίζουν πού θα κατευθυνθούν τα χρήματα, ποιες προτεραιότητες θα χρηματοδοτηθούν και ποιο μέλλον θα μπορέσει τελικά να οικοδομηθεί.
Για τη von der Leyen, ο Νοέμβριος του 2026 αποτελεί μια ακόμη κρίσιμη δοκιμασία αυτής της ευθύνης.
Για την Ευρώπη, όμως, το ερώτημα είναι πολύ μεγαλύτερο: θα μπορέσει να χρηματοδοτήσει τις νέες φιλοδοξίες της χωρίς να αποδυναμώσει τις αρχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε;