Η Μπριζίτ Μπαρντό και μια άβολη αλήθεια για τη μητρότητα
Η ιστορία της Μπριζίτ Μπαρντό και του γιου της, Νικολά, επιστρέφει ξανά και ξανά στη δημόσια συζήτηση μετά το θάνατο της, σαν ένα ηθικό τεστ: μέχρι πού φτάνει η κοινωνική ανοχή απέναντι σε μια γυναίκα που δεν αγάπησε ποτέ τη μητρότητα; Και τι κάνουμε με την άβολη αλήθεια ότι, κάποιες φορές, η μητρότητα δεν είναι ούτε ένστικτο ούτε ευλογία, αλλά ένας ρόλος που επιβλήθηκε με το ζόρι;
Η Μπαρντό έμεινε έγκυος στα τέλη της δεκαετίας του ’50, σε μια Γαλλία όπου οι αμβλώσεις ήταν ποινικό αδίκημα. Δεν ήθελε παιδί. Το είχε πει καθαρά και επανειλημμένα. Προσπάθησε να αποφύγει την εγκυμοσύνη, έφτασε, σύμφωνα με δικές της εξομολογήσεις, μέχρι και σε απόπειρες αυτοτραυματισμού. Τελικά γέννησε τον Νικολά το 1960, όχι από επιθυμία αλλά από αδιέξοδο. Η ίδια έχει περιγράψει την εγκυμοσύνη ως κάτι «ξένο», έναν τοκετό χωρίς χαρά, ένα σώμα που χρησιμοποιήθηκε χωρίς τη συγκατάθεσή της.
Δεν αποδέχτηκε ποτέ τον ρόλο της μητέρας. Δεν ήταν στοργική, δεν διεκδίκησε επαφή, δεν προσπάθησε να δεθεί με το ον που βγήκε από μέσα της. Ένιωθε ότι στο σώμα της αναπτυσσόταν ένας όγκος και δήλωνε ωμά ότι θα προτιμούσε να είχε γεννήσει σκύλο. Ο Νικολά μεγάλωσε κυρίως με τον πατέρα του, μακριά από εκείνη, και η σχέση τους παρέμεινε ψυχρή και περιορισμένη στα τυπικά. Αργότερα, ως ενήλικας, μίλησε δημόσια για την εγκατάλειψη, για μια μητέρα-μύθο που δεν υπήρξε ποτέ μητέρα στην πράξη.
Η εύκολη ανάγνωση λέει ότι ήταν μια απαράδεκτη γυναίκα, μια εγωκεντρική σταρ που κατέληξε να γίνει και ανεύθυνη μάνα. Η ολοκληρωμένη ανάγνωση, όμως, βάζει μέσα στο πλάνο και τον εγκλωβισμό της. Μια γυναίκα που δεν θέλει παιδί και δεν έχει τη νομική δυνατότητα να τερματίσει μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, εξαναγκάζεται να γεννήσει. Κυριολεκτικά. Το σώμα της παύει να της ανήκει. Και πάνω από το κεφάλι της αιωρείται το γνώριμο ψιθύρισμα: «ας πρόσεχες».
Η αυτοδιάθεση του σώματος δεν είναι αφηρημένο σύνθημα. Είναι βαθιά ψυχολογικό ζήτημα. Όταν μια γυναίκα στερείται το δικαίωμα να αποφασίσει αν και πότε θα γίνει μητέρα, το μήνυμα που λαμβάνει είναι ότι η επιθυμία της είναι δευτερεύουσα. Ότι ο ρόλος προηγείται του ανθρώπου. Αυτός ο εξαναγκασμός μπορεί να γεννήσει θυμό, αποστροφή και αποσύνδεση, όχι μόνο από το παιδί, αλλά και από τον ίδιο της τον εαυτό.
Να πούμε ακόμα μια άβολη αλήθεια; Τα αρνητικά συναισθήματα απέναντι στη μητρότητα δεν είναι σπάνια, είναι απλώς αθέατα. Υπάρχουν γυναίκες της διπλανής πόρτας που νιώθουν δυσφορία, πνίξιμο, ακόμα και άρνηση απέναντι στον ρόλο της μάνας στον οποίο με τη θέληση τους μπήκαν. Είναι γυναίκες που αγαπούν τα παιδιά τους αλλά μισούν τη μητρότητα ή άλλες που δεν κατάφεραν ποτέ να αγαπήσουν ούτε τον ρόλο ούτε το ίδιο το παιδί τους. Δεν το λένε γιατί πολύ απλά είναι ταμπού να μιλάς γι’ αυτό.
Η επιστημονική κοινότητα αναγνωρίζει ότι η μητρότητα δεν βιώνεται ομοιόμορφα. Υπάρχει σύνδεση σε αρκετές περιπτώσεις και με την επιλόχειο κατάθλιψη, μια κατάσταση που δεν αφορά μόνο τη θλίψη αλλά και την αποσύνδεση, την έλλειψη δεσμού, ακόμη και επιθετικά ή ενοχικά συναισθήματα απέναντι στο βρέφος. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που δεν χωρούν σε διάγνωση: γυναίκες που απλώς δεν ήθελαν αυτόν τον ρόλο ποτέ. Που τον ανέλαβαν επειδή έτσι γίνεται, επειδή έπρεπε, επειδή η κοινωνική νόρμα τους τον φόρεσε καπέλο.
Σε έρευνες και ανώνυμες μαρτυρίες, γυναίκες δηλώνουν ότι αν μπορούσαν να γυρίσουν τον χρόνο πίσω, δεν θα γίνονταν μητέρες. Δεν λένε ότι δεν αγαπούν τα παιδιά τους, λένε ότι η μητρότητα τις εξαφάνισε, δεν τους ταίριαξε ή την βίωσαν περισσότερο σαν μια δυσάρεστη κατάσταση παρά σαν δώρο. Άλλες μιλούν για μια μόνιμη αίσθηση παγίδευσης, για μια ζωή που δεν επέλεξαν.
Στην ψυχολογία υπάρχει πλέον ο όρος «maternal ambivalence» ο οποίος ήρθε να εξηγήσει την συγκατοίκηση θετικών και αρνητικών συναισθημάτων σε μια μάνα ως κάτι φυσιολογικό και όχι ως ψυχιατρικό στίγμα. Η ψυχοθεραπεύτρια Μπάρμπαρα Άλμοντ, M.D., αναφέρει ότι είναι σύνηθες ακόμη και για γυναίκες που αγαπούν τα παιδιά τους να νιώθουν εξάντληση, θυμό ή αποστροφή, ειδικά όταν οι απαιτήσεις της γονεϊκότητας συγκρούονται με τις δικές τους ανάγκες ή όρια, και ότι η κοινωνική πίεση να καταπιέσουν αυτά τα συναισθήματα προσθέτει ενοχή και ψυχική επιβάρυνση.
Σε αντίστοιχες δημοσιεύσεις περιγράφεται ότι η απόκρυψη ή η άρνηση αυτών των συναισθημάτων μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη ψυχική δυσφορία, ενώ η αναγνώριση και η ονομασία τους βοηθά πολλές γυναίκες να ανακτήσουν τον έλεγχο και να ισορροπήσουν ανάμεσα στην προσωπική τους ταυτότητα και τις απαιτήσεις του ρόλου της μητέρας. Έρευνες υποστηρίζουν επίσης ότι όταν οι γυναίκες έχουν χώρο να εκφράσουν την αμφιθυμία τους με ασφάλεια, είτε σε θεραπευτικό πλαίσιο είτε σε υποστηρικτικά δίκτυα, μπορούν να μειώσουν το βάρος της ενοχής και να βρουν πιο λειτουργικούς τρόπους να ανταποκριθούν στις ανάγκες τους και του παιδιού τους.
Η περίπτωση της Μπριζίτ Μπαρντό ως μάνας δεν ζητά δικαίωση. Ζητά όμως σκέψη. Μας αναγκάζει να κοιτάξουμε κατάματα το κόστος των απαγορεύσεων, των κοινωνικών επιταγών και της εξιδανίκευσης της μητρότητας. Να παραδεχτούμε ότι δεν είναι όλες οι γυναίκες φτιαγμένες, ούτε υποχρεωμένες να είναι μητέρες. Και ότι όταν τις σπρώχνουμε σε αυτόν τον ρόλο με το ζόρι, το τίμημα το πληρώνουν όλοι, κυρίως οι άνθρωποι που γεννιούνται απ’ αυτές.
Μας αναγκάζει να παραδεχτούμε, τέλος, και το ότι ο ψυχισμός της γυναίκας-μητέρας δεν είναι ντυμένος στα ροζ. Έχει πολλές γκρίζες αποχρώσεις και γεμίζει ενίοτε τοξικά αέρια τα οποία μπορεί να δηλητηριάσουν τα πάντα, αργά και σταθερά. Είναι δυσάρεστο; Είναι, αλλά περισσότερο δυσάρεστο είναι ότι δεν τολμάμε ν’ αγγίξουμε το θέμα και προτιμάμε να το θάβουμε κάτω από ροζ αφηγήσεις, γιατί μας φοβίζει περισσότερο από όσο αντέχουμε να παραδεχτούμε.