Ο Στέλιος Ράμφος μας ήξερε καλά
Ο θάνατος του Στέλιου Ράμφου έφερε μια αμηχανία: πώς αποχαιρετάς έναν διανοούμενο που δεν χωρούσε σε εύκολες ταμπέλες;
Παρατηρούσα τις προηγούμενες μέρες την αμηχανία που υπήρξε στην κάλυψη του θανάτου του Στέλιου Ράμφου. Κάθε σοβαρή ιστοσελίδα και, φυσικά, κάθε σοβαρή εφημερίδα έκαναν ένα μικρό αφιέρωμα, το οποίο όμως, αν δεν ήξερες τον Ράμφο και το διάβαζες, θα ήταν δύσκολο να καταλάβεις γιατί υπήρξε σπουδαίος – παρεμπιπτόντως, το καλύτερο το έκανε η Athens Voice και ήταν από τα λίγα που σου επέτρεπαν να κατανοήσεις τη σημαντικότητά του.
Από όλα τα υπόλοιπα, μου φάνηκε ότι την πιο σωστή επιλογή έκαναν όσοι αποφάσισαν να δημοσιεύσουν συνεντεύξεις του: ο Ράμφος ήταν πολύ καλός συνομιλητής. Αυτή η επιλογή μου έβαλε την ιδέα πως ο καλύτερος για να αποχαιρετήσει τον Ράμφο ήταν, κατά κάποιο τρόπο, ο ίδιος ο Ράμφος. Το έχω σκεφτεί και με άλλες πολύπλοκες προσωπικότητες, όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το ένιωσα κιόλας. Ποιο θα ήταν το καλύτερο αντίο σε ένα τέτοιου τύπου διανοούμενο; Αυτό που θα σε έβαζε στον πειρασμό να διαβάσεις τι έχει γράψει και να εντρυφήσεις στη γεμάτη από προτάσεις αλλά και αντιφάσεις διαδρομή του. Φυσικά, και στην πολυπλοκότητα της σκέψης του.
Διαβάστε επίσης
Ο Ράμφος δεν δεχόταν τον όρο «φιλόσοφος». «Φιλόσοφοι είναι ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης», αγαπούσε να λέει. Αν όμως δεν ήταν φιλόσοφος, τι ήταν; Έχοντας εγκαταλείψει μικρός τη Νομική για τη Φιλοσοφική και έχοντας υπάρξει καθηγητής Φιλοσοφίας στο Παρίσι στα χρόνια της χούντας, ο Ράμφος, αν του κάναμε μετά θάνατον το χατίρι να δεχτούμε αυτό που μας ζητούσε (δηλαδή να μην τον βλέπουμε ως φιλόσοφο), μπορούμε να πούμε πως ήταν ένας περιηγητής στον κόσμο της Φιλοσοφίας. Απόλαυσε αυτή του την περιήγηση και τη μοιράστηκε με το κοινό του, όχι σαν καθηγητής που όλα τα εξηγούσε, αλλά σαν μεγάλος κοινωνός. Ίσως αυτό να οφειλόταν και στη βαθιά φωνή του, αλλά, όταν τον άκουγα να μιλάει, νόμιζα πως τον άκουγα να κηρύσσει και όχι να εξηγεί, να τοποθετείται και όχι να κατευθύνει, να χρησιμοποιεί τον λόγο για να σε βάλει σε σκέψεις κι όχι για να σε πείσει πως κατέχει απόλυτες αλήθειες.
Ο Ράμφος διέσχισε τον κόσμο της φιλοσοφίας απολαμβάνοντας όσα σε αυτόν ανακάλυψε, γιατί, απλούστατα, δεν σταμάτησε να ψάχνει εντός του ποτέ. Υπήρξε μαρξιστής πριν τον κερδίσει η αιρετική κριτική στον μαρξισμό που έκανε ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Ένιωσε ότι βρήκε απαντήσεις στις διαφορές της Δύσης με την Ανατολή στην Ορθοδοξία και στους λόγους των Πατέρων (ίσως και γιατί καταπιάστηκε πολύ και με το Βυζάντιο μετά την επιστροφή του από τη Γαλλία). Αλλά και από αυτό μετατοπίστηκε.
Μετά τη δεκαετία του ’90 καταπιάστηκε περισσότερο με το ζήτημα της ελληνικότητας, χωρίς πάντως να χαϊδεύει αυτιά. Για τον Ράμφο, οι εκσυγχρονιστικές μας δυσκολίες είχαν πάντα να κάνουν όχι απλά με το παρελθόν (με το γεγονός, π.χ., ότι δεν μας άγγιξε ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός…), αλλά και με τις αντιλήψεις μας, που αρνούμαστε να τις δούμε κριτικά. Στη «Λογική της Παράνοιας», το βιβλίο του που ίσως διαβάστηκε περισσότερο, καταλήγει στο συμπέρασμα πως «η Ελλάδα θα προχωρήσει μόνο αν αποβάλει τη νηπιακή συμπεριφορά, τη νοοτροπία της ήσσονος προσπάθειας, την πίστη σε “κακές” αλήθειες που διεκδικούν το αδιάψευστο. Αδιέξοδο και διέξοδος είμαστε εμείς οι ίδιοι», λέει.
Καταλαβαίνω την αμηχανία των αντίο. Ο Ράμφος δεν υπήρξε ποτέ ένας από μας. Ήταν μάλλον απέναντί μας. Όχι εχθρικά. Αλλά με αυστηρότητα. Γιατί, ενώ εμείς δεν τον ξέραμε, αυτός μας ήξερε καλά…