Στις συναυλίες άλλοι ψάχνουν ταυτίσεις και άλλοι αποστάσεις
Κάποιοι μπορεί να πηγαίνουν σε συναυλίες αλλά απλά για να μείνουν μακριά ο ένας από τον άλλο.
Δεν ήθελα να το γράψω τις μέρες που ήταν στην επικαιρότητα η θλίψη χιλιάδων ανθρώπων για τον αιφνίδιο θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη – σεβόμουν την θλίψη των ανθρώπων και δεν ήθελα και να πάρω μέρος σε καμία δημόσια συζήτηση από αυτές που έγιναν όχι για τις συνθήκες του θανάτου του (αυτές θα συνεχίζονται για καιρό…), αλλά για την ίδια την καλλιτεχνική του αξία. Τώρα που οι μέρες πέρασαν μπορώ να πω κάτι για όλους αυτούς που δήλωσαν πως δεν καταλαβαίνουν την οδύνη του κόσμου, αλλά και για κάποιους που θέλησαν να δείξουν ότι δεν συμμετέχουν στην γενικότερη θλίψη – ναι αναφέρομαι και σε κάποιους «έντεχνους» και στο πλήθος που εξέφρασε την απογοήτευσή του, όπως διάβασα, προς τον Σωκράτη Μάλαμα όταν αυτός αποχαιρέτησε σε συναυλία του τον Μαζώ.
Όταν φεύγει ένας λαϊκός τραγουδιστής καταλαβαίνουν οι πάντες τι ακριβώς σημαίνει λαϊκός τραγουδιστής. Όχι γιατί γεμίζει το διαδίκτυο αναρτήσεις των τραγουδιών του και φωτογραφίες του, ούτε γιατί πληθαίνουν τα αφιερώματα και τα καλά λόγια. Η σκηνή που μπορείς να δεις τι ακριβώς ήταν καταγράφεται στην ίδια την κηδεία του. Η τεράστια και αφθόρμητη παρουσία του κόσμου στην κηδεία του Γιώργου Μαζωνάκη κατέδειξε κάτι που συχνά διαφεύγει από όσους δυσκολεύονται να καταλάβουν γιατί οι λαϊκοί τραγουδιστές έχουν ακόμα λάμψη: ο λαϊκός τραγουδιστής είναι δημοφιλής γιατί μιλάει στην καρδιά του κόσμου κι ο κόσμος αυτό το αναγνωρίζει και το καταλαβαίνει. Ο λαϊκός τραγουδιστής γεμίζει μαγαζιά, τραγουδάει καμιά φορά εφήμερα σουξέ, σπανίως λέει ψαγμένα πράγματα. Αλλά δεν είναι ένας απλός διασκεδαστής όπως πολλοί που δεν καταλαβαίνουν τους λαϊκούς τραγουδιστές νομίζουν. Με την παρουσία και τον τρόπο του γίνεται βρίσκει το δικό του χώρου στη μνήμη των ανθρώπων που ταυτίζονται με τα τραγούδια του – σε μερικές περιπτώσεις και με την εικόνα του. Μάλιστα είναι ενδιαφέρον ότι ο λαϊκός τραγουδιστής βρίσκει χώρο και σε αυτό που λέμε «συλλογική μνήμη» και στην μνήμη του καθενός ξεχωριστά.
Διαβάστε επίσης
Στην περίπτωση του Μαζωνάκη (κι αυτό είναι από τα σπάνια…) είχαμε να κάνουμε με κάποιον που ήταν ταυτόχρονα γνωστός και άγνωστος, επιτυχημένος και διαφορετικός, όχι απαραίτητα κοντά στο μεγάλο κοινό, που αναζητά εύκολες ταυτίσεις, αλλά με ένα τρόπο άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Δεν την άνοιγε αυτή την πόρτα, αλλά ήταν και ταυτόχρονα ποπ είδωλο. Εκπρόσωπος μιας τέχνης πολύ ελληνικής, (πουθενά δεν ξέρω να υπάρχει κάτι ανάλογο με το δικό μας λαϊκό τραγούδι των κέντρων και των λουλουδιών) και συγχρόνως ένας τύπος που έμοιαζε ευάλωτος και που ο κόσμος τον είχε αποδεχτεί σαν αντισυμβατικό, ξεχωριστό και ιδιαίτερο και συγχρόνως λαϊκό, δηλαδή δικό του.
Το πλήθος που βρέθηκε στη Νίκαια, έδωσε το παρών όχι απλά σε μια μεγάλη τελετή αποχαιρετισμού, αλλά σε ένα από καρδιάς «αντίο». Όποιος πήγε στην κηδεία παρακινήθηκε από μια ανάγκη να μπορεί να πει στους φίλους του το πιο απλό «ήμουν κι εγώ εκεί». Το έκανε για προσωπικούς λόγους. Δεν αποχαιρέτησε απλά έναν καλλιτέχνη: απέδωσε ένα φόρο τιμής και σε ένα κομμάτι της προσωπικής του ζωής, στα πάθη του και στις αγάπες του, σε νύχτες του και λάθη του. Δεν είναι παράξενο που κάποιοι αυτό δεν το καταλαβαίνουν. Οι έντεχνοι δεν αισθάνονται ομότεχνοι του Μαζώ και του κάθε λαϊκού τραγουδιστή: συνήθως η Τέχνη τους είναι μια κουρτίνα πίσω από την οποία κρύβονται. Αλλά και όσοι δεν συγκινούνται με τα λαϊκά δεν κάνουν τίποτα το παράξενο. Δεν αγαπάνε λαϊκούς τραγουδιστές γιατί νιώθουν πως ότι τραγουδούν δεν τους αφορά: δεν χρειάζεται να τους κρατάμε κακία. Ασχολούνται με το τραγούδι και τους τραγουδιστές αλλιώς και για πολλούς άλλους λόγους – γιατί τους αρέσει η μουσική, γιατί γουστάρουν την άποψη του καλιτέχνη, γιατί δεν θέλουν ταυτίσεις αλλά αποστάσεις. Μπορεί να πηγαίνουν σε συναυλίες αλλά απλά για να μείνουν μακριά ο ένας από τον άλλο. Συμβαίνει…