Το Made in Greece είναι της μόδας…
Οι Έλληνες ποδοσφαιριστές που αγωνίζονται στο εξωτερικό δεν κάνουν απλώς καλές μεταγραφές. Χτίζουν, εδώ και χρόνια, ένα όνομα που πλέον ανοίγει πόρτες.
Τα τελευταία καλοκαίρια αποτελούν πάντοτε ξεχωριστές ειδήσεις οι μεταγραφές που κάνουν οι Έλληνες ποδοσφαιριστές που αγωνίζονται στο εξωτερικό. Παρουσιάζονται σαν ευκαιρία για ανάταση της χώρας! Υπερτονίζονται τα ποσά που οι παίκτες πληρώνονται, σαν να σου λένε «περίμενε λίγο, θα πάρεις χρήματα κι εσύ». Αναφέρονται λεπτομέρειες για συμβόλαια και μπόνους, σχολιάζονται οι πρώτες τοποθετήσεις λογιών λογιών ειδικών: γίνεται ντόρος. Μερικές φορές αυτό συμβαίνει υπερβολικά, φέτος όμως λογικά έγινε φασαρία. Διότι αυτά που συμβαίνουν με πρωταγωνιστές Έλληνες παίκτες που αγωνίζονται στο εξωτερικό είναι πολύ θεαματικά.
Η Άρσεναλ πλήρωσε 40 εκατομμύρια για να αποκτήσει τον Χρήστο Τζόλη από την Μπριζ. Η Μπορούσια Ντόρτμουντ έδωσε 33 για να αποκτήσει τον Κωνσταντίνο Καρέτσα από την Γκενκ. Πέρα από τα ποσά, οι δυο ξεκίνησαν τις καριέρες τους στις νέες τους ομάδες σαν έτοιμοι από καιρό. Ο Τζόλης διακρίθηκε όχι μόνο στα φιλικά, αλλά και στον τελικό του αγγλικού Σούπερ Καπ, στον οποίο η Άρσεναλ διέλυσε τη Μάντσεστερ Σίτι. Ο Καρέτσας σκόραρε στο πρώτο φιλικό στο οποίο αγωνίστηκε με την Μπορούσια – το έκανε, μάλιστα, κόντρα στην Άρσεναλ του Τζόλη.
Ομολογώ ότι διακρίνω λίγο αγνό ελληνικό επαρχιωτισμό όταν διαβάζω υπερβολές για τις μεταγραφές Ελλήνων παικτών που αγωνίζονται στο εξωτερικό. Πολλά από όσα γράφονται και λέγονται δείχνουν πως δεν καταλαβαίνουμε πόση εκτίμηση υπάρχει για τους Έλληνες παίκτες – ίσως γιατί εμείς δεν τους έχουμε δείξει όση εκτίμηση θα έπρεπε.
Ο Τζόλης και ο Καρέτσας είναι από τους τυχερούς: τους αγαπάμε. Άλλοι είναι λιγότερο. Αντιμετωπίστηκε, π.χ., με ένα είδος θαυμασμού η περίπτωση του Κωνσταντίνου Κουλιεράκη, που άφησε τη Βόλφσμπουργκ για τη Ρόμα. Πολλοί στάθηκαν στο γεγονός ότι η γερμανική ομάδα υποβιβάστηκε. Κι αναρωτήθηκαν πώς γίνεται οι Ιταλοί να δίνουν τόσα χρήματα για κάποιον που δεν βοήθησε την ομάδα του να μείνει στην κατηγορία. Ανάλογα ακούω και κάθε φορά που εκδηλώνεται ενδιαφέρον για τον Μαυροπάνο, π.χ. Κι αυτός υποβιβάστηκε με τη Γουέστ Χαμ. Αλλά στην ομάδα αυτή είναι πλέον πολυτέλεια.
Συμβαίνει κάτι απλό. Πέρα από το ότι οι ποδοσφαιριστές αυτοί είναι πολύ καλοί, γίνονται στόχοι σημαντικών ομάδων και γιατί έχουν προηγουμένως υπάρξει άλλοι Έλληνες που έχουν δημιουργήσει πολύ καλό όνομα για το Made in Greece.
Από την Άρσεναλ πέρασε ο Σωκράτης Παπασταθόπουλος: οι άνθρωποι των Κανονιέρηδων θυμούνται πόσο εξαιρετικός επαγγελματίας ήταν. Ο Γκέκας έκανε σπουδαία πράγματα με την Μπόχουμ στην Μπουντεσλίγκα. Η Μπορούσια Ντόρτμουντ δεν είχε κανέναν ενδοιασμό για να εντάξει στις τάξεις της έναν νεαρό Έλληνα διεθνή όπως ο Καρέτσας. Στη συνέχεια πήρε και τον Κωνσταντέλια – όχι τυχαία.
Η περίπτωση του Κουλιεράκη είναι, υπό αυτό το πρίσμα, η πλέον ενδεικτική. Όντως ο Κουλιεράκης δεν έκανε φέτος στη Γερμανία την καλύτερη σεζόν της καριέρας του. Φταίει σαφώς και η ομάδα του: η Βόλφσμπουργκ, που ξεκίνησε με όνειρα διεκδίκησης ευρωπαϊκού εισιτηρίου, υποβιβάστηκε. Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι παράξενο ότι ο Κουλιεράκης ήρθε σε συμφωνία με τη Ρόμα, που τον είχε στα ραντάρ της καιρό πριν τον πλησιάσει.
Η εξήγηση είναι απλή. Στη Ρόμα έχουν αγωνιστεί ο Τραϊανός Δέλλας, ο Βασίλης Τοροσίδης, ο Κώστας Μανωλάς και ο Τσιμίκας. Από τους τέσσερις, μόνο ο Τσιμίκας δεν αγαπήθηκε πολύ από το απαιτητικό κοινό της ομάδας: τους άλλους τρεις τους θυμούνται σαν χρησιμότατους παίκτες και ειδικά τον Μανωλά τον λατρεύουν.
Είναι τόσο καλό το όνομα που άφησε εκεί, που οι Ρωμαίοι ακούν «Έλληνας στόπερ» και δεν τους ενδιαφέρει τίποτα άλλο: αν είναι Έλληνας και είναι και στόπερ, είναι αξιόπιστος!
Σε αυτό θέλω να καταλήξω. Μακριά από μας, οι Έλληνες ποδοσφαιριστές αργά αλλά σταθερά έχτισαν πολλά. Φέτος το καλοκαίρι απλά μας θύμισαν ότι, χωρίς να το έχουμε καταλάβει, το Made in Greece είναι της μόδας…