Είναι η Ελλάδα μία «κανονική» χώρα;

Είναι η Ελλάδα μία «κανονική» χώρα;

Σε περιόδους βαθέων εθνικών κρίσεων, σε στιγμές που δοκιμάζονται οι καταστατικές αρχές μιας κοινωνίας, τα ζητήματα ταυτότητας αναδεικνύονται σχεδόν πάντοτε. Η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση

Βυθιζόμενη στα σκοτεινά νερά της οικονομικής αφερεγγυότητας, της θεσμικής αναξιοπιστίας και της κοινωνικής δυσαρέσκειας, η απόσταση που χωρίζει τη χώρα μας από τους ευρωπαίους εταίρους της μοιάζει ολοένα να μεγαλώνει πυροδοτώντας τη συζήτηση για τις αγεφύρωτες (;) διαφορές μας από ότι ορίζεται ως ευρωπαϊκή νεωτερικότητα.

Τα εθνικά στερεότυπα που κυριαρχούν ανάμεσα στους λαούς λίγη πρακτική αξία έχουν, πέρα από ανεκδοτολογικού χαρακτήρα παρατηρήσεις. Περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σχετική συζήτηση στο εσωτερικό της χώρας, εδώ όπου υποστηρικτές και πολέμιοι του εκσυγχρονισμού του κράτους φαίνεται να συγκλίνουν στην άποψη της ύπαρξης μιας «ελληνικής ιδιαιτερότητας» που την διαφοροποιεί ουσιαστικά από το ευρωπαϊκό περιβάλλον. Για τους πρώτους, συνιστά άλλοτε κυνική παραδοχή συνθηκολόγησης («τίποτε δεν αλλάζει σε αυτό τον τόπο») και άλλοτε χαιρέκακη επιβεβαίωση της αφ υψηλού ματιάς τους στα πράγματα («αυτός ο λαός δεν αξίζει κάτι καλύτερο»). Για τους δεύτερους, προσφέρει προνομιακό πεδίο καλλιέργειας ενός  παραπλανητικού εφησυχασμού που χαϊδεύει τις ανασφάλειες και το ναρκισσισμό μας. Ακόμη χειρότερα όμως, η εργαλειακή χρήση πολιτιστικών διαφορών προωθεί σε πολιτικό επίπεδο επιλογές επικίνδυνης ρήξης με τις βασικές (ευρωπαϊκές) επιλογές της χώρας.

Ωστόσο, θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί με τη χρήση της έννοιας του «εθνικού χαρακτήρα» όπως επίσης και με το τι συνιστά μια «κανονική χώρα». Αν και ο κλάδος της κοινωνικής ανθρωπολογίας έχει εμπλουτίσει τις αναζητήσεις της πολιτικής επιστήμης, οι μονο-παραγοντικές εξηγήσεις πρέπει να αποφεύγονται για την ερμηνεία σύνθετων κοινωνικών φαινομένων. Ταυτόχρονα όμως πρόκειται για μια συντηρητική αντίληψη που υπονοεί πως η πολιτική κουλτούρα και οι κοινωνικές δομές παραμένουν αμετάβλητες στο χρόνο.

Πρόσφατα οι γνωστοί πολιτικοί οικονομολόγοι Ντάρον Ακέμογλου και Τζαίημς Ρόμπινσον στο σπουδαίο βιβλίο τους Γιατί να Αποτυγχάνουν τα Έθνη- οι καταβολές της ισχύος, της ευημερίας και της  φτώχειας, υποστηρίζουν ότι δεν είναι η κουλτούρα ή η γεωγραφία αλλά η επιλογή των κατάλληλων θεσμών που επιδρούν καθοριστικά στην πορεία μιας χώρας. Ανάμεσα στο πλήθος παραδειγμάτων που παραθέτουν ξεχωρίζει η περίπτωση της διαφορετικής ιστορικής πορείας που ακολούθησαν η Βόρεια και η Νότια Κορέα έπειτα από το διαχωρισμό της χώρας στον 38ο παράλληλο (1948), αν και ξεκίνησαν με τις ίδιες αρχικές συνθήκες. Οι δύο Κορέες μοιράζονταν την ίδια γεωμορφολογία, τις ίδιες κλιματικές συνθήκες και πλουτοπαραγωγικές πηγές (με τη Βόρεια Κορέα να υπερέχει σε ορυκτό πλούτο). Μοιράζονταν επίσης την ίδια κουλτούρα (παρουσιάζοντας ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα γλωσσικής, εθνοτικής και πολιτιστικής ομοιογένειας). Τέλος, βρίσκονταν στο ίδιο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης, με τη Βόρεια Κορέα να υπερέχει καθώς στα εδάφη της βρισκόταν συγκεντρωμένο μεγάλο μέρος της εκβιομηχανισμένης παραγωγής και των ιαπωνικών επενδύσεων. Τι άλλαξε λοιπόν;

Η Βόρεια Κορέα, υπό την τυραννική εξουσία του Κιμ Ιλ Σουνγκ, προχώρησε σε ένα πείραμα βίαιου κοινωνικού μετασχηματισμού, χρησιμοποιώντας το «οπλοστάσιο» της λενινιστικής και μαοϊκής θεωρίας. Κατάργησε την ιδιωτική ιδιοκτησία και τα περιουσιακά δικαιώματα και κατεύθυνε το σύνολο των οικονομικών αποφάσεων μέσω της γραφειοκρατίας, αντί των αγορών. Αντίθετα, η Νότια Κορέα υιοθέτησε φιλελεύθερους θεσμούς οικονομικής ανάπτυξης, κατοχυρώνοντας τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα και παρέχοντας κίνητρα επενδύσεων και ανάπτυξης μέσω των αγορών. Σήμερα γνωρίζουμε καλά τα διαφορετικά αποτελέσματα των δύο αυτών επιλογών. Η Νότια Κορέα βρίσκεται ανάμεσα στα πλουσιότερα κράτη του κόσμου, ενώ η Βόρεια Κορέα λαμβάνει επισιτιστική βοήθεια και στην επαρχία της έχουν αναφερθεί ακόμη και περιστατικά κανιβαλισμού. Αρκεί να δει κάποιος τη νυχτερινή απεικόνιση της Κορέας από δορυφορική λήψη, με το βόρειο τμήμα της χώρας να βρίσκεται βυθισμένο στο σκοτάδι.

Η Ελλάδα φαίνεται να επιβεβαιώνει πλήρως την παραπάνω προσέγγιση. Αρκεί μια προσεκτική ματιά σε εκείνους τους πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες που διαμορφώνουν τις θεσμικές προϋποθέσεις της οικονομικής ανάπτυξης (διευκόλυνση επιχειρηματικότητας, καινοτομία, επενδυτικό περιβάλλον, αποτελεσματική γραφειοκρατία, απονομή δικαιοσύνης, εκπαιδευτικό σύστημα, ανταγωνιστικές αγορές), για  να αντιληφθούμε την δραματική μας υστέρηση όχι μόνο από τα αναπτυγμένα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και από τα υπόλοιπα «γουρουνάκια» (από το ακρωνύμιο PIIGS που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις «άσωτες» οικονομίες της Πορτογαλίας, Ιταλίας, Ιρλανδίας, Ελλάδας και Ισπανίας).  Επιδόσεις που μας τοποθετούν στις τελευταίες θέσεις της παγκόσμιας κατάταξης, μαζί με τις αντίστοιχες των χωρών της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής.

Οι θεσμικές επιλογές των τελευταίων δεκαετιών καθόρισαν την οικονομική μας πορεία. Διαμόρφωσαν ένα μοντέλο «ληστρικού μικρο-καπιταλισμού» όπου εντός μιας κλειστής πολιτικής και οικονομικής αγοράς ένα πολυποίκιλο πλήθος προσοδοθηρικών ομάδων είχαν συμφέρον και δυνατότητα να συμπεριφερθούν ως «εγκατεστημένοι κλέφτες» καταληστεύοντας τον εθνικό πλούτο. Ταυτόχρονα οι θεσμοί που υιοθετήσαμε προσάρμοσαν σε αυτούς αντιλήψεις και συμπεριφορές ατόμων και ομάδων. Υπονομεύοντας κάθε διάθεση δημιουργίας, την υγιή επιχειρηματικότητα, την ανάληψη πρωτοβουλίας, την κοινωνική προσφορά- αυτές, δηλαδή, τις ιδέες που συγκροτούν το αξιακό πλαίσιο του δυτικού φιλελευθερισμού. Και κάπως έτσι φτάνουμε στην καταστροφή πολύτιμου κοινωνικού κεφαλαίου και στη διαμόρφωση μιας κοινωνίας «χαμηλής εμπιστοσύνης». Έτσι, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Κατάλογο Φιλανθρωπίας για το 2013, η Ελλάδα καταλαμβάνει μόλις την 135η θέση ανάμεσα σε 160 κράτη στη σχετική παγκόσμια κατάταξη, η οποία περιλαμβάνει τις επιδόσεις τους στους μετρήσιμους δείκτες της συμμετοχής των πολιτών σε εθελοντικούς οργανισμούς, την παροχή οικονομικής ενίσχυσης σε φιλανθρωπίες καθώς και την παροχή βοήθειας σε αγνώστους.

Τελικά, η συζήτηση περί της «κανονικότητας» της Ελλάδας, είναι η κατ’  εξοχήν πολιτική συζήτηση. Αφορά την επιλογή που πρέπει να κάνουμε ως κοινωνία, την επιλογή του καθρέφτη στον οποίο πρέπει να αναζητήσουμε την αναπαράστασή μας- εν ολίγοις, με ποιό πρότυπο επιλέγουμε να αναμετρηθούμε. Σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχει τίποτε νομοτελειακό στην εθνική μας πορεία. Καμία περίφημη ελληνική «ιδιοπροσωπία» δεν σφραγίζει αναπόδραστα τη μοίρα μας και σίγουρα όχι αυτή της κλειστής, μίζερης και αυτό-αναφορικής Ελλάδας. Τουναντίον, στη βάση της συγκρότησης του ελληνικού κράτους συνυπάρχουν ιδεολογικά στοιχεία μιας φιλελεύθερης πολιτικής κουλτούρας που καταδεικνύουν ότι η απόσταση που μας χωρίζει από τις ευημερούσες δημοκρατίες της Δύσης δεν είναι αγεφύρωτη. Αρκεί να εντρυφήσει κάποιος στη πλούσια παράδοση του νεοελληνικού Διαφωτισμού, από τον Καταρτζή που μετάφρασε Βολτέρο έως τον Ελληνική Νομαρχία που υπεραμύνεται του κράτους δικαίου. Και από τον φιλελεύθερο ανθρωπισμό του Αδαμάντιου Κοραή μέχρι τις επίμονες προσπάθειες του Ελευθέριου Βενιζέλου για τον εκσυγχρονισμό του ελληνικού κράτους.

Ο δρόμος που έχουμε μπροστά μας είναι δύσβατος και ο προορισμός αβέβαιος. Όμως, «από κάπου πρέπει να αρχίσει κανείς!», όπως έγραψε ο Σεφέρης. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν θέτοντας τουλάχιστον τα σωστά ερωτήματα.

Σχετικά άρθρα