“Εκλογές 2015 – Οι λέξεις πίσω από τα νούμερα των δημοσκοπήσεων”
Αντικειμενικό διακύβευμα των εκλογών παραμένει η «κυβερνησιμότητα». Για τον μέσο πολίτη αυτό σημαίνει πολύ απλά «ασφάλεια», «σταθερότητα», «κανονικότητα». Αυτό το τελευταίο στοιχείο, πέρα από υποκειμενικό, είναι στην ουσία και η κοινωνική προσμονή κλειδι
“Εκλογές 2015 – Οι λέξεις πίσω από τα νούμερα των δημοσκοπήσεων”
Οι εκλογές που βιώνουμε παραμένουν σταθερά μέσα στο πλαίσιο της ακραίας αβεβαιότητας, της αποδόμησης των στερεοτύπων, της απογοήτευσης των αναμονών, της ιδεολογικής σύγχυσης. Είναι ξεκάθαρα το τελευταίο ίχνος της μεταπολιτευτικού πολιτικού πολιτισμού. Παράλληλα είναι ίσως και η πρώτη φορά που το βασανιστικό (και καταστροφικό) δίπολο «μνημόνιο – αντιμνημόνιο» υποχωρεί και μεταλλάσσεται. Τα αποτελέσματα των διαφόρων μετρήσεων επιβεβαιώνουν, για την ώρα, αυτές τις τάσεις.
Αντικειμενικό διακύβευμα των εκλογών παραμένει η «κυβερνησιμότητα». Για τον μέσο πολίτη αυτό σημαίνει πολύ απλά «ασφάλεια», «σταθερότητα», «κανονικότητα». Αυτό το τελευταίο στοιχείο, πέρα από υποκειμενικό, είναι στην ουσία και η κοινωνική προσμονή – κλειδί. Τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς την επικοινωνία του.
Αντιλαμβανόμενο διακύβευμα (αυτό δηλαδή που ως συνήθεια ή στερεότυπο επικρατεί και επιβάλλεται στη συνείδηση του πολίτη) των εκλογών είναι η «εκπροσώπηση» . Είναι το κρίσιμο έλλειμμα που τελικά μπορεί να κρίνει και το τελικό αποτέλεσμα. Παραδοσιακά τα κόμματα εκπροσωπούσαν τους πολίτες. Εκπροσωπούσαν κυρίως με τον ένα ή άλλο τρόπο τα συμφέροντά τους. Ομαδικά και ατομικά. Με απλά λόγια τα κόμματα δεν εναρμόνιζαν αιτήματα με γνώμονα το «εθνικό», αλλά τα εφάρμοζαν, ωμά, με στόχο το «(υπερ)τοπικό».
Τα τελευταία χρόνια η εκπροσώπηση άλλαξε χαρακτήρα με βίαιο τρόπο. Το ατομικό/ομαδικό/συντεχνιακό «συμφέρον» μετατράπηκε απότομα, χωρίς κοινωνική διαπραγμάτευση (κοινωνικοποίηση), σε συνολικό εκσυγχρονισμό. Το δυσάρεστο είναι ότι εκ των πραγμάτων η αλλαγή αυτή επιβλήθηκε «έξωθεν», από την Ευρώπη, τους «δανειστές», τη Μέρκελ. Πάντως όχι από «εμένα», γιατί έκρινα ότι αυτό είναι το σωστό, το δίκαιο, το συμφέρον.
Για λόγους περισσότερο εύληπτου σχήματος και λιγότερο αξιολογικής ουσίας, μπορούμε να πούμε ότι ο προεκλογικός χάρτης καταγράφει κατ’ αρχήν δύο μεγάλα κόμματα υβριδικών μετα-μνημονιακών κομμάτων, με ελαστικά, «αντιμνημονιακά» χαρακτηριστικά (ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ). Η καθαρή μνημονιακή ατζένα κυριαρχεί σε 3 μικρά κόμματα (Κ.Κ.Ε. – Λ.Ε. – Χ.Α.). Ακολουθούν τα κόμματα – μεταπράτες, με ή χωρίς ιδεολογικό αντίκρυσμα (ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι) και οι περιστασιακές εκφράσεις παρορμητικής αντίδρασης ή απλώς κοινωνικού “χαβαλέ” (Ε.Κ.).
Ένα ακόμα πρόβλημα για τα κόμματα, κυρίως σε αυτές τις εκλογές, είναι η επικοινωνία του κυρίαρχου αφηγήματος και του βασικού μηνύματος. Η διάσταση μεταξύ αντικειμενικού και αντιλαμβανόμενου διακυβεύματος οδηγεί σε μια και μόνο επιλογή: την «κατά συνθήκη παραπλάνηση». Είναι η μέθοδος που ακολούθησε και ο ΣΥΡΙΖΑ στο δημοψήφισμα. Το προσλαμβανόμενο μήνυμα (το εθνικό – διαπραγμάτευση, συμφωνία) ήταν εντελώς διαφορετικό από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα (το κομματικό – συσπείρωση, συστράτευση). Στην πράξη, μέχρι στιγμής και τα δύο μεγάλα κόμματα εφαρμόζουν αυτή ακριβώς τη στρατηγική. Αντί για την κυβερνησιμότητα, η «εξαίρεση» για τη ΝΔ και το «παλιό» για τον ΣΥΡΙΖΑ. Μάλλον αναπόφευκτα, τα επιτελεία των κομμάτων επιμένουν στο τακτικό επίπεδο σε εμμονικές πρακτικές, που αποδείχθηκαν λανθασμένες στο πρόσφατο παρελθόν.
Ο ΣΥΡΙΖΑ ξεκίνησε, όχι χωρίς λόγο, μάλλον παθητικά την προεκλογική προσπάθεια. Η ανοιχτή πληγή της απόσχισης αιμορραγεί ποικιλοτρόπως. Ουσιαστικά εξακολουθεί να παραμένει χωρίς πειστικό αφήγημα. Ο προεκλογικός λόγος που αρθρώνει περιορίζεται στο γενικόλογο σχήμα του «θα παλέψουμε» (να κάνουμε κοινωνικά δικαιότερο το «κακό» μνημόνιο που μας επιβλήθηκε). Ταυτόχρονα επισείει προειδοποιητικά λανθάνουσες παραπομπές στα αρνητικά στερεότυπα του «κακού» παρελθόντος: «καρέκλες», «συμφέροντα», «διαφθορά». Συμβολικά στοιχεία δηλαδή που θυμίζουν στους πολλούς που «δεν έχουν» το γιατί φτάσαμε στην κοινωνική αποσύνθεση και την εθνική χρεοκοπία. Παραμένει αβέβαιο το αν αυτή η στάση συνιστά ηθελημένη στρατηγική, που ανάμεσα σε άλλα συνεκτιμά την αναγκαστική αποδοχή της «τιμωρίας» από το εκλογικό σώμα. Λογικά, η ηγεσία του κόμματος επιδιώκει η όποια τιμωρία να είναι ελεγχόμενη και όχι ανεξέλεγκτη.
Όλο και περισσότερο, έστω και διστακτικά, ο ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να απομακρύνεται από τη νεο-κομμουνιστική διαλεκτική και να ασπάζεται το λειτουργικό (και όχι αξιακό) υπόβαθρο της σοσιαλδημοκρατίας. Παρ’ όλα αυτά βρίσκεται «χωροταξικά» σε δυσμενέστερη θέση από τη Νέα Δημοκρατία. Η Λαϊκή Ενότητα βρίσκεται στην ίδια γειτονιά. Δεν παύει να είναι συμβολικά (και ίσως ιδεολογικά) «σάρκα» του ΣΥΡΙΖΑ. Οι ψηφοφόροι του (παρελθοντικοί ή εν δυνάμει) εξακολουθούν να βρίσκονται σε ιδεολογική σύγχυση και πολιτική αμηχανία. Είναι αξιοπρόσεκτο πάντως ότι η αρχικά χαμηλή συσπείρωση ενισχύεται σταθερά από μέρα σε μέρα. Ισχυρό χαρτί του ΣΥΡΙΖΑ παραμένει ο Αλέξης Τσίπρας, παρά το διαφαινόμενο έλλειμμα ηγετικότητας στις μέχρι τώρα εμφανίσεις του. Το στοίχημα των εκλογών παραμένει προσωπικό, δυνατό και αδύνατο σημείο ταυτόχρονα για το παρόν και το μέλλον, του ίδιου και του κόμματός του.
Η Νέα Δημοκρατία δείχνει να πετυχαίνει, κυρίως χάρις στον «αυθάδη» Βαγγέλη Μεϊμαράκη, τη μόνη λογική στόχευση που θα μπορούσε να έχει: να ομογενοποιήσει τον δεξιό χώρο. Προσοχή: όχι την κεντροδεξιά, αλλά κυρίως τις διάφορες «δεξιές» αποχρώσεις, από τη «φωτισμένη» μέχρι τη «λαϊκή» δεξιά. Αυτή ακριβώς είναι και η κρίσιμη διαφοροποίηση. Για τον μέσο, δεξιό ψηφοφόρο η απόσταση ανάμεσα στην παραδοσιακή δεξιά και την ακραία εθνικιστική της έκφραση ξαφνικά μεγάλωσε. Η επιλογή έγινε δυσκολότερη και μάλιστα με ορατά τα αρνητικά επιχειρήματα. Από την άλλη πλευρά, η συμπαράταξη παλιών και νέων στελεχών δυναμώνει το μήνυμα κυρίως της «έμπειρης» (και λιγότερο της «αποτελεσματικής», ευνόητους λόγους) ομάδας. Ο interim ηγέτης καλύπτει το έλλειμμα της κομματικής υπερηφάνειας, αμβλύνει ευκολότερα τις ανταγωνιστικές διαφορές (ως outsider) και προωθεί την προστατευτική εικόνα του κόμματος «πατέρα».
Είναι σημαντικό ότι η Ν.Δ. έχει καταφέρει να σχηματοποιήσει ένα σχετικά καθαρό προεκλογικό αφήγημα. Στο τακτικό επίπεδο θυμίζει ότι το «δικό» της μνημόνιο («θα») ήταν καλύτερο και («θα») οδηγούσε στην κανονικότητα. Προωθεί τη μνημονιακή – πελατειακή λογική της «εξαίρεσης» από το «κακό αριστερό μνημόνιο» κρίσιμων για εκείνη κοινωνικών ομάδων (αγρότες – αγορά). Το μήνυμα «λιγότεροι φόροι» είναι ιδιαίτερα ισχυρό και γίνεται ευθέως αποδεκτό από την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος. Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η (φιλελεύθερη) κεντροδεξιά επιδίωξη του εκσυγχρονισμού και των κάθετων μεταρρυθμίσεων απουσιάζει «διακριτικά» από τον γαλάζιο πολιτικό λόγο. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι η Ν.Δ. έχει πετύχει για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια να συσπειρώσει τον κόσμο της έγκαιρα. Το σημαντικότερο είναι ότι πετυχαίνει για πρώτη φορά μετά το 2004 (για τους λάθος λόγους, όπως και ο ΣΥΡΙΖΑ τον περασμένο Ιανουάριο) την εισροή «ενθουσιαστικού» ψήφου στις προεκλογικές τάξεις της.
Για την ώρα το προεκλογικό σκηνικό πορεύεται στη βάση ενός παράδοξου δι-πολυπολισμού. Η αδιευκρίνιστη ψήφος βρίσκεται σταθερά σε διψήφιο ποσοστό. Τα δύο μεγαλύτερα κόμματα δείχνουν να αυξάνουν τα μεγέθη τους συμπιέζοντας τα μικρότερα στο ίδιο επίπεδο αποδοχής και επιρροής. Το «αντιμνημονιακό» μπλοκ κινείται σε σταθερό αθροιστικό πλαίσιο. Το ΠΑΣΟΚ δείχνει παραδόξως να διατηρεί έναν αμιγή, σταθερό πυρήνα που ενδεχομένως διασφαλίζει την είσοδο στη βουλή και κυρίως επιτρέπει τη διαμόρφωση λειτουργικού μετεκλογικού ρόλου.
Με τον ένα ή άλλο τρόπο και τα δύο κόμματα που διεκδικούν τη στατιστική αυτοδυναμία επενδύουν στην εύπεπτη αοριστία της συνεργασίας. Παράλληλα χτίζουν πελατειακές σχέσεις μέσα από την «επιλεκτική» αποδόμηση του μνημονίου. Ας σημειώσουμε ότι αν η δυνατότητα διαπραγμάτευσης των εθνικών υποχρεώσεων είχε θεωρητικό υπόβαθρο μετά τον Ιανουάριο, στους επόμενους μήνες μόνο ως φαντασιακή προοπτική μπορεί να προσεγγιστεί. Φυσικά αυτή είναι μια «διαχειριστική λεπτομέρεια» που θα απασχολήσει την όποια μελλοντική κυβέρνηση.
Θεωρητικά τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και το ΠΑΣΟΚ μπορούν να κερδίσουν αυτές τις εκλογές αν ξεπεράσουν σημαντικά δομικά «φράγματα».
Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει απέναντί του τη δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στην κοινωνική δικαιοσύνη και την τεχνοκρατική διαχείριση. Το σχήμα είναι φαινομενικά οξύμωρο. Μπορεί, δύσκολα ή εύκολα, να γεφυρωθεί στη λογική της φορολογικής ισότητας και της διαφάνειας του δημόσιου βίου. Παραμένει επίσης σε εκκρεμότητα η υπόσχεση μετεξέλιξης από το ανάχωμα της ριζοσπαστικής διεκδίκησης στο αστικό περιβάλλον της σοσιαλδημοκρατίας.
H Νέα Δημοκρατία επενδύει στην ενθουσιαστική ορμή της διαμαρτυρίας για τους ατυχείς χειρισμούς των προηγούμενων μηνών. Η ομπρέλα προστασίας και ασφάλειας που ανοίγει στους «νεο-αγανακτισμένους» αστούς, με τη μορφή του παραδοσιακού, συντηρητικού «πατερούλη», έχει ένα όριο: Τον «πατέρα – αφέντη» της αυταρχικής δεξιάς. Ένα ακόμα αρνητικό στοιχείο είναι και ότι ο κοινωνικός τρόμος του «Μαξίμου της Συγκυβέρνησης» επιβιώνει ως τραυματική εμπειρία στη συνείδηση συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων (συμπεριλαμβανομένης και αυτής των μικρομεσαίων επαγγελματιών).
Το αν θα καταφέρουν να υπερβούν τις κοινωνικοπολιτικές υπερβάσεις που τους αναλογούν, στον δραματικά περιορισμένο πολιτικό χρόνο που έχουν στη διάθεσή τους, θα το δείξει η κάλπη. Ένα είναι βέβαιο, ότι αυτές οι εκλογές, πέρα από τα στατιστικά νούμερα, τα καθαρά μηνύματα και τις λεπτομέρειες, θα τις κερδίσει αυτός που θα κάνει πρώτος τη «ρήξη».