Την πρώτη φορά που σε μειώνει, φύγε
Υπάρχουν ειδήσεις που διαβάζεις και τις ξεχνάς λίγες ώρες αργότερα. Υπάρχουν όμως και ειδήσεις που μένουν μέσα σου σαν πέτρα
Όχι μόνο για τη φρίκη που περιγράφουν, αλλά γιατί σε αναγκάζουν να κοιτάξεις κατάματα μια πραγματικότητα που εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε σαν εξαίρεση, ενώ στην πραγματικότητα είναι ένα βαθύ κοινωνικό πρόβλημα που βρίσκεται δίπλα μας, μέσα στις οικογένειες, στις σχέσεις, στα σπίτια ανθρώπων που μέχρι χθες έμοιαζαν απολύτως φυσιολογικοί.
Η γυναικοκτονία της Βασιλικής στην Καλαμάτα είναι μία από αυτές τις ειδήσεις. Μια νέα γυναίκα έχασε τη ζωή της με τρόπο που κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να διαβάσει χωρίς να νιώσει σοκ, οργή και θλίψη. Και όπως συμβαίνει μετά από κάθε τέτοιο έγκλημα, η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τα ίδια ερωτήματα. Πώς φτάσαμε ως εδώ; Γιατί συνέβη; Θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί;
Η αλήθεια είναι ότι σχεδόν ποτέ μια γυναικοκτονία δεν ξεκινά τη μέρα του εγκλήματος. Δεν ξεκινά τη στιγμή που ο δράστης σηκώνει το χέρι του ή κρατά ένα όπλο ή ένα μαχαίρι.
Εκείνη η στιγμή είναι απλώς η τραγική κορύφωση μιας διαδρομής που συνήθως έχει αρχίσει πολύ νωρίτερα, όταν κανείς ακόμη δεν μιλά για βία, όταν κανείς δεν υποψιάζεται ότι υπάρχει κίνδυνος και όταν ακόμη και το ίδιο το θύμα προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του ότι όλα μπορούν να διορθωθούν.
Γι’ αυτό πιστεύω ότι κάθε γυναίκα πρέπει να θυμάται μια φράση που ίσως ακούγεται σκληρή αλλά κρύβει μέσα της μια τεράστια αλήθεια: την πρώτη φορά που σε μειώνει, φύγε.
Όχι την πρώτη φορά που θα σε χτυπήσει. Την πρώτη φορά που θα σε μειώσει.
Γιατί η βία δεν εμφανίζεται πάντοτε με τη μορφή που έχουμε στο μυαλό μας. Δεν φορά πάντα το πρόσωπο της σωματικής επίθεσης.
Υπάρχει μια άλλη μορφή βίας, πολύ πιο αθόρυβη, πολύ πιο ύπουλη και συχνά πολύ πιο επικίνδυνη. Είναι η συναισθηματική κακοποίηση.
Είναι η διαδικασία μέσα από την οποία ένας άνθρωπος προσπαθεί να διαλύσει αργά και συστηματικά την αυτοεκτίμηση ενός άλλου ανθρώπου, μέχρι εκείνος να πάψει να πιστεύει στον εαυτό του.
Αρχίζει σχεδόν ανεπαίσθητα. Με ένα σχόλιο που παρουσιάζεται ως αστείο. Με μια ειρωνεία που βαφτίζεται χιούμορ. Με μια κριτική που υποτίθεται ότι γίνεται «για το καλό σου».
Με μια ζήλια που παρουσιάζεται ως ενδιαφέρον. Με έναν έλεγχο που βαφτίζεται αγάπη. Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβει κανείς, αρχίζει να χτίζεται μια σχέση ανισότητας, μέσα στην οποία ο ένας άνθρωπος προσπαθεί να αποκτήσει δύναμη και εξουσία πάνω στον άλλον.
Το πιο επικίνδυνο στοιχείο αυτής της μορφής βίας είναι ότι δεν αφήνει εμφανή σημάδια. Δεν υπάρχουν μώλωπες για να φωτογραφηθούν. Δεν υπάρχουν τραύματα για να τα δει ένας γιατρός.
Υπάρχει όμως κάτι εξίσου καταστροφικό: η σταδιακή διάλυση της προσωπικότητας του θύματος. Υπάρχει η γυναίκα που αρχίζει να αμφισβητεί την κρίση της. Που ζητά συγγνώμη ακόμη και όταν δεν φταίει. Που αισθάνεται ενοχές επειδή θέλει να δει τους φίλους της. Που φοβάται να εκφράσει μια διαφορετική άποψη. Που περπατά συνεχώς πάνω σε ένα αόρατο σχοινί, προσπαθώντας να μη δημιουργήσει εντάσεις.
Και κάπου εκεί γεννιέται το μεγάλο κοινωνικό λάθος. Η ερώτηση που ακούμε μετά από κάθε γυναικοκτονία: «Γιατί δεν έφυγε;»
Ίσως γιατί μέχρι να φτάσει η σωματική βία, έχει προηγηθεί μια μακρά διαδικασία ψυχολογικής εξουθένωσης. Ίσως γιατί κάποιος είχε ήδη καταφέρει να της στερήσει την αυτοπεποίθηση, την ανεξαρτησία και την πίστη ότι αξίζει μια καλύτερη ζωή. Ίσως γιατί είχε πειστεί ότι φταίει η ίδια. Ίσως γιατί φοβόταν. Ίσως γιατί ήλπιζε ότι θα αλλάξει. Ίσως γιατί αγαπούσε ακόμη. Οι ανθρώπινες σχέσεις δεν είναι μαθηματικές εξισώσεις και κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τι συμβαίνει πίσω από μια κλειστή πόρτα.
Αυτό που γνωρίζουμε όμως είναι ότι η αγάπη δεν μειώνει. Η αγάπη δεν ταπεινώνει. Η αγάπη δεν ελέγχει. Η αγάπη δεν φοβίζει.
Η αγάπη δεν απομονώνει έναν άνθρωπο από τον κόσμο του. Όταν αυτά τα στοιχεία εμφανίζονται σε μια σχέση, δεν μιλάμε πια για αγάπη. Μιλάμε για εξουσία.
Και ίσως ήρθε η ώρα να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνουμε τις γυναίκες. Για δεκαετίες τους λέγαμε να κάνουν υπομονή, να προσπαθούν περισσότερο, να συγχωρούν, να κρατούν τη σχέση ζωντανή με κάθε κόστος. Τους μάθαμε να αντέχουν. Ίσως όμως το ζητούμενο να μην είναι η αντοχή αλλά η φυγή. Ίσως το πιο γενναίο πράγμα που μπορεί να κάνει μια γυναίκα δεν είναι να μείνει. Ίσως είναι να φύγει.
Να φύγει όταν ο σεβασμός χάνεται. Να φύγει όταν η αξιοπρέπειά της αρχίζει να τραυματίζεται. Να φύγει όταν κάποιος προσπαθεί να τη μικρύνει για να αισθανθεί ο ίδιος μεγαλύτερος.
Γιατί η βία δεν ξεκινά με το χτύπημα. Το χτύπημα είναι συνήθως το τελευταίο κεφάλαιο μιας ιστορίας που έχει αρχίσει πολύ νωρίτερα.
Η βία ξεκινά τη στιγμή που ένας άνθρωπος πιστεύει ότι έχει δικαίωμα να υποτιμήσει, να ελέγξει και να εξουσιάσει έναν άλλον άνθρωπο.
Και γι’ αυτό, κάθε φορά που μια νέα γυναικοκτονία συγκλονίζει τη χώρα, δεν πρέπει να θυμόμαστε μόνο τη φρίκη του τέλους. Πρέπει να θυμόμαστε και όλα εκείνα τα μικρά, σχεδόν αόρατα σημάδια που προηγήθηκαν. Εκείνα που συνήθως προσπερνάμε. Εκείνα που δικαιολογούμε. Εκείνα που βαφτίζουμε χαρακτήρα, πάθος ή αγάπη.
Γιατί πολλές φορές η ζωή μιας γυναίκας μπορεί να σωθεί πολύ πριν χρειαστεί να φωνάξει για βοήθεια.
Μπορεί να σωθεί τη στιγμή που θα πάρει τη δύσκολη αλλά σωστή απόφαση.
Την πρώτη φορά που κάποιος θα προσπαθήσει να την κάνει να αισθανθεί λιγότερη από αυτό που πραγματικά είναι.
Την πρώτη φορά που θα τη μειώσει.
Τότε ακριβώς πρέπει να φύγει.