Η Οδύσσεια της Λουπίτα Νιόνγκο, ο… «σεξιστής Όμηρος» και η παγίδα του presentism
Η ηθοποιός που υποδύεται τη «Θεά Αθηνά» κατάφερε να μειώσει την αξία του ρόλου της. Όχι όμως και την αξία της Οδύσσειας.
Περιεχόμενα
«Λοιπόν, Όμηρε, πώς νιώθεις για τον χρόνο που δόθηκε σε αυτές τις γυναίκες στην οθόνη, δεδομένου του πόσο λίγο χρόνο αφιέρωσες σε εκείνες;»
Αυτή θα ήταν η ερώτηση της Λουπίτα Νιόνγκο αν έβλεπε παρέα με τον Όμηρο, σε έναν κινηματόγραφο, την ταινία του Νόλαν, «Οδύσσεια».
Για την ιστορία, η Λουπίτα Νιόνγκο ήταν καλεσμένη του Τζέικ Χάμιλτον, στην εκπομπή του, «Jake’s Takes», παρέα με το καστ της νέας ταινίας του Νόλαν. Ο δημοσιογράφος έκανε την ίδια ερώτηση σε όλους, αλλά ήταν η απάντηση της Νιόνγκο που έκανε εντύπωση.
Η Οδύσσεια, η Νιόνγκο και το presentism
Για να ξεκαθαρίσουμε κάτι: Είμαι υπέρ του οράματος κάθε σκηνοθέτη. Αν θέλει να δει την Ωραία Ελένη με χαρακτηριστικά Ασιάτισσας, δεν έχω κανένα πρόβλημα. Δεν θεωρώ πως ένα παραμύθι υπηρετείται σωστά από το χρώμα ή οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό των ηθοποιών.
Άλλο είναι που με καίει.
Υπάρχει μια ολόκληρη κουλτούρα στο Χόλιγουντ που αντιμετωπίζει τα κλασικά έργα μέσα από ένα σύγχρονο ηθικό φακό. Αυτή ακριβώς η κουλτούρα, όμως, δεν φαίνεται να χαρακτηρίζει στον ίδιο βαθμό θεατρικούς θεσμούς όπως το Μπρόντγουεϊ ή το Ολντ Βικ. Γιατί άραγε;
Αυτή η επαναλαμβανόμενη αναφορά σε έργα που έχουν γραφτεί δεκαετίες, αιώνες ή και χιλιετίες πριν, κρίνοντάς τα με τα σημερινά standards, είναι παντελώς αχρείαστη και επιπόλαια. Ξεκίνησε από το Χόλιγουντ αμέσως μετά το #Metoo και έφτασε στο αντίθετο σημείο: Να προσπαθεί να λογοκρίνει κινηματογραφικά έργα όπου παρουσίαζαν με τρόπο υποτιμητικό τις γυναίκες, αλλά πραγματικό για την εποχή του. Αχρείαστη, γιατί ο κάθε συγγραφέας καταπιάνεται με το θέμα που τον εμπνέει και τον απασχολεί προσπαθώντας να το «κατασκευάσει» στα μέτρα της εποχής του. Αυτό το έργο, όπως και οτιδήποτε καλλιτεχνικό, μπορεί να αρέσει τόσο πολύ που να επιζήσει στους αιώνες, μπορεί και να ξεχαστεί πολύ γρήγορα.
Στα χρόνια του Ομήρου, από όσο γνωρίζουμε, ήταν με τέτοιο τρόπο διαρθρωμένη η κοινωνική ζωή, όπου οι άντρες… μπεκρόπιναν στα καπηλειά, ενώ οι γυναίκες ήταν… καθηλωμένες στα σπίτια τους και ύφαιναν. Δεν φταίει κανείς συγγραφέας, μελωδός, ποιητής, γλύπτης, αν αυτή ήταν η πραγματικότητα. Η μουσική υπόκρουση σε αυτά τα καπηλειά ήταν τα Έπη, ηρωικά τραγούδια που εξυμνούσαν, τι άλλο; Πολεμικά κατορθώματα ανδρών.
Οπότε, σε τι εξυπηρετεί αυτή η επίθεση σε έναν συγγραφέα ηλικίας… 3.000 χρόνων; Το παράδοξο είναι ότι η Νιόνγκο μοιάζει να αξιολογεί τους γυναικείους χαρακτήρες βάσει του χρόνου παρουσίας τους. Η Πηνελόπη, η Αθηνά και η Κίρκη δεν είναι δευτερεύοντες χαρακτήρες επειδή μιλούν λιγότερο. Είναι από τους ισχυρότερους δραματικούς μοχλούς ολόκληρου του έργου.
Έτσι, αφήνοντας στην άκρη τις κλασικές της σπουδές στο Yale, όταν αναρωτιέται «για ποιον λόγο οι γυναίκες είχαν αυτή τη θέση» δείχνει μια ακατανόητη επιπολαιότητα -ειδικά όταν έχει σπουδάσει αυτά τα κλασικά έργα. Καταλήγει, έτσι, να υπονοεί πως ο Όμηρος -και οι σύγχρονοι συνάδελφοί του, που μέσω της προφορικής διήγησης κράτησαν ζωντανό το συγκεκριμένο έπος, είναι φορείς μιας αραχνιασμένης, παρακμιακής πλέον, πατριαρχίας.
Βέβαια, ούτε η Οδύσσεια, ούτε η Ιλιάδα, πλασαρίστηκε ως ένα ηθογραφικό έργο. Αντίθετα, πραγματεύεται την πορεία ενός ανθρώπου που ψάχνει να βρει τον δρόμο της επιστροφής και ταυτόχρονα τον εαυτό του. Η αλληγορία του έργου αυτού λειτουργεί διαχρονικά. Για αυτό και συνεχίζει να ενδιαφέρει, παρά το νωπό φαινόμενο του presentism (σσ. να διαβάζεις και να κρίνεις ένα έργο βάσει της εποχής που ζεις). Όταν κανείς απορρίπτει τα κλασικά έργα επειδή δεν συμφωνεί με τις πεποιθήσεις του σήμερα, δεν διορθώνουμε την ιστορία. Απλώς σταματάμε να την καταλαβαίνουμε.
Για να απαντήσω λοιπόν και γιατί δεν συμβαίνει στο Ολντ Βικ και στο Μπροντγουέι, η απάντηση είναι απλή: Κάθε καλλιτέχνης είναι φορέας μιας κοινωνικής πραγματικότητας. Ακόμη και οι σύγχρονοι θεατρικοί σκηνοθέτες δεν αφήνουν τωρινές προκαταλήψεις να διεισδύσουν στα κλασικά κείμενα. Μπορούν να σχολιάσουν κάτι αναχρονιστικό, για να φαίνεται το έργο σύγχρονο, αλλά με ένα εύρημα που θα μοιάζει έξυπνο και θα λειτουργεί υπέρ του τελικού αποτελέσματος. Βέβαια, είναι και το κοινό του θεάτρου: Πολύ πιο υποψιασμένο για αυτό που παρακολουθεί, πολύ πιο αδιάφορο για τα στερεότυπα που αναπτύσσονται.
Διαβάστε επίσης
Μπορεί για παράδειγμα ο Αριστοφάνης να χαρακτηριστεί απλά ως «φεμινιστής» όταν έγραφε τη Λυσιστράτη; Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως βοήθησε τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία εκείνη την εποχή; Αντί λοιπόν να προσπαθούμε να μειώσουμε την αξία ενός έργου που άντεξε στις χιλιετίες, δεν θα είναι καλύτερο να προσπαθούμε να συνειδητοποιήσουμε το ιστορικό του πλαίσιο και ταυτόχρονα να αναγνωρίζουμε πόσο έχει αλλάξει ο κόσμος από τότε; Αυτή τη διαδρομή δεν θα πρέπει να τιμήσουμε;