Η γενιά των «σχεδόν»: Όταν οι σχέσεις τελειώνουν πριν καν αρχίσουν
Υπήρξε μια εποχή που οι ανθρώπινες σχέσεις ακολουθούσαν μια πορεία σχεδόν αυτονόητη. Δύο άνθρωποι γνωρίζονταν, αφιέρωναν χρόνο ο ένας στον άλλον, ερωτεύονταν, δοκίμαζαν να χτίσουν κάτι κοινό και, αν τελικά δεν τα κατάφερναν, αποχωρούσαν έχοντας τουλάχιστον ζήσει μια πραγματική ιστορία. Σήμερα, η εικόνα είναι αρκετά διαφορετική. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι βιώνουν σχέσεις που μοιάζουν να υπάρχουν, χωρίς όμως να αποκτούν ποτέ σαφή μορφή
Περιεχόμενα
Επαφές που γεννούν έντονα συναισθήματα, αλλά όχι βεβαιότητες. Δεσμοί που ξεκινούν με ενθουσιασμό και χάνονται μέσα στην ασάφεια, προτού καν αποκτήσουν ταυτότητα.
Η νέα αυτή πραγματικότητα έχει αποκτήσει πλέον και τη δική της ορολογία. Situationship, ghosting, breadcrumbing, orbiting, benching. Όροι που μέχρι πριν από λίγα χρόνια ήταν άγνωστοι, σήμερα περιγράφουν καθημερινές εμπειρίες εκατομμυρίων ανθρώπων σε ολόκληρο τον κόσμο. Δεν πρόκειται απλώς για λέξεις της ψηφιακής εποχής. Είναι ο τρόπος με τον οποίο μια ολόκληρη γενιά προσπαθεί να εξηγήσει γιατί οι σχέσεις μοιάζουν πιο εύκολες να ξεκινήσουν αλλά πολύ πιο δύσκολες να εξελιχθούν.
Το πιο παράδοξο είναι ότι ποτέ άλλοτε οι άνθρωποι δεν είχαν τόσες πολλές δυνατότητες να γνωριστούν. Οι εφαρμογές γνωριμιών, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η συνεχής ψηφιακή επικοινωνία έχουν καταργήσει τις αποστάσεις και έχουν πολλαπλασιάσει τις ευκαιρίες για νέες γνωριμίες. Κι όμως, την ίδια στιγμή, οι έρευνες δείχνουν ότι τα αισθήματα μοναξιάς, συναισθηματικής ανασφάλειας και δυσκολίας δημιουργίας σταθερών σχέσεων αυξάνονται συνεχώς. Η ευκολία της πρώτης επαφής δεν συνοδεύεται απαραίτητα από την ικανότητα να δημιουργηθεί μια ουσιαστική σύνδεση.
Η εποχή της συναισθηματικής ασάφειας
Ίσως το μεγαλύτερο χαρακτηριστικό των σύγχρονων σχέσεων δεν είναι η μικρότερη διάρκειά τους αλλά η έλλειψη ξεκάθαρων ορίων. Σήμερα, δύο άνθρωποι μπορεί να επικοινωνούν καθημερινά, να ταξιδεύουν μαζί, να γνωρίζουν ο ένας τους φίλους του άλλου, να μοιράζονται προσωπικές στιγμές και, παρ’ όλα αυτά, να μην μπορούν να απαντήσουν στην πιο απλή ερώτηση: «Τι είμαστε;».
Η απουσία αυτής της απάντησης δεν είναι τυχαία. Για πολλούς ανθρώπους, η αποφυγή κάθε ορισμού λειτουργεί σαν δίχτυ ασφαλείας. Όσο τίποτα δεν ορίζεται, τίποτα δεν μοιάζει να απαιτεί ευθύνη. Αν η σχέση δεν έχει όνομα, τότε θεωρητικά δεν υπάρχει και υποχρέωση απέναντι στον άλλον.
Στην πραγματικότητα, όμως, η ασάφεια σπάνια προστατεύει και τους δύο. Τις περισσότερες φορές προστατεύει εκείνον που δεν είναι έτοιμος να δεσμευτεί, ενώ αφήνει τον άλλον να επενδύει χρόνο, συναίσθημα και προσδοκίες χωρίς να γνωρίζει πραγματικά πού οδηγείται η σχέση.
Η συναισθηματική αβεβαιότητα είναι πολλές φορές πιο επώδυνη ακόμη και από έναν ξεκάθαρο χωρισμό. Όταν υπάρχει ένα τέλος, υπάρχει και η δυνατότητα να ξεκινήσει η διαδικασία της αποδοχής. Όταν όμως δεν υπάρχει ούτε αρχή ούτε τέλος, ο άνθρωπος παραμένει εγκλωβισμένος σε μια κατάσταση διαρκούς αναμονής.
Το situationship: όταν μια σχέση υπάρχει μόνο στη θεωρία
Το situationship αποτελεί ίσως τη χαρακτηριστικότερη μορφή αυτής της νέας πραγματικότητας. Πρόκειται για μια σχέση που μοιάζει σε όλα με μια κανονική σχέση, εκτός από το γεγονός ότι κανείς δεν την αναγνωρίζει ως τέτοια.
Υπάρχουν συναντήσεις, υπάρχει οικειότητα, υπάρχει καθημερινή επικοινωνία, πολλές φορές υπάρχει ακόμη και αποκλειστικότητα. Εκείνο που απουσιάζει είναι η κοινή απόφαση ότι οι δύο άνθρωποι προχωρούν μαζί.
Αυτό το μοντέλο μπορεί αρχικά να μοιάζει ελκυστικό. Δεν υπάρχουν πιέσεις, δεν υπάρχουν δεσμεύσεις ούτε δύσκολες συζητήσεις για το μέλλον. Για αρκετούς, μάλιστα, προσφέρει την ψευδαίσθηση της απόλυτης ελευθερίας.
Με την πάροδο του χρόνου, όμως, η έλλειψη σαφήνειας δημιουργεί ανισορροπία. Ο ένας μπορεί να θεωρεί ότι η σχέση εξελίσσεται φυσιολογικά προς κάτι πιο ουσιαστικό, ενώ ο άλλος να πιστεύει ότι πρόκειται απλώς για μια ευχάριστη παρένθεση χωρίς προοπτική. Και επειδή αυτή η διαφορά δεν εκφράζεται ποτέ ανοιχτά, οδηγεί σχεδόν αναπόφευκτα σε απογοήτευση.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι το situationship ως μορφή σχέσης. Το πρόβλημα γεννιέται όταν δύο άνθρωποι ζουν την ίδια πραγματικότητα αλλά την ερμηνεύουν με εντελώς διαφορετικό τρόπο.
Γιατί φοβόμαστε τόσο πολύ τις ταμπέλες;
Η συζήτηση γύρω από τη δέσμευση συχνά παρουσιάζεται ως φόβος απέναντι στην απώλεια της ελευθερίας. Ωστόσο, οι ψυχολόγοι υποστηρίζουν ότι πίσω από αυτή την επιφανειακή εξήγηση κρύβονται βαθύτεροι μηχανισμοί.
Η δέσμευση προϋποθέτει ευαλωτότητα. Σημαίνει ότι κάποιος αποδέχεται το ενδεχόμενο να πληγωθεί, να απορριφθεί ή να απογοητευτεί. Σε μια κοινωνία που εξυμνεί την αυτονομία, την ανεξαρτησία και τη συνεχή αυτοβελτίωση, η παραδοχή ότι χρειαζόμαστε έναν άλλον άνθρωπο μοιάζει, για ορισμένους, σχεδόν απειλητική.
Έτσι, αντί να απορρίπτουν τη σχέση, απορρίπτουν τον ορισμό της. Πιστεύουν ότι όσο δεν δίνουν όνομα σε αυτό που ζουν, παραμένουν ασφαλείς. Στην πραγματικότητα, όμως, η απουσία ορισμού δεν μειώνει το συναίσθημα. Απλώς αυξάνει τη σύγχυση.
Το ghosting: όταν η σιωπή γίνεται απάντηση
Αν το situationship είναι η σχέση που δεν αποκτά ποτέ ξεκάθαρη ταυτότητα, το ghosting είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτή η ασάφεια συχνά ολοκληρώνεται. Χωρίς εξηγήσεις, χωρίς έναν τελευταίο διάλογο, χωρίς μια φράση που να δίνει έστω ένα τέλος. Ο ένας άνθρωπος απλώς εξαφανίζεται.
Η πρακτική αυτή δεν είναι καινούργια. Πάντα υπήρχαν άνθρωποι που απέφευγαν τις δύσκολες συζητήσεις. Στη σημερινή εποχή, όμως, η ψηφιακή επικοινωνία έχει κάνει αυτή την αποχώρηση πολύ πιο εύκολη. Αρκεί να σταματήσει κανείς να απαντά στα μηνύματα, να αφήσει τις κλήσεις αναπάντητες ή να εξαφανιστεί από τις καθημερινές συνομιλίες. Μέσα σε λίγες ώρες μπορεί να διαγραφεί από τη ζωή κάποιου χωρίς να χρειαστεί να αντιμετωπίσει ούτε ένα βλέμμα ούτε μία ερώτηση.
Για εκείνον που μένει πίσω, όμως, η εμπειρία είναι πολύ πιο σύνθετη. Δεν πονά μόνο η απώλεια του ανθρώπου, αλλά κυρίως η απουσία μιας εξήγησης. Το μυαλό προσπαθεί να καλύψει τα κενά, δημιουργώντας δεκάδες πιθανά σενάρια. «Έκανα κάτι λάθος;», «Μήπως φοβήθηκε;», «Θα επιστρέψει;». Η αβεβαιότητα τροφοδοτεί την ελπίδα, ακόμη κι όταν όλα δείχνουν ότι η σχέση έχει ήδη τελειώσει.
Γι’ αυτό και αρκετοί ειδικοί επισημαίνουν ότι το ghosting δεν είναι απλώς ένας άκομψος τρόπος αποχώρησης. Είναι μια μορφή συναισθηματικής αποφυγής που μεταφέρει όλο το βάρος της διαχείρισης στον άνθρωπο που εγκαταλείπεται.
Breadcrumbing και orbiting: όταν κάποιος δεν φεύγει, αλλά ούτε μένει
Υπάρχουν όμως και πιο περίπλοκες μορφές συναισθηματικής ασάφειας. Το breadcrumbing περιγράφει τη συμπεριφορά εκείνου που αφήνει μικρά «ψίχουλα» ενδιαφέροντος. Ένα μήνυμα κάθε λίγες εβδομάδες. Ένα like σε μια φωτογραφία. Μια τυχαία αντίδραση σε ένα story. Αρκετά ώστε να διατηρεί την παρουσία του στη ζωή του άλλου, αλλά ποτέ αρκετά ώστε να χτίσει πραγματική σχέση.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το λεγόμενο orbiting. Εκεί, ο άνθρωπος μπορεί να έχει διακόψει κάθε άμεση επικοινωνία, όμως εξακολουθεί να παρακολουθεί διακριτικά την καθημερινότητά σου μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα. Βλέπει τις αναρτήσεις σου, εμφανίζεται στις προβολές των stories, ίσως αντιδρά περιστασιακά σε κάτι που δημοσιεύεις, αλλά δεν κάνει ποτέ το βήμα για ουσιαστική επικοινωνία.
Αυτές οι συμπεριφορές δημιουργούν ένα παράδοξο. Ο άλλος μοιάζει να είναι πάντα κάπου κοντά, χωρίς όμως να είναι πραγματικά παρών. Η παρουσία του γίνεται αρκετή για να αναζωπυρώνει ελπίδες ή ερωτήματα, αλλά όχι για να προσφέρει απαντήσεις.
Η ψευδαίσθηση των ατελείωτων επιλογών
Ένας ακόμη λόγος που οι σχέσεις δυσκολεύονται να αποκτήσουν σταθερότητα συνδέεται με τον τρόπο που λειτουργεί σήμερα ο ψηφιακός κόσμος. Οι εφαρμογές γνωριμιών και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δημιουργούν την εντύπωση ότι πάντα υπάρχει κάποιος καλύτερος λίγα μόνο «swipe» πιο πέρα.
Οι κοινωνιολόγοι περιγράφουν αυτό το φαινόμενο ως το παράδοξο της υπερβολικής επιλογής. Όταν οι διαθέσιμες επιλογές είναι αμέτρητες, η απόφαση γίνεται δυσκολότερη. Αντί να νιώθουμε πιο ελεύθεροι, φοβόμαστε μήπως επιλέξουμε λάθος και χάσουμε μια ακόμη καλύτερη πιθανότητα.
Έτσι, αρκετοί άνθρωποι αποφεύγουν να επενδύσουν πραγματικά σε έναν δεσμό. Όχι επειδή ο άνθρωπος απέναντί τους δεν είναι αρκετός, αλλά επειδή η αίσθηση ότι «ίσως υπάρχει κάτι καλύτερο» δεν τους επιτρέπει να νιώσουν ποτέ βέβαιοι για την επιλογή τους.
Η συνεχής σύγκριση, άλλωστε, δεν περιορίζεται μόνο στις γνωριμίες. Τα κοινωνικά δίκτυα παρουσιάζουν καθημερινά εικόνες φαινομενικά τέλειων ζευγαριών, ρομαντικών ταξιδιών και ιδανικών σχέσεων. Είναι εύκολο να ξεχάσει κανείς ότι παρακολουθεί μόνο τις καλύτερες στιγμές της ζωής των άλλων και να αρχίσει να αμφισβητεί τη δική του πραγματικότητα.
Η συναισθηματική κόπωση μιας ολόκληρης γενιάς
Ίσως η μεγαλύτερη συνέπεια όλων αυτών δεν είναι οι ίδιες οι αποτυχημένες σχέσεις, αλλά η κόπωση που αφήνουν πίσω τους. Όταν κάποιος βιώνει επανειλημμένα καταστάσεις ασάφειας, μαθαίνει σταδιακά να προστατεύεται. Γίνεται πιο επιφυλακτικός, πιο δύσπιστος και συχνά λιγότερο πρόθυμος να ανοιχτεί ξανά.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Οι άνθρωποι φοβούνται να δεσμευτούν επειδή έχουν πληγωθεί και, ακριβώς επειδή φοβούνται, καταλήγουν να συμπεριφέρονται με τρόπους που πληγώνουν τους επόμενους. Η ανασφάλεια μεταδίδεται από σχέση σε σχέση, δημιουργώντας μια κουλτούρα όπου η συναισθηματική απόσταση θεωρείται ένδειξη ωριμότητας και όχι άμυνας.
Κι όμως, οι περισσότερες έρευνες δείχνουν ότι οι βασικές ανθρώπινες ανάγκες δεν έχουν αλλάξει. Οι άνθρωποι εξακολουθούν να αναζητούν εμπιστοσύνη, σταθερότητα, αποδοχή και ουσιαστική σύνδεση. Εκείνο που έχει αλλάξει είναι ο τρόπος με τον οποίο προσπαθούν να τις προσεγγίσουν.
Στο τέλος, ίσως η γενιά των «σχεδόν» να μην φοβάται τελικά τον έρωτα. Ίσως να φοβάται περισσότερο την πιθανότητα της απογοήτευσης. Κι όμως, καμία σχέση δεν μπορεί να ανθίσει χωρίς το ρίσκο που συνοδεύει κάθε αληθινό δέσιμο. Γιατί η οικειότητα δεν γεννιέται μέσα από την απόσταση, αλλά μέσα από το θάρρος να είσαι ξεκάθαρος για όσα αισθάνεσαι και για όσα ζητάς.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας: όχι να γνωρίσουμε περισσότερους ανθρώπους, αλλά να βρούμε το θάρρος να είμαστε ειλικρινείς απέναντι σε έναν. Όσο οι σχέσεις παραμένουν εγκλωβισμένες στη λογική του «βλέπουμε», του «ας μην το ορίσουμε» και του «μην πιεζόμαστε», θα συνεχίζουν να τελειώνουν πριν προλάβουν πραγματικά να αρχίσουν.
Γιατί, τελικά, οι πιο ουσιαστικές σχέσεις δεν χτίζονται πάνω στην αβεβαιότητα. Χτίζονται πάνω στην επιλογή. Στην καθημερινή, συνειδητή απόφαση δύο ανθρώπων να είναι παρόντες, ακόμη κι όταν αυτό απαιτεί ευαλωτότητα, ευθύνη και δέσμευση. Και όσο κι αν η εποχή μάς πείθει ότι η ελευθερία βρίσκεται στο να κρατάμε όλες τις πόρτες ανοιχτές, η αλήθεια είναι πως οι πιο δυνατές ιστορίες γεννιούνται όταν κάποιος αποφασίζει, επιτέλους, να κλείσει όλες τις υπόλοιπες και να μείνει.