Η θανατική ποινή επιστρέφει στη δημόσια συζήτηση: Μπορεί πραγματικά η Γαλλία να γυρίσει πίσω τον χρόνο;
Η συζήτηση που αναζωπυρώνεται στη Γαλλία δεν αφορά μόνο το ποινικό δίκαιο. Αγγίζει τα όρια της δημοκρατίας, τη σχέση της χώρας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις αξίες πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η σύγχρονη Ευρώπη. Θεωρητικά η επαναφορά της θανατικής ποινής δεν είναι αδιανόητη. Στην πράξη, όμως, θα απαιτούσε μια πολιτική και θεσμική ανατροπή χωρίς ιστορικό προηγούμενο
Περιεχόμενα
Υπάρχουν ζητήματα που επιστρέφουν στη δημόσια συζήτηση κάθε φορά που μια κοινωνία δοκιμάζεται από ακραία εγκλήματα, τρομοκρατικές επιθέσεις ή κύματα ανασφάλειας. Η θανατική ποινή είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Παρότι η Γαλλία την κατάργησε πριν από περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες και σήμερα αποτελεί μία από τις χώρες που υπερασπίζονται πιο ενεργά την παγκόσμια κατάργησή της, η συζήτηση δεν έχει εξαφανιστεί ποτέ ολοκληρωτικά.
Αντίθετα, επανέρχεται περιοδικά στον δημόσιο διάλογο, κυρίως μετά από εγκλήματα που προκαλούν σοκ ή σε περιόδους πολιτικής πόλωσης.
Το ερώτημα που τίθεται είναι απλό αλλά ιδιαίτερα φορτισμένο: θα μπορούσε η Γαλλία να επαναφέρει τη θανατική ποινή;
Η απάντηση, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, είναι διπλή. Θεωρητικά, ναι. Πρακτικά, σχεδόν όχι. Και η εξήγηση δεν βρίσκεται μόνο στη γαλλική νομοθεσία, αλλά σε ένα πολύπλοκο πλέγμα συνταγματικών, ευρωπαϊκών και διεθνών δεσμεύσεων που καθιστούν ένα τέτοιο ενδεχόμενο εξαιρετικά δύσκολο.
Η ιστορική τομή που άλλαξε τη Γαλλία
Για να κατανοήσει κανείς γιατί το θέμα προκαλεί τόσο έντονες αντιδράσεις, πρέπει να επιστρέψει στο 1981. Εκείνη τη χρονιά η Γαλλία κατάργησε επισήμως τη θανατική ποινή, βάζοντας τέλος σε έναν θεσμό που είχε σημαδέψει επί αιώνες την ιστορία της χώρας.
Η μεταρρύθμιση συνδέθηκε άρρηκτα με τον τότε υπουργό Δικαιοσύνης Ρομπέρ Μπαντεντέρ, έναν άνθρωπο που αφιέρωσε μεγάλο μέρος της πολιτικής και νομικής του διαδρομής στον αγώνα κατά των εκτελέσεων. Με μια ιστορική ομιλία στη γαλλική Εθνοσυνέλευση υποστήριξε ότι το κράτος δεν μπορεί να υπερασπίζεται τη ζωή αφαιρώντας μια άλλη ζωή, ακόμη κι όταν πρόκειται για τους πιο ειδεχθείς εγκληματίες.
Η θέση του δεν ήταν αυτονόητη. Εκείνη την εποχή σημαντικό μέρος της κοινής γνώμης εξακολουθούσε να στηρίζει τη θανατική ποινή. Ωστόσο, η πολιτική βούληση της κυβέρνησης του Φρανσουά Μιτεράν αποδείχθηκε αρκετή ώστε η Γαλλία να γυρίσει οριστικά σελίδα.
Όταν η κατάργηση έγινε συνταγματική αρχή
Η κατάργηση της θανατικής ποινής δεν έμεινε μόνο στο επίπεδο ενός απλού νόμου.
Το 2007, επί προεδρίας Ζακ Σιράκ, η απαγόρευση ενσωματώθηκε στο ίδιο το γαλλικό Σύνταγμα. Το άρθρο 66-1 αναφέρει ρητά ότι κανείς δεν μπορεί να καταδικαστεί σε θάνατο.
Η συγκεκριμένη αλλαγή είχε τεράστια σημασία. Ένας κοινός νόμος μπορεί να τροποποιηθεί σχετικά εύκολα από μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ένα συνταγματικό άρθρο, αντίθετα, απαιτεί μια πολύ πιο σύνθετη διαδικασία αναθεώρησης και πολύ ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις.
Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν μια κυβέρνηση επιθυμούσε την επαναφορά της θανατικής ποινής, θα έπρεπε πρώτα να αλλάξει το ίδιο το Σύνταγμα της χώρας.
Το ευρωπαϊκό εμπόδιο
Ακόμη κι αυτό όμως δεν θα αρκούσε καθώς η Γαλλία είναι δεσμευμένη από διεθνείς συνθήκες που απαγορεύουν τη θανατική ποινή. Πρόκειται για δεσμεύσεις που αποτελούν θεμέλιο του ευρωπαϊκού συστήματος προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η κατάργηση της θανατικής ποινής δεν αποτελεί απλώς πολιτική επιλογή. Είναι βασική προϋπόθεση συμμετοχής στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε προσπάθεια επαναφοράς της θα ερχόταν σε άμεση σύγκρουση με τις υποχρεώσεις της χώρας απέναντι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Θα χρειαζόταν ακόμη και αποχώρηση από ευρωπαϊκούς οργανισμούς κι εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη λεπτομέρεια, η οποία συχνά αγνοείται στη δημόσια συζήτηση.
Για να μπορέσει θεωρητικά να επαναφέρει τη θανατική ποινή, η Γαλλία δεν θα αρκούσε να αλλάξει έναν νόμο ή ακόμη και το Σύνταγμά της.
Θα έπρεπε να αμφισβητήσει ή να αποχωρήσει από ένα σύνολο ευρωπαϊκών και διεθνών δεσμεύσεων που αποτελούν βασικούς πυλώνες της εξωτερικής και θεσμικής της πολιτικής.
Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα προκαλούσε πρωτοφανή πολιτική και διπλωματική κρίση, με επιπτώσεις που θα ξεπερνούσαν κατά πολύ το ίδιο το ζήτημα της θανατικής ποινής.
Στην πράξη, θα σήμαινε ότι η Γαλλία θα απομακρυνόταν από τις αξίες που η ίδια συνέβαλε να διαμορφωθούν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Γιατί το θέμα επανέρχεται συνεχώς;
Παρότι οι νομικές δυσκολίες είναι τεράστιες, το θέμα δεν εξαφανίζεται ποτέ από τη δημόσια συζήτηση.
Κάθε φορά που μια υπόθεση συγκλονίζει τη γαλλική κοινωνία, εμφανίζονται πολιτικές φωνές που ζητούν αυστηρότερες ποινές, ενώ δεν λείπουν όσοι επαναφέρουν ακόμη και την ιδέα της θανατικής ποινής.
Το φαινόμενο δεν περιορίζεται στη Γαλλία. Παρατηρείται σε πολλές δυτικές δημοκρατίες, όπου η αύξηση του αισθήματος ανασφάλειας οδηγεί μέρος της κοινής γνώμης στην αναζήτηση πιο σκληρών μορφών τιμωρίας.
Η πολιτική, άλλωστε, συχνά ακολουθεί το συναίσθημα της κοινωνίας, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης.
Το επιχείρημα των υποστηρικτών
Όσοι υποστηρίζουν την επαναφορά της θανατικής ποινής επικαλούνται κυρίως δύο επιχειρήματα.
Το πρώτο αφορά την απονομή δικαιοσύνης απέναντι στα πιο ειδεχθή εγκλήματα, όπως οι τρομοκρατικές επιθέσεις ή οι κατά συρροή δολοφονίες.
Το δεύτερο υποστηρίζει ότι η ύπαρξη της θανατικής ποινής λειτουργεί αποτρεπτικά για τους επίδοξους εγκληματίες.
Ωστόσο, οι περισσότερες επιστημονικές έρευνες δεν έχουν καταλήξει σε σαφή συμπεράσματα ότι οι εκτελέσεις μειώνουν ουσιαστικά την εγκληματικότητα.
Το επιχείρημα των αντιπάλων
Οι αντίπαλοι της θανατικής ποινής επικεντρώνονται σε έναν διαφορετικό κίνδυνο: το δικαστικό λάθος.
Καμία δικαστική διαδικασία δεν είναι αλάνθαστη. Σε αρκετές χώρες έχουν αποκαλυφθεί περιπτώσεις ανθρώπων που καταδικάστηκαν άδικα και αθωώθηκαν χρόνια αργότερα χάρη σε νέα στοιχεία ή εξετάσεις DNA.
Μια ισόβια κάθειρξη μπορεί να ανατραπεί.
Μια εκτέλεση όχι.
Αυτό ακριβώς αποτελεί το ισχυρότερο επιχείρημα όσων θεωρούν ότι ένα δημοκρατικό κράτος δεν πρέπει να διαθέτει την εξουσία να αφαιρεί οριστικά μια ανθρώπινη ζωή.
Η Ευρώπη ως κοινότητα αξιών
Η στάση της Ευρώπης απέναντι στη θανατική ποινή δεν είναι τυχαία.
Μετά τις τραγωδίες του 20ού αιώνα, οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες επιχείρησαν να δημιουργήσουν ένα κοινό πλαίσιο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ανεξάρτητα από τις πολιτικές αλλαγές κάθε χώρας.
Η κατάργηση της θανατικής ποινής εξελίχθηκε έτσι σε μία από τις θεμελιώδεις αξίες της ευρωπαϊκής ταυτότητας.
Δεν αφορά μόνο το ποινικό δίκαιο. Αφορά την ίδια την αντίληψη για το κράτος δικαίου και τα όρια της κρατικής εξουσίας.
Είναι πιθανό η δημόσια συζήτηση να συνεχίσει να επιστρέφει κάθε φορά που η κοινωνία θα βρίσκεται αντιμέτωπη με εγκλήματα που προκαλούν οργή και φόβο.
Ωστόσο, η απόσταση ανάμεσα στην πολιτική ρητορική και στη θεσμική πραγματικότητα παραμένει τεράστια.
Ακόμη κι αν μια κυβέρνηση αποφάσιζε να ανοίξει επισήμως το θέμα, θα βρισκόταν αντιμέτωπη με το Σύνταγμα, τις διεθνείς συνθήκες, το ευρωπαϊκό δίκαιο και μια αλυσίδα θεσμικών εμποδίων που καθιστούν ένα τέτοιο εγχείρημα εξαιρετικά απίθανο.
Η σημερινή συζήτηση για τη θανατική ποινή στη Γαλλία είναι τελικά πολύ μεγαλύτερη από το ίδιο το μέτρο.
Αφορά το κατά πόσο μια δημοκρατία μπορεί να παραμείνει πιστή στις αρχές της ακόμη και όταν δοκιμάζεται από ακραίες καταστάσεις. Αφορά τη σχέση ανάμεσα στη δικαιοσύνη και την εκδίκηση, ανάμεσα στην ασφάλεια και τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και το κατά πόσο οι ευρωπαϊκές αξίες αποτελούν πραγματικά αδιαπραγμάτευτο θεμέλιο ή μπορούν να τεθούν υπό αμφισβήτηση όταν αλλάζει το πολιτικό κλίμα.
Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο συμπέρασμα. Η συζήτηση για τη θανατική ποινή δεν αφορά μόνο τη Γαλλία. Αφορά ολόκληρη την Ευρώπη και τον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες δημοκρατίες επιλέγουν να απαντήσουν στα πιο δύσκολα ηθικά και πολιτικά διλήμματα της εποχής μας.