Γερμανία – Κίνα και το γεωστρατηγικό παιχνίδι
Στον παγκοσμιοποιημένο χάρτη, οι σχέσεις κρατών είναι περίπλοκες. Οικονομικοί εταίροι είναι στρατηγικοί αντίπαλοι και μακροχρόνιες συνεργασίες μπορεί να μπουν σε δοκιμασία. Οι ηγεσίες έχουνένα δύσκολο πλέγμα αποφάσεων να χειριστούν
Είσαι σημαντικός σύμμαχος με μια χώρα. Και σε περιόδους έντασης του συμμάχου σου με μια τρίτη χώρα, εσύ βελτιώνεις τις οικονομικές σου σχέσεις με την τρίτη, αυτή χώρα. Καλό για την οικονομία σου, κακό για τις συμμαχίες σου. Και όλα αυτά τα κάνεις ενώ πρόσφατα, φάνηκαν σε ‘παγκόσμια κλίμακα’ οι συνέπειες της επί 10ετίες αβλεψίας σου, να εξαρτήσεις την Οικονομία σου από έναν και μόνον έναν πάροχο ενεργειακών πόρων. Ο οποίος πάροχος, παλαιότερα ήταν επί 10 ετίες όχι μόνο εχθρός, αλλά και ζωτική απειλή για την ίδια σου την χώρα αλλά και την συμμαχία στην οποία συμμετέχεις. Πόσες πιθανότητες έχει αυτή η κίνησή σου να βγει σε καλό για την χώρα σου; Πολλοί – ανάμεσά τους και οι Κυβερνητικοί σου Εταίροι – διαβλέπουν μια επανάληψη του ίδιου σεναρίου: να ‘κρεμάσεις’ την Οικονομία σου, όχι σε επίπεδο προμήθειας ενέργειας όπως την προηγούμενη φορά, αλλά σε επίπεδο μεγέθους οικονομικής συνεργασίας. Η εμπορική συνεργασία, μπορεί εύκολα να αποτιμηθεί ως οικονομική εξάρτηση όταν η Κίνα είναι η 2 η χώρα σε εξαγωγές για τη Γερμανία. Και οι εξαρτήσεις κάνουν εξαιρετικά δύσκολες τις γεωπολιτικές αποφάσεις. Και οι γεωπολιτικές αποφάσεις είναι απαραίτητο για την διατήρηση της ισχύος μιας χώρας στο παγκόσμιο ‘γίγνεσθαι’. Όταν είσαι και ο ισχυρότερος οικονομικός παράγοντας σε μια Ένωση που εκπροσωπεί ολόκληρη την Ευρώπη, πρέπει να τα λαμβάνεις όλα υπ’ όψη σου. Δεν μπορεί για την δική σου οικονομική ισχύ, να εμποδίζεις την γεωπολιτική ισχύ ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει αντιληφθεί πως το μέλλον της, εξαρτάται από τη δυναμική της. Και η δυναμική της εξαρτάται από στρατηγικής σημασίας αποφάσεις που θα λάβει στις σχέσεις της με τις Η.Π.Α., την Κίνα και την Ρωσία. Οι μονομερείς αποφάσεις της Γερμανίας σε σχέση με τις δύο τελευταίες έχουν περιορίσει σημαντικά τις επιλογές της Ε.Ε. στην παγκόσμια σκακιέρα. Μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, η Γερμανία ήταν το εμπόδιο σε ένα συνολικό εμπάργκο στο Ρωσικό αέριο. Τώρα, η τεράστιου μεγέθους οικονομική συνεργασία της Γερμανίας με την Κίνα, περιορίζει την δυνατότητα δυναμικών παρεμβάσεων της στρατιωτικής συμμαχίας που συμμετέχει (ΝΑΤΟ), στην περίπτωση που ο σημαντικότατος οικονομικός της εταίρος – η Κίνα – προσπαθήσει οποιαδήποτε παρέμβαση σε ανεξάρτητο κράτος (Ταϊβάν). Και αυτό τη στιγμή που το ΝΑΤΟ για περισσότερο από 30 χρόνια, ήταν αυτό που προσέφερε ασφάλεια και στρατιωτική ισχύ στη Γερμανία. Η Καγκελάριος Μέρκελ πέτυχε οικονομική ανάπτυξη με τη φθηνή ενέργεια από τη Ρωσία, που όμως έκανε τη Ρωσία να νιώσει σε θέση ισχύος και τον Πούτιν σίγουρο, μετά από 80 χρόνια να ξεκινήσει έναν πόλεμο στην Ευρώπη. Σε αυτή τη γεωστρατηγική κίνηση η ‘ισχυρή’ Γερμανία, ασμένως και ακολουθώντας τις αποφάσεις της Ε.Ε., μπόρεσε απλά να ‘ψελλίσει’ κάποια απάντηση με τη μορφή αμφίβολης βαρύτητας, οικονομικών μέτρων. Προ της επισκέψεως του Καγκελάριου Scholz στην Κίνα (την 1 η επίσκεψη ηγέτη Δυτικής χώρας στην Κίνα μετά την πανδημία), η υπουργός Εξωτερικών κα Baerbock είπε: ‘ Στη συμφωνία κυβερνητικής συνεργασίας έχει ξεκάθαρα δηλωθεί πως η Κϊνα είναι οικονομικός εταίρος σε παγκόσμια κλίμακα και δεν μπορούμε να απεξαρτηθούμε σε ένα παγκοσμιοποιημένο κόσμο, αλλά επίσης ότι η Κίνα είναι ανταγωνιστής και ένας συνεχώς σημαντικότερος συστημικός αντίπαλος’.
Έτσι είναι η ηγεσία: όσο μεγαλύτερη ισχύ έχεις, τόσο προσεκτικότερος στον τρόπο διαχείρισής της, πρέπει να είσαι. Η ισχύς βελτιώνεται με έντονες εμπορικές σχέσεις, οι οποίες όμως ταυτόχρονα μειώνουν την δυνατότητα επιλογών σε γεωπολιτικό επίπεδο. Οι γεωπολιτικές επιλογές – που συχνά επιβάλλονται με οικονομικά μέτρα – πρέπει να υποστηρίζονται και από αντίστοιχη στρατιωτική ισχύ, η οποία καταναλώνει οικονομικούς πόρους, αδυνατίζοντας την οικονομική ευρωστία. Και οι τρεις παράγοντες εθνικής ισχύος είναι αλληλένδετοι. Οι εμπνευσμένες ηγεσίες είναι εκείνες που καταφέρνουν να διατηρούν το ‘σωστό μείγμα’ ώστε να μεγιστοποιούν τη συνολική εθνική ισχύ.