In limbo
Οι πρόσφατες εθνικές εκλογές επαναβεβαίωσαν την κυριαρχία του ΣΥΡΙΖΑ στην πολιτική σκηνή του τόπου και οι νικητές έσπευσαν να μας υπενθυμίσουν ότι δεν σκοπεύουν να διαφοροποιήσουν κατ’ ελάχιστο την πολιτική τους στόχευση. Από το Δημήτρη Σκάλκο
Ο πρωθυπουργός, κατά δήλωσή του, θα συνεχίσει να μοχθεί για την αλλαγή των ευρωπαϊκών συσχετισμών και ο πρόεδρος των ΑΝΕΛ να αναζητά επίμονα υποθέσεις ενδεχόμενης διαφθοράς. Ωστόσο, αμφότεροι αρέσκονται σε μισές και βολικές αλήθειες. Αν και επιθυμητές, η αναθεώρηση των (υφεσιακών) προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής και η ελάφρυνση του (μη βιώσιμου) δημόσιου χρέους, δεν αρκούν για την ανάταξη της εθνικής οικονομίας. Και βέβαια, η πάταξη των όποιων φαινομένων διαφθοράς και η απονομή δικαιοσύνης, αν και απαραίτητες για την εύρυθμη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, δεν επαρκούν για την θεσμική ανασυγκρότησή του.
Δυστυχώς, η χώρα μοιάζει σήμερα να εγκλωβίζεται σε ένα limbo, δηλαδή σε ένα διαρκές παρόν στασιμότητας, όπου ακόμη και αν (προσωρινά) δείχνει να αποφεύγει τον κίνδυνο μας οδυνηρής χρεοκοπίας, αδυνατεί να προχωρήσει μπροστά. Πρόκειται για το επιφαινόμενο μιας «μπλοκαρισμένης» κοινωνίας, όπου αν και τα μέλη της αναγνωρίζουν την αναγκαιότητα αλλαγών, δεν είναι σε θέση να τις πραγματοποιήσουν.
Οι ευθύνες για αυτή την επιζήμια καθήλωση σε καθεστώς αυξημένης αβεβαιότητας και παραλυτικής ακινησίας δεν βαρύνουν μόνο τον κυβερνητικό συνασπισμό αλλά κυρίως τις λεγόμενες φιλοευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις. Τούτο διότι δεν μπορούμε να προσδοκούμε πολλά από εκείνους που αναδείχτηκαν εκλογικά ως εκφραστές ενός επιθετικού εθνολαϊκισμού και θιασώτες ενός επικίνδυνου πολιτικού τυχοδιωκτισμού. Αντίθετα, είναι χρέος της φιλοευρωπαϊκής αντιπολίτευσης να διαμορφώσει και να προβάλλει και να υποστηρίξει ένα εθνικό πρόγραμμα ανασυγκρότησης.
Τα αποτελέσματα των εκλογών κατέδειξαν με τον πλέον ηχηρό τρόπο ότι δεν αρκούν οι τραγικές επιδόσεις της κυβέρνησης ώστε να προκύψει κυβερνητική αλλαγή. Εξίσου, αν όχι περισσότερο σημαντική, είναι η διαθέσιμη εναλλακτική πρόταση και οι εκφραστές της. Και σε αυτό το σημείο η γύμνια των κομμάτων της αντιπολίτευσης είναι ολοφάνερη. Αδυνατούν να εμπνεύσουν και να κινητοποιήσουν, περιοριζόμενες στη στήριξη ενός προγράμματος που εν πολλοίς αποδέχονται με ενστάσεις και υποσημειώσεις.
Η Νέα Δημοκρατία, επί μακρό χρονικό διάστημα ιδεολογικά απονευρωμένη και αποκομμένη από τις κοινωνικές διεργασίες, αναμένει μάταια να επωφεληθεί από τη φθορά της κυβέρνησης. Το ΠΑΣΟΚ, έχει ακόμη να διανύσει μεγάλη απόσταση μέχρι να μετασχηματιστεί σε ένα φορέα μίας σύγχρονης σοσιαλδημοκρατικής πρότασης. Και τα δύο, κάποτε πολιτικά κυρίαρχα κόμματα, αδυνατούν να ανανεωθούν επαρκώς σε πρόσωπα και ιδέες. Όσο για το Ποτάμι, η α-πολιτική επίκληση του «νέου» δεν αρκεί για την πολιτική επιβίωση ενός κόμματος που συχνά έμοιαζε να ενδιαφέρεται περισσότερο για τη συμμετοχή του στην εξουσία παρά για το ακριβές της περιεχόμενο.
Οι επόμενοι μήνες θα είναι καθοριστικοί για το μέλλον της χώρας προκειμένου να συμμετάσχει δυναμικά και ισότιμα στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας με όρους οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής ευημερίας, αντί της μίζερης περιθωριοποίησής της στην άκρη της νότιας Ευρώπης σε καθεστώς οικονομικής δυσπραγίας και κοινωνικής παρακμής. Αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς την ύπαρξη ενός εύρωστου μεταρρυθμιστικού χώρου που θα συνενώνει διάσπαρτες δυνάμεις και θα δημιουργεί νέες.
Η διαμόρφωση του νέου μεταρρυθμιστικού χώρου, που θα υπερβαίνει την εφαρμογή των όρων του Μνημονίου, σε καμία περίπτωση, δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μιας ευκαιριακής εκλογικής σύμπραξης. Αντίθετα, απαιτούνται προγραμματικές συγκλίσεις και ιδεολογικές συνθέσεις, στη βάση μιας καλόπιστης προσέγγισης και ενός ανοιχτόμυαλου πραγματισμού, προσαρμοσμένου στις ιδιαιτερότητες της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Έργο καθόλου εύκολο. Και για τον λόγο αυτό, οι απαιτούμενες διεργασίες πρέπει να ξεκινήσουν το συντομότερο δυνατό.