Brigitte Bardot: Τα δυο κινηματογραφικά λεπτά που δημιούργησαν το σύμβολο της θυληκότητας
Δυο κινηματογραφικά λεπτά ήταν αρκετά για να δημιουργήσουν την αρχή ενός μύθου...
Αν κανείς δει σήμερα την διαρκείας μίας ώρας και τριάντα ενός λεπτών ταινία του Ροζέ Βαντίμ, την κλασική ” Κι ο Θεός έπλασε την γυναίκα”, θα την βρεις μάλλον εξαιρετικά σεμνή. Γυμνές σκηνές δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου. Μόνο στην αρχή της ταινίας η Μπριζίτ Μπαρντό εμφανίζεται ολόγυμνη…αλλά είναι ξαπλωμένη μπρούμυτα και η σκηνή είναι γυρισμένη από το πλάι κι έτσι το μόνο που μπορεί να δει κανείς είναι μια εξαιρετική γυναικεία καμπύλη μεν, που σχηματίζει η μέση και η γοφοί της, αλλά ουσιαστικά τίποτα. Οι σκηνές του σεξ που υπάρχουν στην ταινία τελειώνουν πριν καν αρχίσουν.
Η ταινία είναι ένα μάλλον απλοϊκό ερωτικό δράμα, με μια γυναίκα που ταλαντεύεται ανάμεσα στην πίστη και στα ένστικτά της. Οπότε τι ήταν αυτό που δημιούργησε τον μύθο της Μπριζίτ Μπαρντό;
Υπάρχει βέβαια και η ίδια. Που σε ηλικία 21 ετών όταν γυρίστηκε η ταινία και 22 όταν προβλήθηκε το 1956, περιφέρεται στο μεγαλύτερο μέρος της διάρκειάς της, παρουσιάζοντας ένα πρότυπο ομορφιάς που ήταν πολύ μακριά από τα προηγούμενα. Η Ευρώπη είχε βγει από έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο, αλλά ακόμη έψαχνε να βρει τα καινούργια κοινωνικά σύμβολά της. Στην άλλη άκρη του Ατλαντικού το Χόλυγουντ δημιουργούσε καινούργια αντρικά και γυναικεία πρότυπα. Τον Μάρλον Μπράντο και τον Τζέημς Ντην για τους άντρες. Τη Μέρυλιν Μονρόε για τις γυναίκες.
Για την Ευρώπη είχε έρθει απλώς η ώρα για την Μπριζίτ Μπαρτντό
Η Μπριζίτ Μπαρντό γεννήθηκε στο Παρίσι, στις 28 Σεπτεμβρίου 1934, στο νούμερο 5 της Πλατείας Βιολέ, στο 15ο διαμέρισμα της πόλης. Καταγόμενη από ένα αστικό περιβάλλον, με πατέρα βιομήχανο, ιδιοκτήτη των εργοστασίων Μπαρντό, και μητέρα που ασχολούνταν με οικιακά, η νεαρή Μπριζίτ έλαβε αυστηρή μόρφωση στο πλευρό της αδερφής της, Μαρί-Ζαν. Από πολύ μικρή, έδειξε μεγάλο ενθουσιασμό για τον κλασικό χορό και έκανε τα πρώτα της βήματα σε ηλικία 7 ετών, στα cours Bourgat. Το 1949, μπαίνει στο Ωδείο του Παρισιού από όπου παίρνει την πρώτη της τιμητική διάκριση. Ο πατέρας της, ο οποίος είχε επαινεθεί από την Γαλλική Ακαδημία για μια ποιητική συλλογή, είχε πάθος με τον κινηματογράφο και του άρεσε πολύ να κινηματογραφεί. Χάρις σε αυτό, υπάρχουν πολλά φιλμ με την Μπαρντό σε παιδική ηλικία, πράγμα σπάνιο για την εποχή εκείνη.
Η μητέρα της, που την αποκαλούσαν Τοτί, αγαπούσε ιδιαίτερα τη μόδα και το χορό. Έτσι, η οικογένεια Μπαρντό ήταν μέλος της υψηλής κοινωνίας και επισκεπτόταν συχνά το λεγόμενο tout-Paris. Είχαν επαφές με πολλούς διευθυντές του Τύπου, του θεάτρου, του κινηματογράφου, αλλά και ανθρώπους της μόδας.
Το 1949, σε ηλικία 15 ετών, προσελήφθη από τη διευθύντρια των περιοδικών ELLE και Le Jardin des Modes, Ελέν Λαζαρέφ, στενή φίλη της μητέρας της. Πολύ σύντομα, η Μπριζίτ προήχθη σε μασκότ του περιοδικού ELLE, στο οποίο και έκανε εξώφυλλο το 1950. Χάρις σε αυτό το εξώφυλλο, ο σκηνοθέτης Μαρκ Αλεγκρέ την ξεχώρισε και της πρότεινε ένα ρόλο στην επόμενη ταινία του, «Les lauriers sont coupés». Η ταινία τελικά δε γυρίστηκε, μα χάρις σε αυτή την περίσταση η Μπριζίτ γνώρισε έναν νέο βοηθό, τον Ροζέ Βαντίμ. Από τότε οι δύο ερωτευμένοι, εκείνη μόλις 15 ετών, εκείνος περίπου 22, έγιναν αχώριστοι. Οι γονείς της δεν ενέκριναν σε καμία περίπτωση τη σχέση και προσπάθησαν, μάταια, να τους χωρίσουν.
Το 1952, ο σκηνοθέτης Ζαν Μπογιέ της προσέφερε ένα μικρό ρόλο, τον πρώτο της, στην ταινία «Le trou normand» με τον Μπουρβίλ. Δέχτηκε χωρίς να γνωρίζει πως με τον τρόπο αυτό θα έμπαινε στον κόσμο τον οποίο θα αντιπαθούσε αργότερα και από τον οποίο θα δυσκολευόταν να ξεφύγει. Λίγο αργότερα, ο Γουιλί Ροζιέ της προσφέρει το δεύτερο ρόλο της στην ταινία «Manina la fille sans voiles». Έχοντας φτάσει πλέον σε ηλικία 18 ετών, πατέρας της δίνει τη συγκατάθεσή του για να παντρευτεί με τον Ροζέ Βαντίμ. Ο γάμος τελέστηκε στη εκκλησία του Πασί, στις 21 Δεκεμβρίου 1952.
Το 1953, η Μπαρντό γνώρισε την πρώτη και μοναδική της εμπειρία στο σανίδι παίζοντας στο θεατρικό «L`Invitation au château» του Ζαν Ανούιγ, σε σκηνοθεσία του Αντρέ Μπαρσάκ. Τον ίδιο χρόνο, γνωρίστηκε με το πρόσωπο που θα αποτελούσε την ιμπρεσάριο της για όλη τη διάρκεια της καριέρας της: την Όλγα Χόρστιγκ. Από κει κι έπειτα η Μπαρντό έψαχνε τους ρόλους της σε μικρές ταινίες, όπως το 1953, οπότε και έπαιξε σε ηλικία 19 ετών, στην ταινία «Κίτρινο Διαβατήριο». Αλλά ήταν στο Φεστιβάλ των Καννών όπου έλαβε χώρα μια πρώτη στροφή στην καριέρα της. Η μικρή στάρλετ που ήταν ήδη, επισκίασε μεγάλες σταρ της εποχής. Έλκει τα φλας των φωτογράφων και το σεξαπίλ της συνεπαίρνει την Κρουαζέτ. Ο ηθοποιός Κερκ Ντάγκλας τότε κάνει μια απόπειρα να την μεταφέρει στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στο εξής ενεπλάκη σε δωδεκάδες άλλες ταινίες, όπως το «Κορίτσια με Μέλλον» του Μαρκ Αλεγκρέ, το «Mio figlio Nerone» του Στένο, «Τα μεγάλα γυμνάσια» του Ρενέ Κλαιρ,«Μαμζέλ Πιγκάλ» του Μισέλ Μπουασρόντ και «Ξεφυλλίζοντας τη Μαργαρίτα» και πάλι του Αλεγκρέ.
Αλλά ήταν το 1956, σε ηλικία 22 ετών, που μπήκε στο πάνθεον του παγκόσμιου κινηματογράφου και έγινε διεθνές σύμβολο του σεξ, χάρις στο φιλμ του Ροζέ Βαντίμ «Και ο Θεός… έπλασε τη γυναίκα». Υποδύθηκε τη Ζυλιέτ Αρντί, απέναντι στους Κουρτ Γιούργκενς, Κριστιάν Μαρκάν και Ζαν Λουί Τρεντινιάν. Ο Βαντίμ οριοθέτησε με τα παρακάτω λόγια το χαρακτήρα της Μπαρντό:
«Ήθελα διαμέσου της Μπριζίτ, να αναπαραστήσω το κλίμα της εποχής, η Ζυλιέτ είναι ένα κορίτσι των καιρών της, που αποτινάσσει κάθε συναίσθημα ενοχής, κάθε ταμπού που της επιβάλλει η κοινωνία και της οποίας η σεξουαλικότητα είναι παντελώς απελευθερωμένη. Στην προπολεμική λογοτεχνία και τα φιλμ, θα την είχαν χαρακτηρίσει πόρνη. Στην εν λόγω ταινία, είναι μια πολύ νέα γυναίκα, γενναιόδωρη, καμιά φορά ανισόρροπη, και τελικά ασυγκράτητη, που δεν έχει καμιά άλλη δικαιολογία παρά τη γενναιοδωρία της».
Η σκηνή που τα συμπυκνώνει όλα αυτά σε δυο κινηματογραφικά λεπτά, είναι ο χορός που κάνει η Μπαρντό στο τέλος. Η ατίθαση γυναίκα παιδί και συγχρόνως femme fatale, θα αντικαθιστούσε μέσα σε δυο λεπτά, όποιο άλλο γυναικείο σύμβολο ίσχυε μέχρι τότε.
Το πρότυπο που δημιούργησε τότε δεν έχει ξεπεραστεί ακόμη. Και ίσως σήμερα είναι πιο επίκαιρο παρά ποτέ