Είδα για πρώτη φορά τον «Παπαφλέσσα» και εύχομαι να μην το είχα κάνει
Το έπος για την επανάσταση του 1821 με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ βλέπεται μόνο ως cult ελληνικό σινεμά.
Λίγο ότι πλησίαζε 25η Μαρτίου, λίγο ότι δεν είχε τύχει μέχρι σήμερα να το δω ποτέ, αποφάσισα να αφιερώσω δύο ώρες από τη μέρα μου βλέποντας την ταινία – σταθμό, καλώς ή κακώς, του ελληνικού σινεμά με τίτλο «Παπαφλέσσας: Η Μεγάλη Στιγμή του ‘21» (Ερρίκος Ανδρέου, 1971). Η πρώτη μου απορία προέκυψε ήδη από τον τίτλο, αφού υπαινίσσεται πως ο εθνικός ήρωας αποτελεί από μόνος του γεγονός της Επανάστασης, αλλά σε σχέση με όσα συμβαίνουν είναι πραγματικά δευτερεύον.

Παπα-μιχαήλ, όπως Παπα-φλέσσας
Φυσικά, ήμουν προετοιμασμένος για όσα ετοιμαζόμουν να δω, αφού η φήμη του μπλοκμπάστερ για το 1821 είναι περιβόητη. Αν και είναι μάλλον περιττό, έχει σημασία να θυμίσουμε πως ο κινηματογραφικός «Παπαφλέσσας» κυκλοφόρησε στην καρδιά της χούντας των συνταγματαρχών, η οποία έτσι κι αλλιώς ενθάρρυνε τη δημιουργία παραγωγών που προήγαγαν βολικά εθνικά αφηγήματα. Μεταξύ εκείνων που είχαν αναλάβει την εν λόγω δουλειά ήταν ο πολυσυζητημένος Τζέιμς Πάρις, ο οποίος τις πολεμικές ιστορικές ταινίες τις έπαιζε στα δάχτυλα. Αρκεί να αναφέρουμε πως μόνο το ‘71 είχε κυκλοφορήσει επίσης το «28η Οκτωβρίου ώρα 5:30» (Κώστας Καραγιάννης), τους «Τελευταίους του Ρούπελ» (Γρηγόρης Γρηγορίου), προτού ένα χρόνο μετά ακολουθήσουν οι «Σουλιώτες» (Δημήτρης Παπακωνσταντής). Άρα, συνοψίζοντας, η προσδοκία να δω κάτι… ψύχραιμο ή που να έχει ως προτεραιότητα την οποιαδήποτε ουσιώδη δραματουργία ήταν εκ προοιμίου ανύπαρκτη.
Ο «Παπαφλέσσας», ωστόσο, αποτέλεσε μια πρωτοφανή δουλειά για το ελληνικό σινεμά. Όπως γράφεται, ο προϋπολογισμός του έφτασε τις 12 εκατομμύρια δραχμές, ως κομπάρσοι χρησιμοποιήθηκαν τρεις χιλιάδες στρατιώτες που εκτούσαν τη θητεία τους, ενώ τους πρωταγωνιστικούς ρόλους κράτησαν πρωτοκλασάτα ονόματα της εποχής όπως οι Δημήτρης Παπαμιχαήλ, Αλέκος Αλεξανδράκης, Κάτια Δανδουλάκη και Χρήστος Πολίτης. Μάλιστα, μέρος των γυρισμάτων πραγματοποιήθηκε στα Αμπελάκια της Λάρισας και χωριά του Πηλίου, με την επιμέλεια σε επίπεδο σκηνογραφικό, τουλάχιστον, να είναι αξιοπρόσεκτη. Εξάλλου, βασική επιδίωξη του Ανδρέου και του επιτελείου του ήταν η επίτευξη μιας επικότητας που επιχείρεται από την πρώτη, κιόλας, ενότητα όπου ιππείς καλπάζουν σε σοκάκια χωριού που κινδυνεύει να τυλιχτεί στις φλόγες!

Foustanelacore ή foustaneloxploitation;
Δυστυχώς η συνέχεια δεν ήταν εξίσου επιβλητική. Κυρίως, εξαιτίας της αυταρέσκειας που διέπει τους Έλληνες σκηνοθέτες σχεδόν κάθε φορά που απασχολούνται με κάτι «ιστορικά ελληνικό». Τα είδαμε πρόσφατα και στον «Καποδίστρια» (Γιάννης Σμαραγδής) όπου, παραδόξως, υιοθετείται απαράλλακτη η ίδια αφηγηματική λογική με τον «Παπαφλέσσα». Ήτοι, σε σημαντικό βαθμό αναπαράσταση μύθων αντί γεγονότων, η αποθέωση από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, η γραφικότατη απεικόνιση των εθνικών αντιπάλων, στόμφος και αυταρέσκεια σε κάθε πτυχή της παραγωγής, ούτως ώστε να αποδοθεί η «ελληνική ανωτερότητα» ως κάτι που δε χρειάζεται απόδειξη ή αμφισβήτηση.
Και για να προλάβω όσους αναγνώστες έχουν ήδη ανεβάσει πίεση ως εδώ, ναι, μπορείς να γυρίσεις μια ιστορική περιπέτεια που να εμπνέεται από ένα λαϊκό ξεσηκωμό, χωρίς να απεικονίζεις σαν καρικατούρες ή αγίους τους ήρωές σου. Αρκεί να ενδιαφέρεσαι να αφουγκραστείς το ιστορικό πλαίσιο, τη συλλογική συνείδηση και τις πολιτικές ισορροπίες της εποχής που σε αφορά. Στον «Παπαφλέσσα» συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, αφού η πλοκή μοιάζει βγαλμένη από σχολική γιορτή όπως και οι διάλογοι. Ατάκες τύπου «όρσε τα έργα σου διοίκηση», «σταματήστε να πολεμήσετε ωρέ ξεφτίλες», ο ντουμπλαρισμένος(!) ηθοποιός Φερνάντο Σάντσεζ και τα διαρκή side-eyes στην ερμηνεία του Παπαμιχαήλ, δίνουν μια ατυχή κωμικότητα στην ταινία που αποκτά ακαριαία cult ποιότητες (και μόνο). Πάντως, πλέον, μπορούμε να υπερηφανευόμαστε(;) πως έχουμε αρκετούς τίτλους για ένα «ξύπνα Έλληνα» cinematic universe, αν τολμά κανείς να κάνει σχετικό αφιέρωμα…