Είναι οκ να είσαι «κακή» μαμά
«Πέθανε Αγάπη μου» / ©Mubi_Kimberley French

Είναι οκ να είσαι «κακή» μαμά

Τρεις πρόσφατες ταινίες μάς συστήνουν ανορθόδοξες πλην απελευθερωτικές απεικονίσεις της μητρότητας, φέρνοντας φρέσκο αέρα στη μεγάλη οθόνη.

Ανιδιοτελής, δοτική, ακούραστη, εργάτρια, μαχήτρια, γενναιόδωρη, αξιόπιστη: χαρακτηρισμοί οι οποίοι πλαισιώνουν, συνήθως, την ιδανική εικόνα μιας μητέρας, ενός προσώπου που εύλογα φτάνει στα όρια της αγιοποίησης, δεδομένης της πολύτιμης φροντίδας που προσφέρει εφ’ όρου ζωής. Η μητρότητα, όμως, συνοδεύεται επίσης από το βάρος μιας ευθύνης που δυνητικά μπορεί και να συνθλίψει το υποκείμενο που τη φέρει, συναισθηματική κατάσταση στην οποία εμβαθύνουν όλο και περισσότερες ταινίες την τελευταία δεκαετία, τρεις εκ των οποίων έχουν κυκλοφορήσει στην Ελλάδα το τελευταίο διάστημα με μικρή χρονική απόσταση μεταξύ τους. Ανάμεσα σ’ αυτες, μάλιστα, βρίσκονται και δύο από τις καλύτερες κυκλοφορίες του 2025.

Δεν είναι τυχαίο πως οι αναπαραστάσεις που αναδεικνύουν τις μοντέρνες δυσκολίες της (μονο)γονεϊκότητας και συγκεκριμένα μητέρων που «αδυνατούν» να ανταποκριθούν στο ρόλο τους εμφανίζονται όλο και πιο συχνά. Διεθνώς τα σώματα των θηλυκοτήτων βρίσκονται υπό διαρκή απειλή, πόσω δε μάλλον σε χώρες όπως οι ΗΠΑ όπου τα αναπαραγωγικά δικαιώματα των ανθρώπων με μήτρα σε περισσότερες από είκοσι πολιτείες έχουν είτε περιοριστεί είτε απαγορευτεί εξ ολοκλήρου. Εάν προστεθεί στο μιξ η αποκαρδιωτική αύξηση των γυναικοκτονιών και της ενδοοικογενειακής βίας ευρύτερα, η απουσία κοινωνικής πρόνοιας, το υψηλό κόστος ανατροφής ενός παιδιού και η έλλειψη μηχανισμών στήριξης γυναικών σε ανάγκη, προκύπτει ένα δυσοίωνο κλίμα που ευνοεί την εξερεύνηση ανορθόδοξων εκδοχών της μητρότητας οι οποίες τελικά μοιάζουν πιο ρεαλιστικές από τις συνηθισμένες.

«Αν Είχα Πόδια θα σε Κλωτσούσα»

Σ’ αυτό το μήκος κύματος κινείται μια αρκετά μεγάλη πια ομάδα φιλμ, με τίτλους όπως το εξουθενωτικό «Tully: Τα Παιδιά Είναι Ευτυχία;» (Τζέισον Ράιτμαν, 2018), το φρενήρες «Full Time» (Ερίκ Γκραβέλ, 2021), το σπαρακτικό «Riceboy Sleeps» (Άντονι Σιν, 2022), το «Σεντ Ομέρ» που μας συστήνει σε μια σύγχρονη Μήδεια (Αλίς Ντιόπ, 2022) και το περσινό «Nightbitch» (Μάριελ Χέλερ, 2024) στο οποίο η Έιμι Άνταμς υποδύεται μια μάνα που φθείρεται σωματικά και πνευματικά σε τέτοιο βαθμό ώστε μεταμορφώνεται σε σκυλί!

Στα παραπάνω έρχεται να προστεθεί το υπερηχητικό «Εάν Είχα Πόδια Θα Σε Κλωτσούσα» («If I Had Legs I’d Kick You») της Μέρι Μπρόνστιν, το οποίο δεν διστάζει να ξεπεράσει τα κινηματογραφικά όρια ενδοσκοπώντας στο ψυχολογικό αδιέξοδο της ηρωίδας της. Μιας μητέρας, σαφώς, η οποία καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα την κατάρρευση μέρους του σπιτιού της, την ανικανότητα του συντρόφου της και την περίθαλψη μιας κόρης η οποία αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας που απαιτεί συνεχή παρακολούθηση. Τον κεντρικό ρόλο κρατά η Ρόουζ Μπερν, στην καλύτερη ερμηνεία της καριέρας της που επιβραβεύτηκε με υποψηφιότητα για Όσκαρ, η οποία ενσαρκώνει μια γυναίκα παγιδευμένη σε ένα φαύλο κύκλο ματαίωσης και συνεχούς διεκπεραίωσης υποχρεώσεων με αποτέλεσμα να φτάνει στα πρόθυρα της κατάρρευσης.

«Πέθανε Αγάπη μου» / ©Mubi_Kimberley French

Η Μπρόνστιν καινοτομεί όχι μόνο επειδή αφουγκράζεται με τρυφερότητα μια μάνα μάλλον ανεπαρκή, αλλά επιπλέον γιατί δίνει υπόσταση σε μια μορφή υπερκόπωσης που μόνο κάποιος με στοιχειώδη επαφή με τη γονεϊκότητα μπορεί να αντιληφθεί. Πρόκειται για μια ποιότητα κούρασης που καμπυλώνει την πραγματικότητα και μετατρέπει κάθε ανθρώπινη επαφή σε αλληλουχία διαδικασιών λήψης άμεσων και διεκπεραιωτικών αποφάσεων. Το σκηνοθετικό ύφος βοηθά να γίνει χειροπιαστή αυτή η αίσθηση, χάρη στην ασφυκτική ατμόσφαιρα που συνθέτουν τα κοντινά πλάνα στο πρόσωπο της Μπερν, η ροπή προς τον υπερρεαλισμό και η ψευδαίσθηση πως δεν υπάρχει διαφυγή από μια πληγωτική και κλειστοφοβική μοίρα. Παραδόξως, το «Εάν Είχα Πόδια…» δεν επενδύει στον αρνητισμό ώστε να απομυθοποιήσει συλλήβδην τη μητρότητα, αλλά αντίθετα, για να υπερθεματίσει το επιχείρημα πως η αυτοθυσία που συμπεριλαμβάνεται στο «πακέτο» είναι δίκαιο να δείχνει άσχημη και απεγνωσμένη. Με απλά λόγια, ας θυμόμαστε ενίοτε πως καμία μαμά δεν είναι τέλεια, όπως εκείνη που υποδύεται η Τζένιφερ Λόρενς στο «Πέθανε Αγάπη μου» («Die My Love», Λιν Ράμσεϊ).

Εδώ η οσκαρική ηθοποιός ψηλαφεί το άλγος μιας νεαρής μάνας που δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στη φροντίδα του παιδιού της καθώς αναμετράται με τα βάρη της επιλόχειας κατάθλιψης. Συνθήκη που δυσχεραίνεται από αυτό που βιώνει ως απόρριψη από το σύζυγό της (Ρόμπερτ Πάτινσον) και τις εμμονές της που την οδηγούν στη ψύχωση. Η Ράμσεϊ, σκηνοθέτρια που στο παρελθόν έχει αποδείξει τη δεξιοτεχνία της στα πολύπλοκα ψυχογραφήματα («Morvern Callar», «Πρέπει να Μιλήσουμε για τον Κέβιν», «Δεν Ήσουν Ποτέ Εδώ»), εν προκειμένω χειρίζεται άνισα τις θεματικές που αφορά το διασκευασμένο σενάριο των Έντνα Γουολς και Άλις Μπιρτς (βασισμένοι στο ομώνυμο βιβλίο της Αριάνα Χάργουικζ). Ενώ δεν χωρά αμφιβολία πως για την κατάληξη της ηρωίδας ευθύνεται η ανυπαρξία ουσιαστικής αρωγής των γύρω της, βασικά ενός διαύλου επικοινωνίας που θα απέτρεπε τον εγκλωβισμό της στη μοναξιά, παράλληλα, η απεικόνιση της σχέσης της με όρους ερωτικού θρίλερ αποπροσανατολίζει ως προς ποια, τελικά, ήταν η πρόθεση της Ράμσεϊ με αυτό το αφήγημα. Ακόμα περισσότερο δε, εάν λάβουμε υπόψη το αταίριαστα βίαιο φινάλε που αδικεί εν μέρει μια πρωταγωνίστρια – θύμα καταστάσεων για τις οποίες δεν ευθύνεται στο βαθμό που της αναλογεί, κινηματογραφικά πάντα.

«Σιωπηλή Αγάπη»

Σαφώς ουσιαστικότερη, καίρια και συγκινητική είναι η «Σιωπηλή Αγάπη» της Εύα Λιμπερτάδ. Ταινία που ανήκει στο χαμηλότονο ανθρωποκεντρικό σινεμά του κοινωνικού ρεαλισμού, στην οποία η πλοκή περιστρέφεται γύρω από ένα ζευγάρι μιας κωφής και του ακούοντα συντρόφου της που αποκτούν παιδί. Η Άνχελα -σε μια αφοπλιστικά ειλικρινή ερμηνεία η Μίριαμ Γκάρλο- σύντομα βρίσκεται απέναντι από πολλαπλά άγχη και μια πολυπρόσωπη αποξένωση. Εάν το παιδί της έχει ακοή, θα μπορέσει να συνεννοηθεί μαζί της στη νοηματική; Και κατ’ επέκταση, μέχρις ότου απαντηθεί το προηγούμενο ερώτημα, θα είναι εφικτό για την ίδια να το αναθρέψει σωστά, ακόμα και αν στερηθεί τα πρώτα λόγια του; Η Λιμπερτάδ συμπονετικά δεν αφήνει καμία απορία αναπάντητη, φροντίζοντας να δώσει ορατότητα στο βίωμα μιας κωφής γυναίκας χωρίς η κατάστασή της να ορίζει την προσωπικότητά της, σημείο στο οποίο, ας πούμε, αποτυγχάνει η Ράμσεϊ. Συμπτωματικά και εδώ αναδεικνύεται το κόστος μιας εγκυμοσύνης σε μια σεξουαλική σχέση, συγκεκριμένα ως παράγοντας που δημιουργεί απόσταση ανάμεσα στο ζεύγος, αλλά συμπληρώνει την ιδιοσυγκρασία της μητέρας υπό συζήτηση. Γιατί στην αποξένωση που ζει ήδη η Άνχελα σε ένα κόσμο ακοώντων, προστίθεται η «αδιαφορία» του άντρα της που πλέον προσηλώνεται στον προγονό του. Ένα ακόμα στοιχείο που προσδίδει μοναδικότητα στη «Σιωπηλή Αγάπη», αφού τέτοιες περίπλοκες ισορροπίες στις ανθρώπινες σχέσεις σπάνια αναπαρίστανται στη μεγάλη οθόνη.

Επομένως, ταινίες όπως οι παραπάνω μας φέρνουν πρόσωπο με πρόσωπο με μια άβολη αλήθεια. Ότι ακόμα και στις πιο ωμές, αφτιασίδωτες και λιγότερο διθυραμβικές στιγμές τους, οι μητέρες παραμένουν φορείς αμείλικτης δύναμης. Και πως στην προσπάθεια να διεκδικήσουν μερίδιο φροντίδας ή απλώς ένα διάλειμμα, μπορούν να τη χρησιμοποιήσουν με δικαιολογημένα οξυμένη ένταση. Το λιγότερο, λοιπόν, που μπορούμε να κάνουμε, είναι να μην τις οδηγούμε σε αυτό το σημείο μέσω της απραξίας μας…

Σχετικά άρθρα