Μία ακόμη απογοήτευση από τον Αλεχάντρο Γκονζάλες Ιναρίτου
Να τελικά που δεν έβαλα μυαλό μετά το περσινό μου λάθος, και ξεκίνησα πάλι τη φετινή μου κινηματογραφική χρονιά με τη νέα ταινία του Αλεχάντρο Γκονζάλες Ιναρίτου. Από το Γιώργο Χατζελένη
Το περσινό Birdman ήταν ότι χειρότερο έχω δει τα τελευταία χρόνια στις σκοτεινές αίθουσες. Για το The Revenant όμως άκουγα διθυραμβικές κριτικές ενώ για τον Ντι Κάπριο το όσκαρ θεωρείται ήδη δεδομένο. Έτσι αποφάσισα να δώσω μία ακόμη ευκαιρία στον Ιναρίτου μήπως και κερδίσει πάλι τη συμπάθειά μου.
Το The Revenant ξεκινάει με ένα δυνατό δεκάλεπτο όπου παρακολουθούμε μία μάχη μεταξύ Ινδιάνων και λευκών. Η υπεροχή των ιθαγενών είναι δεδομένη κι έτσι οι λευκοί φυγαδεύονται από το ποτάμι. Μέχρι εκεί όλα καλά. Μόνο που αυτό το “καλά” κράτησε λίγο. Από εκεί και πέρα η ταινία είναι υπερβολικά κι αδικαιολόγητα αργή. Ποιος έχει δώσει τη συμβουλή σε σκηνοθέτες πως τα “αριστουργήματα” πρέπει να διαρκούν πολύ και να έχουν αργό ρυθμό;
Η ταινία με εκνεύρισε γι` αρκετούς λόγους. Θα τους περιγράψω έναν έναν διότι με πνίγει το δίκιο.
Πρώτα απ` όλα, υπάρχει η εκνευριστική υπερβολή σχετικά με την τύχη του πρωταγωνιστή. Ο Ντι Κάπριο πάει μέχρι τον Άδη κι επιστρέφει. Ο τύπος πρέπει να ήταν εφτάψυχος. Δεν εξηγείται αλλιώς η τύχη του να μείνει ζωντανός μέχρι το τέλος. Δυστυχώς η λογική πήγε περίπατο στο δάσος καθ` όλη τη διάρκεια του έργου. Ο παραλογισμός όμως δε σταματάει μόνο εκεί. Η σκηνή με την αρκούδα ήταν πέρα για πέρα τραγική, η εντυπωσιακή πτώση του ήρωα με το άλογο στο γκρεμό ήταν εκνευριστική αλλά η τελική σκηνή πάλης με έκανε να βγω έξω από τα ρούχα μου.
Και φτάνουμε σ` αυτήν τη σκηνή πάλης που αναφέρομαι παραπάνω. Ήταν από τις πιο εκνευριστικές κινηματογραφικές στιγμές που έχω ζήσει. Μεγάλης διάρκειας που κούραζε αρκετά κι άπειρη σπλατεριά. Αλληλοχτυπήματα με τους πρωταγωνιστές να συνεχίζουν να παλεύουν λες και δεν έχουν πάθει τίποτα. Γελούσα με τη λογική του Ιναρίτου.
Κι ερχόμαστε στην ερμηνεία του Ντι Κάπριο. Ίσως ήταν από τα λίγα αξιόλογα στοιχεία της ταινίας. Όχι πως ήταν και η καλύτερη της καριέρας του. Είμαι βέβαιος πως το όσκαρ που πιθανόν θα κερδίσει, θα αντιστοιχεί σε όλη τη μέχρι σήμερα καριέρα του.
Επίσης η ταινία ήταν πλούσια σε αντιγραφές από διάφορες άλλες ταινίες, τελείως άσχετες μεταξύ τους. Σε μία στιγμή μπερδευτήκαμε διότι πιστέψαμε πως μπήκε το πνεύμα του Ράμπο στο σώμα του ήρωα. Λίγο αργότερα, ένιωσα ένα deja vu καθώς η καταδίωξη του ήρωα από τους Ινδιάνους μου θύμισε πολύ το Apocalypto του Γκίμπσον. Δεν έμεινε όμως μόνο εκεί ο σκηνοθέτης. Η σκηνή που σκεπάζεται ο ήρωας με το κουφάρι του αλόγου μου θύμισε αρκετά μία παρόμοια περίπτωση από την “Αυτοκρατορία Αντεπιτίθεται” όταν ο Λουκ Σκάιγουόκερ έσκισε τη κοιλιά του δικού του “αλόγου” για να ζεσταθεί. Ο σκηνοθέτης όμως ήθελε και λίγη κουλτούρα, οπότε αποφάσισε να αντιγράψει αρκετές σκηνές από τις ταινίες του Ταρκόφσκι (Νοσταλγία) όπως η στιγμή που ο ήρωας οραματίζεται πως βρίσκεται μέσα σε μία ερειπωμένη ορθόδοξη εκκλησία κι από έργα του Μάλικ (Το δέντρο της ζωής) όπως στη φάση που ο ήρωας στέκεται απέναντι σε μία πυραμίδα με οστά. Όσο για τις σκηνές που είχε αίματα, σκεφτόμουν το σαρκαστικό γέλιο του Ταραντίνο.
Τελειώνοντας η ταινία ένιωσα μία απέραντη ανακούφιση για την ολοκλήρωση του μαρτυρίου μου κι έναν εκνευρισμό που προωθούνται μεγάλες πατάτες, χαρακτηριζόμενες ως αριστουργήματα της χρονιάς. Η νέα ταινία του Ιναρίτου ήταν ένα μεγάλο τίποτα. Πέρα από κάποια όμορφα τοπία με ατμοσφαιρική μουσική, το έργο δεν είχε τίποτα παραπάνω να προσφέρει.
Επίσης με εκνευρίζει το πόσο πολύ διαφημίζονται και πουλάνε ταινίες που μιλάνε για μίσος, εκδίκηση και θάνατο. Γουστάρουμε να βλέπουμε ακρωτηριασμούς και ποτάμια αίματος, δείχνοντας έτσι ασέβεια απέναντι στο θαύμα της ζωής. Και ειδικά αυτή η ταινία είναι πλούσια από οργή κι εκδίκηση που δεν οδηγεί πουθενά. Ενώ από την άλλη περνούν απαρατήρητες ταινίες-διαμάντια που προβληματίζουν τους θεατές και τους προσφέρουν σκέψεις και προτάσεις σχετικά με το νόημα της ζωής και την ύπαρξή μας σ` αυτόν τον πλανήτη, όπως το “Μαργαριταρένιο Κουμπί”, τα “Μανταρίνια” και τη “Χειμερία Νάρκη”. Φτάνει πια τόσο αίμα. Αυτές οι ταινίες μας έκαναν να συνηθίσουμε και να αδιαφορούμε για τα πραγματικά εγκλήματα που συμβαίνουν γύρω μας, όπως οι πνιγμοί των προσφύγων στις θάλασσές μας.
Θα της έβαζα ένα βαθμό παραπάνω από το ανεκδιήγητο Birdman. Μέχρι το τέλος παιζόταν να πάρει το τεσσάρι της η ταινία. Όμως η τελική πάλη των πρωταγωνιστών, η κενότητα του έργου και τα λάθη του σεναρίου με ανάγκασε να ρίξω τη βαθμολογία. Τους δυο βαθμούς που προσφέρω, δίνονται μόνο για τα τοπία και την εξαιρετική φωτογραφία. Σε όλα τα υπόλοιπα η ταινία πήρε μηδέν. Και σας παρακαλώ πολύ, μη ξεκινήσετε τον αντίλογο πως η ταινία ήταν καλογυρισμένη με εξαιρετικά πλάνα κτλ. Η ουσία είναι αυτή που μετράει. Όχι το περιτύλιγμα. Οι τίτλοι τέλους μου υπενθύμισαν το λάθος μου. Ένα λάθος που επαναλάμβανα ψιθυριστά καθώς γυρνούσα σπίτι.
“Μη δώσεις ποτέ ξανά λεφτά για ταινίες του Αλεχάντρο Γκονζάλες Ιναρίτου”.
Δε θα το ξανακάνω.
Βαθμολογία:2/10