Οι αξέχαστες σκηνές της Μάρως Κοντού
«Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη»

Οι αξέχαστες σκηνές της Μάρως Κοντού

Μια αναδρομή στις εμβληματικές στιγμές της ηθοποιού που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.

Μια πληθωρική καριέρα που ξεπερνά τις εξήντα εμφανίσεις στη μεγάλη οθόνη και συνοδεύεται από δεκάδες ερμηνείες που άφησαν εποχή, δύσκολα συνοψίζεται σε μια οποιαδήποτε λίστα. Εξάλλου, η ίδια η Μάρω Κοντού χαρακτηριζόταν από μια προσωπικότητα που ακτινοβολούσε με τέτοιο τρόπο ώστε και μόνο η διακριτική συμμετοχή της σε ένα πλάνο ήταν ικανή να κλέψει την παράσταση. Η είδηση του θανάτου της γίνεται η αφορμή ώστε να θυμηθούμε γιατί η αμίμητη ηθοποιός ήταν μια μεγάλη κυρία του ελληνικού κινηματογράφου, μια αυθεντική σταρ, αλλά και μια ερμηνεύτρια χωρίς αντίστοιχο, ικανή να πρωταγωνιστεί με άνεση τόσο σε στιβαρά ακαδημαϊκά δράματα όσο και στις πιο οικείες λαϊκές κωμωδίες. Υπό αυτήν την έννοια, μοιάζει απολύτως ταιριαστό πως η αφετηρία της στο σινεμά έγινε ως η κοπέλα σε όνειρο στο «Χαρούμενο Ξεκίνημα» (1954) του Ντίνου Δημόπουλου, αφού υπήρξε διαχρονικά μια υπερβατική κινηματογραφική παρουσία. Παρακάτω, ακολουθούν οι πιο αξέχαστες σκηνές της.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις

Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

«Έγκλημα στο Κολωνάκι» (1960)

Οι αρχικές τρεις πιο ολοκληρωμένες εμφανίσεις της Μάρως Κοντού τη μεγάλη οθόνη έγιναν σε φιλμ νουάρ βασισμένα σε δημοφιλή βιβλία του Γιάννη Μαρή. Στις ταινίες «Ο Άνθρωπος του Τραίνου» (Ντίνος Δημόπουλος, 1958), «Έγκλημα στο Κολωνάκι» (Τζανής Αλιφέρης, 1960) και «Έγκλημα στα Παρασκήνια» (Ντίνος Κατσουρίδης, 1960) έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς πως προοδευτικά η ηθοποιός περνά από την περιφέρεια της δράσης στο επίκεντρο, χαίροντας μιας αναβάθμισης που επαληθεύει πόσο ταιριαστή ήταν στην αισθητική και το αφηγηματικό συντακτικό του πιο γοητευτικού κινηματογραφικού είδους.

«Τα Κίτρινα Γάντια» (1961)

Τη δεκαετία του ’60 η Ελλάδα βίωνε σαρωτικές πολιτιστικές – κοινωνικές αλλαγές, όπως και ο υπόλοιπος δυτικός τρόπος, με αποκορύφωμα τα διστακτικές πλην ριζικές πρωτοβουλίες των γυναικών για τη χειραφέτησή τους. Αυτές ακριβώς δίνουν τον τόνο στην κωμωδία του Αλέκου Σακελλάριου, η οποία περιστρέφεται γύρω από την ασφυκτική ζήλεια που νιώθει ένας εύπορος επιχειρηματίας (Νίκος Σταυρίδης) προς τη νεαρότερή του σύζυγο, την οποία ενσαρκώνει η Κοντού. Σε ένα από τα πιο ενδεικτικά στιγμιότυπα, ο Σταυρίδης προσπαθεί καθόλου τεχνηέντως να μάθει τι θα φορέσει η συμπρωταγωνίστριά του, ούτως ώστε να μην εκτεθεί κυριολεκτικά και μεταφορικά…

«Αλίμονο στους Νέους» (1961)

Ένα χρόνο μετά τη συνύπαρξή τους στο θεατρικό σανίδι, η Μάρω Κοντού επανενώνεται με τον Δημήτρη Χορν μπροστά από την κάμερα αυτήν τη φορά, σε μια χαλαρή διασκευή του «Φάουστ». Το φιλμ, βέβαια, άφησε ανεξίτηλο στίγμα για τη ρομαντική σκηνή σε νυχτερινό κέντρο όπου τραγουδούν το κομμάτι «Πες Μου Μια Λέξη» σε σύνθεση του Μάνου Χατζιδάκι και στίχους του Αλέκου Σακελλάριου. Ακόμα πιο ενδιαφέρον το γεγονός πως ο Φιλοποιμήν Φίνος αρνήθηκε να χρηματοδοτήσει τα γυρίσματα, διότι δεν πίστευε πως ο Χορν είναι ικανός να προσελκύσει το ευρύ κοινό. Εν τέλει και σε σουξέ εξελίχθηκε και βραβεύτηκε ο ηθοποιός στο 2ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Όσον αφορά την Κοντού και την υποκριτική ευελιξία της, αξίζει να σημειωθεί πως την ίδια χρονιά υποδύθηκε την Ισμήνη στην «Αντιγόνη», τη μεταφορά της αρχαίας τραγωδίας του Σοφοκλή, από τον Γιώργο Τζαβέλλα.

«Ο Φίλος μου ο Λευτεράκης» (1962)

Το πιο αστείο σε μία ακόμα θεατρική μεταφορά του Αλέκου Σακελλάριου δεν είναι μόνο η αβολοσύνη του ξεκαρδιστικά πανικόβλητου άπιστου Ντίνου Ηλιόπουλου, αλλά το γεγονός πως ο χαρακτήρας του πίστευε πραγματικά πως μπορούσε να κοροϊδέψει μια γυναίκα σαν κι αυτή που ενσαρκώνει γεμάτη μεθυστική πονηριά η Μάρω Κοντού.

«Η Γυνή να Φοβήται τον Άνδρα» (1965)

Ο ρόλος της Ελένης Κοκοβίκου είναι αυτός με τον οποίο ταυτίστηκε η Κοντού. Η κομεντί του Γιώργου Τζαβέλλα, η οποία έμελλε να είναι και η τελευταία δουλειά του, έσπασε τα ταμεία στην εποχή της, οι ατάκες της πέρασαν στην καθομιλουμένη και μεταγενέστερα διασκευάστηκαν πολλάκις στο θέατρο. Μάλιστα, στο «Αν…» (2012) του Χριστόφορου Παπακαλιάτη, η Κοντού μαζί με τον συμπρωταγωνιστή της Γιώργο Κωνσταντίνου αναβίωσαν το άσπονδο ζεύγος Κοκοβίκου, σε ένα νοσταλγικό κλείσιμο του ματιού που θυμίζει το «Όταν ο Χάρι Γνώρισε τη Σάλι». Το «Η Γυνή…», ωστόσο, αποτέλεσε επίσης μια αιχμηρά κωμική αποτύπωση της μάχης των φύλων και της ελληνικότητας στα βάθη της δεκαετίας του ’60, όταν το εάν μια μέλλουσα σύζυγος θα πατούσε ή όχι το πόδι του συντρόφου της αντιστοιχούσε σε μείζονα επίδειξη εσωτερικής ισχύος. Η Κοντού, πάντως, έδωσε στον Κωνσταντίνου την απάντηση που του άρμοζε.

«Αχ!.. Και να ‘μουν Άντρας» (1966)

Αδυνατώ να αφουγκραστώ έστω και λίγο πόσο καταπιεστικό πρέπει να ήταν να ζεις ως γυναίκα στην Ελλάδα των ’60s, αλλά σε αυτήν την ταινία η Κοντού προχωρά σε μια τολμηρή ερμηνεία για να το αποδείξει. Μετά από διαδοχικές απώλειες δουλειάς λόγω σεξουαλικών παρενοχλήσεων, η κεντρική ηρωίδα αποφασίζει να προσποιηθεί πως είναι ο δίδυμος αδερφός της ώστε να βρει εργασία. Ο σκηνοθέτης Στέφανος Φωτιάδης δίνει έμφαση στις κωμικές διαστάσεις αυτής της απόφασης, όπως μέσω του ότι συνάδελφοι προξενεύουν στην Κοντού τις κόρες τους, αλλά η αφήγηση παραμένει ανθρωπολογικά ανεκτίμητη.

«Ο Στρίγγλος που Έγινε Αρνάκι» (1968)

Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας ως χήρος πατέρας και διευθυντής της Ακαδημίας Εμπορικού Ναυτικού και η Μάρω Κοντού ως οικιακή βοηθός που βάζει σε τάξη τη χαοτική καθημερινότητα ενός φαινομενικά σκληροτράχηλου άντρα με πυγμή. Κωμωδία που τη χαρακτηρίζει η ελαφρότητα, χωρίς να παραβλέπουμε το ότι ο χαρακτήρας της ηθοποιού είναι πιο περίπλοκος από ότι της φαίνεται (δεν κάνουμε spoilers), όπως επίσης επιδρά ως σύμβολο μιας νέας εποχής που ανθεί. Στο βάθος χούντα των συνταγματαρχών και στα ηχεία ο νέος ήχος του σέικ.

«Μία Ιταλίδα από την Κυψέλη» (1968)

Στο κωμικό κομψοτέχνημα του Ντίνου Δημόπουλου, το οποίο βασίζεται στο ομώνυμο θεατρικό έργο των Πολύβιου Βασιλειάδη και Νίκου Τσιφόρου, η Μάρω Κοντού υποδύεται την πέτρα του σκανδάλου. Ένα χαλαρό βράδυ σε νυχτερινό κέντρο μετατρέπεται σε χάος, όταν ένας μάγκας παρευρισκόμενος επιδιώκει να την κορτάρει. Μπουκάλια, πιάτα και καρέκλες εκσφενδονίζονται κατά παντός υπευθύνου, σε μια σκηνή που μοιάζει βγαλμένη από το «Κλάμα Βγήκε από το Παράδεισο». Κάπου στο φόντο, ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού (στο ρόλο ο ασύγκριτος Αθηνόδωρος Προύσαλης) κρατά το λογαριασμό των ζημιών που απαριθμεί την επόμενη μέρα ζητώντας το λογαριασμό, σε μία ακόμα σεκάνς ανθολογίας που θα έπρεπε να διδάσκεται σε σχολές κινηματογράφου.

«Ο Τζαναμπέτης» (1969)

Ξανά Ιταλίδα, ξανά ερωτικό θέλγητρο πολλών αντρών, εν προκειμένω τριών… γεροντοπαλίκαρων. Η Κοντού κόβει και ράβει πότε απαγγέλοντας Ζαμπέτα και πότε κάνοντας επίδειξη της λαϊκής λαλιάς της, όταν ζητάει μια σταλιά ουίσκι γιατί έφαγε κάτι «μπακλαβούδες» και «κορνάει ο στόμας της», σε ένα φιλμ που η ίδια «κουβαλά» μέχρι τέλους.

Σχετικά άρθρα