Love in a Trashcan #1

Love in a Trashcan #1

Κείμενο: Ελένη Λεωνίδα Φωτογραφία: Jo Gogou

Περπατώντας προς το σπίτι μου, σκεφτόμουν ότι για πρώτη μέρα δεν πήγε και άσχημα. Αλλά μπορώ να πω, πως σκεφτόμουν ότι θα περάσω μια ανακρισάρα από τη Μαρκέλλα, που τύφλα να έχει η γαλλική αστυνομία όταν πιάνει φοιτητή με ναρκωτικά. Και είναι και ο Άγγελος σπίτι. Και πρέπει να μαγειρέψω. Και να μιλήσω με το mother & father στο Skype.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις
Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο, οι γονείς μου αποφάσισαν να πάνε να μείνουν μόνιμα στο χωριό μου, την εξωτική, πανέμορφη και ερημική Πάνορμο Φωκίδος. Να είναι καλά το διαδίκτυο και το Skype. Μου δίνουν απερίγραπτες στιγμές γέλωτος, καθότι οι γονείς μου, ουδεμία επαφή με τεχνολογία έχουν. Ανοίγω τη πόρτα και μπαίνω στο σπίτι, ενώ παράλληλα προσπαθούσα να μη πατήσω τον Τομμυ, όπου ντε και καλά, να μπει στο σπίτι περνώντας ανάμεσα από τα πόδια μου. Μου έμοιαζε αυτό το γατί. Ειδικά στο ντε και καλά.

-Πως πήγε η συνέντευξη; ρωτάει η Μαρκέλλα. -Νταξ, θα πληρώσουμε λογαριασμούς και τον επόμενο μηνά. Μη σκας, της λέω γελώντας. -Δηλαδή σε πήραν; Η γλυκιά φωνή του Άγγελου ακούστηκε από πίσω μου, αρπάζοντας με από τη μέση και δίνοντας μου ένα θορυβώδες φιλί στο μάγουλο. -Ναι παίδες μου πολυαγαπημένοι. Με πήραν. Και για να δείτε, πόσο χουβαρντάς άνθρωπος είμαι θα παραγγείλουμε πίτσα για να το γιορτάσουμε, γιατί κάτι άλλο να μη περιμένετε. -Μιλάμε πρωτόγνωρα φαινόμενα στον Άγιο Δημήτριο σήμερα, λέει η Μαρκέλλα με το δικό της τόνο. -Πάω να βάλω πυτζάμες και έρχομαι. Μαρκέλλα πάρε τηλέφωνο για τη παραγγελία.

Πήγα στο δωμάτιο μου και έκλεισα τη πόρτα πίσω μου. Εννοείται, πως δεν είχε αλλάξει μορφή από το πρωί. Το χάος είχε παραμείνει χάος. Μακάρι να είχα ένα μαγικό ραβδί και με μια κίνηση του χεριού μου να διορθωνόταν. Αλλά που τέτοια τύχη; Έβγαλα τα ρούχα μου και έψαχνα να βρω τα ροζ πυτζαμάκια μου, δώρο της μαμάς μου.

-Είμαι πολύ περήφανος για σένα να το ξέρεις, η φωνή του Άγγελου ακούστηκε από πίσω μου. -Σε ευχαριστώ. Πολύ. Πολύ πολύ πολύύύύύ! Για όλα! , είπα και τον πήρα αγκαλιά. Μου έδωσε ένα φιλί και πήγε να μου “φάει” το λαιμό. Εννοείται, πως εγώ αποκρίθηκα θετικά.

Ο Άγγελος πάντα ήταν εκεί για μένα. Φοιτητής στο Φυσικό Αθήνας. Δυο χρόνια μεγαλύτερος. Είναι ο ορισμός του καλού παιδιού. Είχε αυτό το μοναδικά υπέροχο χαμόγελο, που σου έδινε μια έντονη διάθεση να του ζουλήξεις τα μάγουλα και είχε κάστανα μάτια, με απύθμενα καλοκάγαθο βλέμμα. Ήταν ένας άνθρωπος στήριγμα στη ζωή μου. Ήμασταν μαζί σχεδόν δυο χρόνια.

-Άσε τις αγκαλιές και πάμε να παραγγείλουμε. Βάλε πυτζάμες, ασχέτως αν μου αρέσει αυτό που βλέπουν τα μάτια μου. -Σταμάτα. Αν συνεχίσεις έτσι θα τιμωρηθείς παραδειγματικά. Ο Άγγελος ήρθε κοντά μου, με φίλησε και μου είπε με τον δικό του μοναδικό τρόπο, γελώντας.. -Θα το δούμε ποιος θα τιμωρήσει ποιον μετά. -Ρε, θα έρθετε ή μα μπουκάρω μέσα να κάνω πανικό; Η φωνή της Μαρκέλλας με έσωσε. Για αυτό την αγαπώ. Γιατί πάντα, μα πάντα, με ξελασπώνει τη κατάλληλη στιγμή. -Ερχόμαστεεεε!, είπαμε και οι δυο με μια φωνή. Έβαλα πυτζάμες και ο Άγγελος άνοιξε τη πόρτα.

Πήγα στη κουζίνα να βγάλω πιάτα και πιρούνια. Ο Άγγελος και η Μαρκέλλα ήταν στο σαλόνι. Ήμουν σκεφτική όλο αυτό το διάστημα. Όση ώρα πηγαίνω-έφερνα τα πράγματα από τα ράφια στο τραπέζι, προσπαθούσα να καταλάβω, το λόγο που είχα ένα συναίσθημα “ερωτηματικό”. Στη δική μου γλώσσα, είναι το αίσθημα εκείνο που δεν ξέρουμε, ούτε τι είναι, ούτε από που προέρχεται. Τι μου συμβαίνει..;

Το σταθερό χτύπησε την ώρα που έπρεπε να ξυπνήσω από το λήθαργο μου. Ήταν αφημένο στη κουζίνα και το βρήκα αμέσως. Η αναγνώριση κλήσης έλεγε “Σπίτι Ελένης”. Ωχ, οι γονείς μου! Τους είχα ξεχάσει όλη μέρα. Το σηκώνω αμέσως!

-Μαμά; Τι κάνεις; -Βρε γαϊδούρι, ένα τηλέφωνο δεν μπορείς να μας πάρεις; Μας έχει φάει η αγωνία εδώ πάνω στα βουνά! Σε πήραν στη δουλειά; Πόσα χρήματα; Έχεις φάει για βράδυ; Που είναι τα παιδιά; ακούστηκε η τσιριχτή φωνή της μάνας μου. -Μπράβο μάνα! Μπορείς να κάνεις και περισσότερες ερωτήσεις μέσα σε ένα λεπτό. -Μη κοροϊδεύεις τη μανούλα. -Ναι με πήραν στη δουλειά και δεν ξέρω πόσα χρήματα ακόμα και όχι δεν έχω φάει για βράδυ, γιατί θα φάμε πίτσα σε λίγο. Η Μαρκέλλα σε χαιρετάει και ο Άγγελος . Επίσης, τι κάνει ο μπαμπάς; -Καλά είναι. Περίμενε να σου τον δώσω. Σε φιλώ. Και μπράβο για τι δουλειά. Να δω πως θα τα καταφέρεις με τη σχολή και τη δουλειά ταυτόχρονα. -Μια χαρά θα είναι όλα, μάνα. Φέρε το μπαμπά. -Τι κάνεις κούκλα μου; Συγχαρητήρια για τη δουλειά. -Ευχαριστώ μπαμπά. Θα προσπαθήσω να έρθω στο χωριό με τη πρώτη ευκαιρία. -Μη το σκέφτεσαι καν. Φιλιά στη Μαρκέλλα και στον Άγγελο. Τα λέμε. -Φιλιά. Είπα και έκλεισα το τηλέφωνο.

Αυτός ήταν ο μπαμπάς μου. Μιλάει λίγο και έπιανε το νόημα αμέσως. Το αντίθετο από τη μαμά μου. Αλλά και οι δυο τους είχαν ιδιαίτερη αδυναμία στον Άγγελο και στη Μαρκέλλα. Ο Άγγελος ήταν η πρώτη μου σχέση και οι γονείς μου τον έβλεπαν σαν παιδί τους.

Με το που έκλεισα το τηλέφωνο, το κουδούνι χτύπησε. Ο Άγγελος μου έκανε νεύμα ότι πάει αυτός. Είχα αφήσει χρήματα στο τραπέζι της τραπεζαρίας για να πληρωθεί η παραγγελία.

Φάγαμε, παίξαμε Jenga και ο Άγγελος έλεγε νέα από τη σχολή του. Η ώρα πέρασε γρήγορα. Η αλήθεια είναι πως δεν πρόσεχα πολύ. Δεν μπορούσα να συγκεντρώσω το κεφάλι μου. Κοίταξα το ρολόι μου και είχε πάει 11.30.

-Παιδιά, είναι 11.30. Εγώ αύριο ξυπνάω. Όποτε θα πάω για ύπνο, λέω αποφασίστηκα. -Θα έρθω μαζί σου. -Άγγελε μου, όχι σήμερα. Θα μιλήσουμε αύριο εντάξει;

Ο Άγγελος μόρφασε, αλλά στα μάτια του ήταν ζωγραφισμένη η κατανόηση.

-Θα μου το πληρώσεις κάποια άλλα βραδιά. Μη σκας.  Μου χαμογέλασε με ένα πονηρό χαμόγελο και με φίλησε. Φώναξε στη Μαρκέλλα ότι φεύγει και άνοιξε τη πόρτα. Πήγα στο δωμάτιο μου. Έκλεισα τη πόρτα πίσω μου. Πάει η μέρα φτάνει στο τέλος της. Ή και όχι. Η πόρτα μου άνοιξε με δύναμη και ακούστηκε η ανακριτική φωνή της Μαρκέλλας.

-Γιατί του είπες να φύγει; Ποτέ δεν το έχεις κάνει αυτό, εδώ και δύο χρόνια…. Όλα καλά μεταξύ σας; -Ναι, φυσικά. Απλά σήμερα είμαι λίγο κομμάτια. -Ελένη, κάτι δεν πάει καλά. Όσο κουρασμένη και αν είσαι δεν το.. -Σταμάτα. Σε παρακαλώ. Τα λέμε αύριο, τη διέκοψα με ένα τρόπο που δεν το έχω κάνει ποτέ ξανά. Ουσιαστικά της φώναξα. Άουτς. -Οκ… Καληνύχτα. -Καληνύχτα και συγνώμη που σου φώναξα. Είχε ήδη φύγει και μίλαγα στον αέρα Ωραία. Τέλεια. Μοναδικά.

Πήγα στο γραφείο μου και άνοιξα τον υπολογιστή μου. Μπήκα ταυτόχρονα στο mail μου, στο Facebook και στη σελίδα της σχολής. Το καλό του να αφήνεις το υπολογιστή σου ανοιχτό. Πφφφ, ευτυχώς που σήμερα δεν είχε Skype το πρόγραμμα.

Facebook: 3 Εισερχόμενα, 1 Poke, 23 Ειδοποιήσεις Μail: 1 Εισερχόμενο

Αποστολέας βλέπω ότι γράφει Alexander A. Ο κυρ-Διευθυντής. Βραδιάτικα. ΩΧ! Το ανοίγω. Γιατί μου στέλνει;

Από: Alexander A. Για: Ελένη Λ. Θέμα: Today…

Αγαπητή Ελένη, Συγνώμη που σου στέλνω τέτοια ώρα. Θα ήθελα να ξέρεις ότι χαίρομαι που θα συνεργαστούμε. Αύριο σε περιμένω την ώρα που είπαμε. Να προσέχεις… Καλό σου βράδυ.

Άλεξ

Ποιο Facebook; Ποιος ύπνος; Nα προσέχω; Τα χάπια μου, τα νεύρα μου και ένα ταξί να φύγω, να πάω να χωθώ σε καμιά τρύπα… Γιατί βρε, κυρ-Διευθυντή; Γιατί; 

Σχετικά άρθρα