Love Letters : “…Αν έπρεπε να μου γράψεις εσύ δυο λέξεις, ποιες θα ήταν, αναρωτιέμαι…”
`... Εκείνο που έχει ξεμείνει είναι οι ήχοι σου. Μου κρατάνε συντροφιά όταν δε σε έχω...`
Μου ζήτησαν να βρω δυο λέξεις για σένα. Και προσπάθησα. Με πονάει όταν σε φέρνω σπίτι μου, μα προσπάθησα. Με πονάει που πρέπει να τα χωρέσω όλα σε δυο λέξεις. Και ποιες να είναι αυτές οι λέξεις; Και τι να πρωτοχωρέσουν; Να είναι σύνθετες ή να ψάξω κάτι πιο απλό; Κι αν σου έγραφα δυο λέξεις ξενικές; Θα είχαν αξία ή θα χανόταν κάποια δασεία στη μετάφραση; Πάντως δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα πως εγώ σε μετέφρασα αυτολεξεί, εν τέλει. Όσο κι αν προσπάθησα. Μα να ξέρεις, προσπάθησα. Εκείνο που έχει ξεμείνει είναι οι ήχοι σου. Μου κρατάνε συντροφιά όταν δε σε έχω. Και τους επαναφέρω τελετουργικά. Ξεκινώ τα νιαουρίσματα το βράδυ. Εκείνα που ξεκινούν με ένα κεφαλαίο μπάσο «Μ» ,που προηγείται ενός μακρόσυρτου «α» και καταλήγουν σ` ένα κοφτό κι απότομο «ου». «Μάάάάου». Με μια ανάσα. Ακριβώς με τον τρόπο που ήξερες να με χειρίζεσαι. Λίγο πριν ξημερώσει πατάω το κουμπί της ξυριστικής μηχανής ν` αρχίσει να δουλεύει. Όπως τα πρωινά που ο ήχος της μου θύμιζε πως είσαι στ` αλήθεια εδώ. Κι εγώ ησύχαζα. Μετά τρίβω τα χωμένα ,κάπου στριμωχτά και ζεστά, πέλματα μου. Πατούσα με πατούσα σα να τρίβουμε τα δικά μας μεταξύ τους. Και ακούγεται κάτι, πολύ αχνά μα ακούγεται. Ένας ήχος που ίσα-ίσα φτάνει στ` αυτιά μου μα δεν ξέρω αν εσύ τον είχες προσέξει ποτέ. Αυτό που αλήθεια θέλω να μάθω είναι αν εσύ τρίβεις τις πατούσες σου μόνος; Αυτό που δε θέλω να ξέρω είναι αν τις τρίβεις με κάποιον άλλο. Με οποιονδήποτε άλλο θα βγάζουν αλλιώτικο ήχο που δε θα τον αναγνωρίζω. Αδυνατώ να απαντήσω στο πως αντιλαμβάνεσαι εσύ τον έρωτα. Αν έπρεπε να μου γράψεις εσύ δυο λέξεις, ποιες θα ήταν, αναρωτιέμαι. Θυμάσαι που μας μπέρδευαν; Μας ρωτούσαν συνέχεια αν είμαστε αδέρφια. Έφταιγαν τα χρώματα. Έφταιγε το ύψος. Λένε πως αν είσαι καιρό μαζί με τον άλλο, υποσυνείδητα εξαπλώνεται αυτή η ομοιότητα. Η καθημερινότητα του ενός μπλέκεται στην καθημερινότητα του άλλου, έτσι όπως μπλέκονται τα χέρια μας και τα γένια μας όταν αγκαλιαζόμαστε. Έτσι όπως μπλέχτηκε η αθυμία σου με τη χαρά μου ,δυο βράδια πριν ζητήσεις πίσω την ελευθερία σου και καθισμένος στην περιστρεφόμενη καρέκλα του γραφείου σου ,μου διάβασες την «Πορτοκαλιά» κι εν συνεχεία το «Βρέχει».
Κι αναρωτιέμαι αν ήμασταν αδέρφια ή εραστές.
Μα απάντηση δε βρίσκω.
«Να με ζητώ, να σε ζητώ
Το σώμα σου στο σώμα μου να καταδίδω» και καταλήγω.
Σίγουρος στο τέλος, όσο κι αν πονώ.
Σίγουρος όμως πια.
Πως αδέρφια δεν υπήρξαμε.
Κωνσταντίνος Κουράσης
*Ο στίχος ανάμεσα στα εισαγωγικά ανήκει στο ποίημα «Σκηνοθεσία» του Δημήτρη Αθηνάκη (από τη συλλογή «Δωμάτιο μικρών διακοπών» του 2012) * ενώ τα ποιήματα «Πορτοκαλιά» και «Βρέχει» ανήκουν στον ποιητή Μίλτο Σαχτούρη (από τη συλλογή «Όταν σας μιλώ» του 1956).
Kωνσταντίνος Κουράσης
Ονομάζομαι Κουράσης Κωνσταντίνος. Είμαι βέρος Χαλανδραίος, αθυρόστομος, φοιτητής Εμπορίου και Διαφήμισης,λάτρης της πόλης γενικότερα, της Αθήνας ειδικότερα. Όσο μπορώ γράφω και όσο γράφω δεν καπνίζω. Κερδισμένος δηλαδή βγαίνω.