Οι Αόρατοι των Αθηνών

Οι Αόρατοι των Αθηνών

Μια μικρή μουσουλμάνα από την Ξάνθη που χαίρεται περισσότερο όταν την κοιτάζουν στα μάτια παρά όταν καταφέρνει να πουλήσει ένα από τα μαραμένα της τριαντάφυλλα.

Τη Ζίνα τη συνάντησα στο Μοναστηράκι να πουλάει μαραμένα τριαντάφυλλα. Το κόλπο της παλιό: «Πάρτε το, καλέ κυρία. Δεν σας το πουλάω. Σας το χαρίζω». «Δεν χρειάζεται, γλυκιά μου». «Αλήθεια σας λέω», επιμένει η μικρή, «πάρτε το, σας παρακαλώ. Σας το χαρίζω». Ανοίγω το βήμα μου να φύγω και την ακούω να φωνάζει: «Σας το χαρίζω γιατί είστε η μόνη που με κοιτάξατε στα μάτια». Κοντοστάθηκα, έστρεψα το βλέμμα μου πίσω. Την ξανακοίταξα στα μάτια. Αυτή τη φορά δεν ήταν κόλπο. Αυτή τη φορά, έλεγε αλήθεια. Τη Ζίνα, και κάθε Ζίνα, κανείς δεν την κοιτάζει στα μάτια όταν της αρνιέται. Η άρνηση στην ανάγκη ενός παιδιού συνοδεύεται από χαμηλωμένα βλέμματα και μασημένα λόγια. Πώς αλλιώς να ξεμπερδέψει κανείς στα γρήγορα με τη βαθιά περιφρόνηση ή τη βαθιά ενοχή του. 

Τι παράπονο κι αυτό! Αντί για κούκλες και ποδήλατα, να αποζητάς τα μάτια των περαστικών. Η Ζίνα ήθελε να την κοιτάζουν στα μάτια και να τη δέχονται γι’ αυτό που είναι. Και αυτό, το διάβασε με την πρώτη, το άτιμο θηλυκό. Δεν τη λυπήθηκα, δεν την περιφρόνησα, δεν την προσπέρασα. Απλώς όταν αρνήθηκα την προσφορά της, την κοίταξα. Χωρίς ενοχή (νομίζω), χωρίς περιφρόνηση (δεν νομίζω, είμαι σίγουρη). 

Μετά από αυτά τα αμήχανα «βιογραφικά» ερωτήματα που ρωτάμε εμείς οι μεγάλοι (πώς σε λένε/από πού είσαι/έχεις αδερφάκια;), βρεθήκαμε να περπατάμε δίπλα δίπλα ψάχνοντας για σουβλάκι όχι με χοιρινό, αλλά με κοτόπουλο. Γιατί η Ζίνα ήταν μουσουλμάνα από την Ξάνθη. Ήρθε στην Αθήνα με την οικογένειά της, αφού στην Ξάνθη «είναι πολύ φτωχά, κυρία. Δύσκολα, αλλά περνάγαμε ωραία». Της μίλησα για το γιο μου, που σπουδάζει εκεί. Μου είπε για τους γονείς της και για τις «δουλειές» τους: Η μαμά λουλούδια, ο μπαμπάς παλιοσίδερα. Η μικρή μουσουλμάνα Ξανθιώτισσα τα θεωρούσε αυτά δουλειές – και με το δίκιο της. Στο παιδικό μυαλό, δουλειά είναι αυτό που φέρνει στο τραπέζι το φαγητό της μέρας. Μου είπε ακόμη για το σχολείο της και το μικρό της αδερφάκι, ένα μωρό που ήταν λίγο παραπέρα, στην αγκαλιά της μαμάς του. «Αυτές θα τις ταΐσω στο μωρό, γιατί δεν μπορεί να μασήσει κρέας», μου απάντησε όταν τη ρώτησα γιατί βγάζει τις πατάτες από το σουβλάκι της. Προσπαθούσε να μου μάθει  τούρκικες λέξεις κι εγώ προσπαθούσα να θυμηθώ αυτές που ήξερα από τη γιαγιά μου. 

Γελούσε συνέχεια και με το τίποτα. Με παρέσυρε στην αναίτια χαρά της, στην παράδοξη ανεμελιά της. Ανέμελο ένα κορίτσι που πουλάει λουλούδια στο δρόμο για να ζήσει; Κι όμως. Η Ζίνα ήταν ανέμελη. Ίσως δεν προλάβαινε να ανησυχήσει για το μέλλον της, γιατί ζούσε μόνο στο παρόν της. Ίσως το παρόν της ήταν γεμάτο από τα γέλια με τα αδέρφια της και τα παιδιά του δρόμου. Ίσως στο σύντομο παρελθόν της να μην είχε χορτάσει φαγητό και παιχνίδια, αλλά να είχε χορτάσει αγάπη. Μόνο οι χορτασμένοι αγάπη μπορούν να ακτινοβολούν με τον τρόπο που ακτινοβολούσε εκείνη. Τη θαύμασα την μικρή λουλουδού. Για την αισιοδοξία της, τη λάμψη της, την αυτάρκειά της. Μόνη παραφωνία στην χαρούμενη παιδική παρέα, ο γηραιός σερβιτόρος που ξίνισε τα μούτρα, γιατί η Ζίνα και οι αδερφές της του χάλαγαν την… αισθητική του μαγαζιού – τα χάρτινα τραπεζομάντιλα, βλέπετε, και οι φωσφορίζουσες πινακίδες δεν ταιριάζουν με τα παιδικά χαμόγελα. 

Κάποια στιγμή, η μικρή, εντυπωσιασμένη από τα κερασμένα σουβλάκια, με ρώτησε: «Πρέπει να είστε πολύ πλούσια». «Καθόλου» της απάντησα. «Αλλά ό,τι έχω σήμερα μαζί μου θα το φάμε σε σουβλάκια». Γιατί; Γιατί αν είχα κόρη, θα ήθελα να ήταν σαν την Ζίνα. Γιατί μου χάρισε μία ώρα ατόφιας ζωής, χωρίς κοσμητικά επίθετα και αμήχανα αποσιωπητικά. Γιατί μου γκρέμισε το στερεότυπο της ευτυχισμένης οικογένειας που απλώνει το κομψό τραπεζομάντιλο της ευδαιμονίας της πάνω στο αστικό τραπέζι της ευμάρειας. Μα πάνω απ΄ όλα γιατί της χρωστούσα, δεν μου χρωστούσε. Με τον ίδιο τρόπο που χρωστάμε σε όλα τα παιδιά του κόσμου, είτε είναι από την Αθήνα είτε από την Ξάνθη. Είτε είναι χριστιανόπουλα είτε μουσουλμανάκια. 

Σε λίγα χρόνια από τώρα ίσως να συναντήσω ξανά τη Ζίνα, αγκαλιά με ένα μωρό, να συνεχίζει να πουλάει μαραμένα τριαντάφυλλα. Το πιο πιθανό είναι ότι η Ζίνα δεν θα ξεφύγει από τη μοίρα της. Το πιο πιθανό είναι ότι δεν θα αναρωτηθεί ποτέ γι’ αυτήν. Και καλά θα κάνει. Γιατί αν αναρωτηθεί, αν έρθει ποτέ και μας ρωτήσει «γιατί;», η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν θα είναι σε θέση να της δώσει μια τίμια απάντηση. Κι αν βρεθεί κάποιος να της δώσει απάντηση, να είστε σίγουροι ότι δεν θα την κοιτάξει στα μάτια.

Σχετικά άρθρα