Ώρες Κοινής Ανησυχίας

Ώρες Κοινής Ανησυχίας

Βλέπεις, αυτη τη φορά όλο το πείσμα μας είναι στριμωγμένο σε μια γωνία. Όλα τα πρόσωπα μας, είναι οπλισμένα και όχι αδιάφορα.

Σεφέρης

    ‘δεν το ‘χει μες στη μοίρα του ν’ ακούσει

  μαντατοφόρους που έρχουνται να πούνε

πως τόσος πόνος τόση ζωή

    πήγαν στην άβυσσο

για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη’

Πατρίδα μου σε λυπάμαι. Φοβάμαι. Και θα χρησιμοποιήσω την σκληρή γλώσσα αυτή τη φορά. Την Ξύλινη. Την Ιατρική γλώσσα στα δύσκολα. Ναι. Στα δύσκολα. Λοιπόν αρχίζω. Άκου: Εδώ και χρόνια, ναι χρόνια πάσχεις, απο Χρόνια και ισχυρή Αναπνευστική Πνευμονοπάθεια. Θα στο πω εν συντομεία. Μας έφερες σε τέλμα. Ναι εμας. Τα παιδιά σου. Και πήρε η μπάλα και τα παιδιά μας. Τα εγγόνια σου. Ακού: Και τώρα μας βάζεις όλους στρατιωτάκια στη μάχη. Ναι, πρόκειται για μια εξαίρετη αιματοχυσία. Ναι, το χουμε ξαναζήσει, βλέπεις και θα το ξανα ζήσουμε. Αναγκαστικά αυτη τη φορά.

Βλέπεις, αυτη τη φορά όλο το πείσμα μας είναι στριμωγμένο σε μια γωνία. Όλα τα πρόσωπα μας, είναι οπλισμένα και όχι αδιάφορα. Και τώρα, η ώρα είναι τρείς με έξι, ώρα κοινής ανησυχίας. Ώρα ασάφειας. Φόρτισης. Ύφεσης και Κόλασης. Υποκρισίας. Και μιας και το έφερε η κουβέντα. Ήρθε η ώρα να σου πω και αυτό. Μου θυμίζεις καλό ηθοποιό στο διάλειμμα. Στο καμαρίνι. Και εμείς, όλοι το κοινό σου, απαρτία. Να χειροκροτάμε αυτήν τη φορά, τη μέγιστη βλακεία. Όλη και όχι τη μισή αμαρτία σου στο πιάτο. Εδώ. Απλά ωμά και λιτά. Με στόματα που έραψες, που έθαψες. Με στόματα που έκλεισες.

Πατρίδα σε λυπάμαι. Σε φοβάμαι. Όταν παραμιλάς και ξενυχτάς με μεθυσμένα παπούτσια και πας όπου σε πάνε. Και τώρα άκου κάτι τελευταίο. Βαριά κουβέντα θα ξεστομίσω τώρα,θα σε κηδέψω. Ναι τώρα. Γιατί, απλά ποτέ δεν μπορούσα να σε βλέπω να σέρνεις μιας ψυχής το σώμα, ποτέ δεν μπορούσα και όμως μπορούσα και μπορώ. Ναι, ναι μπορώ.

http://www.writepostexpose.net/ώρες-κοινής-ανησυχίας/

Σχετικά άρθρα