Στα χρόνια της κρίσης; Απλές ανθρώπινες ιστορίες δράματα της ζωής και αδιέξοδα

Στα χρόνια της κρίσης; Απλές ανθρώπινες ιστορίες δράματα της ζωής και αδιέξοδα

Όσο κουρασμένοι κι αν είμαστε, αυτός ο τοίχος θα κάνει τον καθένα να σηκώσει τα μάτια του. Ένας τοίχος δικός της, ζωγραφισμένος από μας. -Από τον Γιάννη Παπασταθόπουλο

Απόγευμα Αθήνα. Κατεβαίνοντας τη Καρ. Σερβίας κ αδυνατώντας να προσπεράσω, έχω για αρκετή ώρα μπροστά μου ένα φορτηγάκι παλιατζή. Όλη αυτή την ώρα, δυο καθιστοί πιτσιρικάδες με τα πόδια να κρέμονται, είναι καρφωμένοι στη μηχανή. Τα μάτια μου πέφτουν πότε πάνω τους – είναι πιο συνηθισμένη εικόνα αυτή στα προάστια παρά δίπλα στη πλ. Συντάγματος – κ πότε στα γύρω μαγαζιά. Τελειώνοντας η Αγ. Ειρήνης, τα άδεια, τα κλειστά κ τα “πωλείται” αυξάνονται. Στην Αθηνάς βρίσκω να προσπεράσω κι οι δρόμοι μας χωρίζουν με τους πιτσιρικάδες. Μέχρι τελευταία στιγμή τα μάτια τους είναι κολλημένα πάνω μου. Ο παλιατζής συνεχίζει αργά να οργώνει τη πόλη, εγώ φεύγω μακριά το γρηγορότερο δυνατόν.

Ανεβαίνοντας από πλ. Καραϊσκάκη προς Πατησίων αριστερά-δεξιά γίνονται έργα. Ένα πούλμαν σταματημένο επί της Μάρνης, αδειάζει τον κόσμο του στο δρόμο κι οι τουρίστες αναγκάζονται να πάρουν τις βαλίτσες τους απ` τη πλευρά των αυτοκινήτων. Ένα μικρό χάος με οδηγούς κολλημένους κ στα δύο ρεύματα να κορνάρουν ενώ ένας τύπος με εμφανώς ταλαιπωρημένα χαρακτηριστικά κ ασορτί ρούχα, κάθεται μόνος στη στάση του λεωφορείου. Είναι φανερό πως δεν περιμένει να περάσει κάποιος/κάτι να τον πάρει. Όπως είναι φανερό πως το βλέμμα του είναι άδειο, δεν κοιτάει τίποτα κ κανέναν ενώ είμαι σίγουρος πως όλη η στάση βρίσκεται ήδη σε μια άλλη διάσταση όπου επικρατεί η απόλυτη ησυχία.

Σκέφτομαι πώς μια πόλη είναι οι άνθρωποί της, το αίμα που κυλάει στις φλέβες της, δείξε μου τους δρόμους σου να σου πω ποιά είσαι. Έχει ασχημύνει η Αθήνα πια, δεν φέρεται καλά στους ανθρώπους της κι αυτοί ίσως κ να της ανταποδίδουν στα ίσα, δεν ξέρω. Όσο κι αν έχει χαλάσει πάντως, δεν παύει στα μάτια μου να εξακολουθεί να είναι όμορφη, όπως ακριβώς δείχνουν γοητευτικά τα σημάδια που αφήνει ο χρόνος πάνω σ` ένα κορμί αγαπημένο.

Βλέπω τους ανθρώπους της, την ζωή της την ίδια δηλαδή, να την περπατούν κουρασμένοι, κάπως μπερδεμένοι, δίχως να ξέρουν καλά τί ακριβώς θέλουν να κάνουν αλλά παράλληλα χωρίς να εγκαταλείπουν ούτε την πόλη, ούτε τη προσπάθεια να την αντέξουν. Μοίρες κοινές, δεμένες άρρηκτα μεταξύ τους, μείναμε εδώ όσοι δεν μπορούμε να φύγουμε μακριά της προφασιζόμενοι ένα σωρό άσχετους λόγους ενώ συγχρόνως μεταγγίζουμε ενέργεια απ` όσους βρίσκουν στη φιλοξενία της – όπως μπορεί να την δώσει – τη νέα Γη της Επαγγελίας.

Σε κάποιο σημείο της διαδρομής, προσπέρασα έναν τοίχο ζωγραφισμένο μου φάνηκε με φως. Σταμάτησα στο φανάρι της γωνίας και γύρισα με τα πόδια πίσω για να τον φωτογραφήσω. Είδα πάνω του την πόλη να μου κλείνει το μάτι, ίσως να ήταν ιδέα μου αλλά αισθάνθηκα πως όσο κι αν είμαστε όλοι τόσο διαφορετικοί, τα ίδια πράγματα θέλουμε, τις ίδιες ανάγκες έχουμε, τις ίδιες επιθυμίες μοιραζόμαστε.

Όσο κουρασμένοι κι αν είμαστε, αυτός ο τοίχος θα κάνει τον καθένα να σηκώσει τα μάτια του. Ένας τοίχος δικός της, ζωγραφισμένος από μας. Απόγευμα, Αθήνα.

Σχετικά άρθρα