Διονύσης Σαββόπουλος | Καλοκαίρι, η γαλάζια προκυμαία θα σε φέρει…
Μπορεί το καλοκαίρι να μην έχει αποφασίσει αν θα έρθει για φέτος, ωστόσο ας φέρουμε στο μυαλό ένα τραγούδι που θυμίζει όσο κανένα άλλο την απέραντη ομορφιά της Ελλάδας, από τον κορυφαίο τραγουδοποιό, που μ`ένα μαγικό τρόπο μεταμορφώνει το προσωπικό του βίωμα σε κοινό.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
* Aπαγορεύεται αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρος αυτού, από άλλο site / blog.
Κι ενώ κοντεύει να μας αποχαιρετήσει ο πρώτος μήνας του καλοκαιριού, λόγω άστατου καιρού, δυσκολευόμαστε να νιώσουμε ότι διανύουμε αυτήν την όμορφη εποχή του χρόνου…
Το πρώτο τραγούδι που μου έρχεται στο μυαλό για το καλοκαίρι είναι του κορυφαίου τραγουδοποιού, Διονύση Σαββόπουλου, με τον ομώνυμο τίτλο.
“Καλοκαίρι η γαλάζια προκυμαία θα σε φέρει”… λέει στο ξεκίνημά του…
Όλες οι δημιουργίες του είναι ξεχωριστές και το μαγικό είναι ότι όσο περνάνε τα χρόνια και με ωριμάζουν οι καταστάσεις, καταλαβαίνω όλο και περισσότερο τί θέλει να πει με τους στίχους του. Και πόσο δίκιο έχει…
Πετυχαίνει να μεταμορφώνει το προσωπικό του βίωμα σε κοινό. Περιγράφει τις προσωπικές του στιγμές αλλά με ένα μοναδικό τρόπο τις μετατρέπει σε αισθήσεις και καταστάσεις που -αν όχι όλοι- τουλάχιστον οι περισσότεροι, έχουμε ζήσει και ίσως δεν βρίσκαμε τα λόγια για να περιγράψουμε.
“Το Καλοκαίρι” του Σαββόπουλου κυκλοφόρησε το 1989 στο περίφημο και άκρως αμφιλεγόμενο ‘Κουρεμα’.
Μας θυμίζει την απέραντη ομορφιά της Ελλάδας και με την ιδιαίτερη περιγραφή του, μας κάνει ανυπομονούμε να το ζήσουμε.
Νομίζω, ότι κανείς δεν έχει αποδώσει με τόση ακρίβεια και ομορφιά το ελληνικό καλοκαίρι όσο ο Διονύσης Σαββόπουλος.
Για κάποιο λόγο, όταν το ακούω, συγκινούμαι. Είναι τόσο ιδιαίτερες οι εικόνες που περιγράφει και που διαδέχονται η μία την άλλη…
Η θάλασσα που τρέμει, το καρπούζι, το εκτυφλωτικό φως, και τέλος η Δύση που έρχεται …
Καλοκαίρι
η γαλάζια προκυμαία θα σε φέρει καλοκαίρι καρεκλάκια, πετονιές μέσ’ το πανέρι μες τη βόλτα αυτού του κόσμου που μας ξέρει καλοκαίρι πλάι στα μέγαρα, στις τέντες με τ’ αγέρι καλοκαίρι με χρυσούς ανεμιστήρες μεταφέρει την βανίλια με το δίσκο του στο χέρι την κοψιά μιας προτομής μέσ’ το παρτέρι καλοκαίρι μ’ ανοιχτό πουκαμισάκι στα ίδια μέρη
Καλοκαίρι με μισόκλειστες τις γρίλιες μεσημέρι καλοκαίρι καθρεφτάκια και μια θάλασσα που τρέμει στο ταβάνι και τους γύψους μεσημέρι καλοκαίρι με τον κούκο μέσ’ τα πεύκα και στ’ αμπέλι καλοκαίρι στόμα υγρό, μικροί λαγώνες, καλοκαίρι με τη φέτα το καρπούζι στο να χέρι με φιλιά μισολιωμένα, καλοκαίρι καλοκαίρι λίγες φλούδες στης κουζίνας το μαχαίρι
Καλοκαίρι του σκυμμένου θεριστή του τυφλοχέρη καλοκαίρι με βαριά μοτοσικλέτα μες τα σκέλη τους φακούς του ανάβει μέρα μεσημέρι καλοκαίρι όλο πίσσα και κατράμι καλοκαίρι καλοκαίρι με τον ρόγχο του air condition μεσημέρι φαλακροί μέσ’ τις σακούλες μας σαν γέροι εκεινού με τ’ άσπρο κράνος που μας ξέρει καλοκαίρι μια οσμή νεκροθαλάμου, καλοκαίρι
Καλοκαίρι στην αρχή σαν έγχρωμο έργο στην Ταγγέρη αλλά εν τέλει με του κάτω κόσμου το έγκαυμα στο χέρι την λαχτάρα του στον κόσμο περιφέρει καλοκαίρι στον χαμό του οδηγημένο και το ξέρει καλοκαίρι τόσο ώριμο που πέφτοντας προσφέρει μια πλημμύρα των καρπών, στάρι και μέλι στον σπασμό του το απόλυτο το αστέρι καλοκαίρι μες τα κόκκινα της δύσης του ανατέλλει