Είναι ο LEX η φωνή της γενιάς της κρίσης;
Χωρίς μάρκετινγκ, χωρίς βραβεία και χωρίς ΜΜΕ: Πώς ένας ανεπιτήδευτος καλλιτέχνης έγινε το σημείο αναφοράς
Τον LEX τον «γνώρισα» αργά. Ήταν πριν περίπου 5 χρόνια όταν έδωσε μια συναυλία, κάπου στην Αθήνα, και κάηκε το σύμπαν.
Δεν είχα ακούσει τις μουσικές του αλλά με εντυπωσίασε περισσότερο απ΄όλα η καχυποψία των μεγάλων ΜΜΕ στον τρόπο που παρουσίασαν τη συναυλία. Μια συναυλία που μάζεψε καμιά τριανταριά χιλιάδες κόσμο, χωρίς διαφήμιση και χωρίς πρόμο. Όταν το είδα σκέφτηκα ότι «εδώ κάτι πρέπει να γίνεται και εσύ το έχεις χάσει».
Ίσως ήταν η από κεκτημένη ταχύτητα αποστροφή μου προς την τραπ και κυρίως τους τράπερς που είναι ένα μάτσο καραγκιόζηδες που παίζουν μπάλα πάνω στον φθηνό εντυπωσιασμό και τις πλάτες μικρών παιδιών που τσιμπάνε στις τσάμπα μαγκιές τους. Μπήκα στο αυτοκίνητο και έβαλα στο Spotify LEX, το πρώτο (την εποχή εκείνη) τραγούδι στη λίστα, το Air Max.
Ομολογώ ότι έμεινα άναυδος και από τον στίχο και από τη μελωδία και από το όλο αποτέλεσμα. Ένιωσα μαλάκας. Ασχολούμαι με τη μουσική όλη μου τη ζωή, και δεν είχα πάρει μυρωδιά τι γίνεται κάτω από τη μύτη μου.
Είχα να ακούσω κάτι ανάλογο από την εποχή που οι Active Member μετρούσαν, με τον Νικήτα Κλιντ στο σχήμα και χωρίς τις δηθενιές και τα κοπλεξιλίκια που ακολούθησαν.
Η συνέχεια ήταν λίγο πολύ αναμενόμενη. Μαζί με μένα άρχισε να ακούει τα τραγούδια και ο γιος μου, κάτω των 10 ετών τότε, και σιγά – σιγά άρχισα να συνειδητοποιώ ότι ο LEX είναι η φωνή μιας νέας γενιάς.
Όπως κάποτε είχαμε τις Τρύπες ή τα Ξύλινα Σπαθιά ή ακόμη και τους μεγάλους Stereo Nova. Και αυτό, μαζί με τον LEX εξελίσσεται σαν ζωντανός οργανισμός καθώς η μουσική και οι στίχοι του πάνε σε κάθε επόμενη δουλειά του ένα βήμα παρακάτω.
Το τελευταίο καιρό ο σχεδόν 13χρονος Ιάσονας έχει εντρυφήσει στο είδος, με αποτέλεσμα να ακούγεται καθημερινά στο σπίτι ο Bloody Hawk. Όπως κάθε παιδί θέλει να προτάξει το δικό του, αυτό που ανακάλυψε εκείνος.
Μου λέει «ο Bloody είναι καλύτερος από τον LEX». Του λέω «είναι καλός αλλά όταν ο LEX ραπάρει βροντάει ενώ ο άλλος φωνάζει». Άσε που έχω βαρεθεί να ακούω τη λέξη «μαχαλάς». Και ο διάλογος συνεχίζεται με τον ίδιο αστείο τρόπο καθώς δεν είναι παρά πλάκα.
Όπως έκανα κι εγώ στον πατέρα μου όταν μου μάθαινε τον Dylan και εγώ του έλεγα για τον Dio ή τους Iron Maiden.
Όπως και να ’χει, σ’ αρέσει ή δεν σ’ αρέσει, τον καταλαβαίνεις ή όχι ο LΕΧ έχει αφήσει ένα βαθύ αποτύπωμα στην ελληνική μουσική γενικότερα.
Στο περιθώριο, ανεπιτήδευτα, χωρίς προβολή, χωρίς βραβεία, χωρίς μάρκετινγκ και χωρίς παρουσία στις τηλεοράσεις και τα ΜΜΕ. Είναι ο «ποιητής της γενιάς της κρίσης» ή ακόμη «η φωνή των αποκλεισμένων».
Δεν ωραιοποιεί την κατάσταση, αλλά την περιγράφει με μια ωμή, κινηματογραφική ακρίβεια. Οι στίχοι του για την αστυνομική βία, την ανεργία, τα ναρκωτικά και την απελπισία των νέων στα αστικά κέντρα έχουν γίνει αντικείμενο ανάλυσης σε άρθρα (όπως επίσης και οι ποδοσφαιρικές αναφορές του που είναι διάσπαρτες παντού) ενώ μιλάει μόνο όταν έχει κάτι να πει και αυτό τη σημερινή εποχή είναι ό,τι πιο σπάνιο υπάρχει.
Αυτό και μόνο φτάνει ώστε κάθε κυκλοφορία του να εκλαμβάνεται ως γεγονός. Και ίσως γι’ αυτό να είναι ο μόνος που μπορεί να ενώσει τον χούλιγκαν, τον φοιτητή και τον εργάτη κάτω από την ίδια σκηνή!