Μάνος Χατζιδάκις -Προσωπογραφία της μητέρας μου: Δε θα σε ξεχάσω κι ούτε θα σε χάσω κάπου θα σε ξαναβρώ.

Μάνος Χατζιδάκις -Προσωπογραφία της μητέρας μου: Δε θα σε ξεχάσω κι ούτε θα σε χάσω κάπου θα σε ξαναβρώ.

Ο Μεγάλος Ερωτικός παρέμεινε πάντα πολύ συνδεδεμένος με τη μητέρα του.Από τη στιγμή που την έχασε και μέχρι το τέλος της ζωής του, θα την αναζητά. Η μουσική που έγραψε για εκείνη, ήταν μαγική.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

Μάνος Χατζιδάκις…

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ακούω τη μουσική του. Μαζί της, μάλιστα, έχω συνδέσει αρκετά σημαντικά γεγονότα της ζωής μου. Πετυχαίνει με ένα μοναδικό τρόπο να διοχετεύει τόνους συναισθημάτων μιλώντας στην ψυχή. Τί να πρωτογράψει κανείς για τον μεγάλο εκφραστή της καρδιάς, για τη πολυσύνθετη προσωπικότητά του και τη συμβολή του στην τέχνη; 

Για τη γέννησή του ο ίδιος γράφει :“Στις 10 το βράδυ γεννήθηκα. Απόψε δεν είχα καιρό ν’ακούσω μουσική. ‘Επρεπε να γνωρίσω τη μητέρα μου και τον πατέρα μου.”

Γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 1925 στην Ξάνθη. Ο πατέρας του, Γεώργιος Χατζιδάκις, καταγόταν από τη Μύρθιο Ρεθύμνου και ήταν δικηγόρος και η μητέρα του, Αλίκη, καταγόταν από την Ανδριανούπολη. “Από τη μητέρα μου, κληρονόμησα όλους τους γρίφους που από παιδί μ’απασχολούν και μέχρι σήμερα κάνω προσπάθειες να τους λύσω. Χωρίς τους γρίφους της, δεν θα ήμουν ποιητής…” λέει ο ίδιος.Στα τέσσερά του χρόνια, αρχίζει μαθήματα πιάνου, με δασκάλα τη γνωστή μουσικό της Ξάνθης, ΑλτουνιάνΠαράλληλα, μαθαίνει βιολί κι ακορντεόν. Το 1932, η μητέρα, ο Μάνος κι η αδελφή του Μιράντα, εγκαθίστανται οριστικά στην Αθήνα. Οι γονείς τους αποφασίζουν να ακολουθήσουν χωριστούς δρόμους.

Η προσωπικότητά της με τους “γρίφους” της, ήταν καθοριστική για τη ζωή και το έργο του.

“Είμαι ένα γέννημα δύο ανθρώπων που καθώς γνωρίζω δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ’την στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Γι’αυτό και περιέχω μέσα μου χιλιάδες αντιθέσεις κι όλες τις δυσκολίες του Θεού. Όμως η αστική μου συνείδηση, μαζί με τη θητεία μου την λεγόμενη ‘ευρωπαική’ έφεραν ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα.΄Εγινα τόσο ομαλός, έτσι που οι γύρω μου να φαίνονται όλοι ανώμαλοι .” συμπληρώνει στο βιογραφικό του σημείωμα.

Ο Μεγάλος Ερωτικός παρέμεινε πάντα πολύ συνδεδεμένος με τη μητέρα του.

“Η μητέρα μου είναι γλυκιά και τρυφερή και μ’αγαπάει. Θα’θελε να’χε σταματήσει ο χρόνος εκείνη τη στιγμή που μ’έχει αντίκρυ της και με κοιτάζει. Γνωρίζω εκείνη τη στιγμή καλά, μα δε μπορώ, ούτε μπορεί να τη σταματήσει. Κι έτσι θα μείνει πάντα στη μνήμη, ευγενική και τρυφερή να καρτεράει μια δυο στιγμές που πέρασαν, μια δυο στιγμές που έζησα μοναδικά για εκείνη.” (Προσωπογραφία της μητέρας μου- Το χαμόγελο της Τζοκόντας)

Από τη στιγμή που την έχασε και μέχρι το τέλος της ζωής του, θα την αναζητά. Όπως γράφει στους υπέροχους στίχους του, στη “Προσωπογραφία της μητέρας μου”: “δε θα σε ξεχάσω κι ούτε θα σε χάσω κάπου θα σε ξαναβρώ.”

Ακολουθούν λόγια του Μάνου Χατζιδάκι από το ένθετο του δίσκου του…

“Σε μια παρέλαση στη Νέα Υόρκη, με μουσικές, με χρώματα και με πλημμυρισμένη από κόσμο την 5η Λεωφόρο, βρισκόμουν μια Κυριακή απόγευμα το φθινόπωρο του 1963 όταν συνάντησα μια γυναικούλα να περπατάει μοναχή με μιαν απελπισμένη αδιαφορία για ότι συνέβαινε γύρω της χωρίς κανείς να την προσέχει, χωρίς κανέναν να προσέχει, μόνη, έρημη μες στο άγνωστο πλήθος, που την σκουντούσε, την προσπερνούσε ανυποψίαστο, εχθρικό, αφήνοντάς την να πνιγεί μες στη βαθιά πλημμύρα της λεωφόρου, μέσα στη θάλασσα που ακολουθούσε, μέσα στ` αγέρι που άρχισε να φυσά.

Έμεινα στυλωμένος, ο μόνος που την πρόσεξε, κι έκαμα να την πάρω από πίσω, να την ακολουθήσω και πλησιάζοντάς την να της μιλήσω, χωρίς να ξέρω τι να της πω, μα ίσαμε ν` αποφασίσω, την έχασα από τα μάτια μου. Έτρεξα λίγο μπρος, ανασηκώθηκα στα πόδια μου για να την ξεχωρίσω, μα η μεγάλη μαύρη θάλασσα του κόσμου την είχε καταπιεί. Μέσα μου κάτι σκίρτησε οδυνηρά. Χωρίς να καταλάβω, είχα σταθεί έξω από το βιβλιοπωλείο του Ριτζιόλλι και στη βιτρίνα του, απέναντί μου ακριβώς, βρισκόταν ένα βιβλίο για το Ντα Βίντσι με την Τζοκόντα στο εξώφυλλό του να μου χαμογελά απίθανα αινιγματική, αυτόματα μεγεθυμένη, όσο η γυναίκα που χάθηκε στο δρόμο. Δεν ξέρω γιατί όλ` αυτά μπερδεύτηκαν περίεργα μέσα μου, μαζί μ` ένα εξαίσιο θέμα του Βιβάλντι που είχα ακούσει πριν από λίγες μέρες και που εξακολουθούσε να επανέρχεται τυραννικά στη μνήμη μου. Τα δέκα αυτά τραγούδια γράφτηκαν μ` ένα συγκερασμό απελπισίας και αναμνήσεων. Το θέμα είναι η γυναίκα έρημη μες στην μεγάλη πόλη. Το κάθε τραγούδι είναι κι ένας μονόλογός της, κι όλα μαζί συνθέτουν την ιστορία της. Μια ιστορία σύγχρονη και παλιά μαζί.”

Σχετικά άρθρα