The Cure: Νυχτερίδες ενωμένες στο ΟΑΚΑ υπό τη στοργική αγκαλιά του Ρόμπερτ Σμιθ
Σε έναν χαμένο κόσμο, οι The Cure παραμένουν το φάρμακο.
Όταν έγραψα το πρώτο μου review για τους Cure, την προηγούμενη φορά που είχαν έρθει στην Ελλάδα, ο τότε αρχισυντάκτης μου μου τα «έψαλλε»: είχα αφιερώσει τις 1000 από τις 3000 λέξεις του κειμένου μου στα support και αργούσα υπερβολικά να φτάσω στο ζουμί. Μάλλον πήρα κατάκαρδα αυτή τη συμβουλή, γιατί φέτος οριακά πρόλαβα να δω τους Nothing But Thieves, ενώ ο Matt Berninger των National που εμφανίστηκε στις 6 παρά 5 ήταν καταδικασμένος να παίξει μόνο μπροστά στους πολύ φανατικούς που έφτασαν στο ΟΑΚΑ με ντάλα ήλιο.
Το Ejekt, δυστυχώς, ενώ φέρνει σταθερά ενδιαφέροντα και πολλές φορές πρωτοεμφανιζόμενα σχήματα για support, διαχρονικά πάσχει στο curation του προγράμματός του. Αυτό φάνηκε καλύτερα την πρώτη μέρα του φεστιβάλ στο ΟΑΚΑ, με τους Suede που «χαντακώθηκαν» πριν τους Florence and the Machine, μπροστά σε ένα κοινό που αγνοούσε ότι είχε μπροστά του τον πιο παραγνωρισμένο από τους OG Big Four της Britpop. Αντίστοιχη τύχη υποθέτω πως είχε και ο Berninger, η μπάντα του οποίου παραμένει ένα συναυλιακό απωθημένο για τη χώρα μας. Υπό αυτό το πρίσμα, οι Nothing But Thieves ήταν υφολογικά μια αρκετά ταιριαστή επιλογή, ωστόσο η σκληρότητά τους περισσότερο κόντραρε παρά μας ζέστανε για την τρυφερή νταρκίλα των Cure· κάτι που φάνηκε και από την στωική αντιμετώπιση του κοινού στο live τους.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Το ίδιο κοινό υπέστη μια ολική μεταμόρφωση μόλις ο Ρόμπερτ Σμιθ και οι φίλοι του ξεπρόβαλλαν στη σκηνή, ενώ ακόμα δεν είχε καλά καλά σκοτεινιάσει. Και ενώθηκε σε μια κίνηση και μια φωνή μόλις οι πρώτες νότες του «Plainsong» άρχισαν να ξεχύνονται επιθετικά σε κάθε κατεύθυνση. Adult και baby bats αφεθήκαμε στην πρόκληση να επισκεφτούμε τον συναισθηματικό κόσμο του Ρόμπερτ Σμιθ, όσο εκείνος αγκάλιαζε την κιθάρα του ή τον εαυτό του, με ένα ονειροπόλο χαμόγελο και το ρίμελ να τονίζει όπως πάντα το βλέμμα του. Αν κάποτε ένιωθα πως θα ήθελα να τον αγκαλιάσω για να τον παρηγορήσω, τώρα το συναίσθημα που επικράτησε ήταν πως θα ήθελα εκείνος να μου πει πως «όλα θα πάνε καλά»: όπως φάνηκε και στο «Songs of a lost world» οι αναρωτήσεις του για το μέλλον, τη ζωή και ό,τι υπάρχει ή δεν υπάρχει μετά δεν έχουν παύσει μεν, του δημιουργούν ανακούφιση αντί για απελπισία δε. Και ακόμα κι αν δεν έπαιξε κανένα κομμάτι από τον εν λόγω δίσκο, αυτή η ψυχική πληρότητα υπήρχε στην ερμηνεία του, κάνοντας λιγότερο σπαρακτικό αλλά περισσότερο καταπραϋντικό το βίωμα της συναυλίας του.


Στα live τόσο ιστορικών ονομάτων υπάρχει πάντα ο φόβος της επίδρασης του χρόνου. Δεν μπορούμε να ζητάμε η περφόρμανς αλλά ούτε και η φωνή να είναι το ίδιο ακμαία όπως τριάντα χρόνια πριν, όταν ξεκίνησαν να γεμίζουν στάδια. Αρκούσαν όμως μερικοί στίχοι για να επιβεβαιώσουμε κάτι που γνωρίζαμε ήδη: ότι οι The Cure, χάρη στον επαγγελματισμό, την εμπειρία αλλά ίσως και τη γονιδιακή τύχη, παραμένουν οι σκοτεινοί ήρωες των 80s και των 90s, χωρίς να κάνουν εκπτώσεις στη δυναμική τους.
Ο 67χρονος Ρόμπερτ Σμιθ ακούγεται σαν να προέρχεται ακόμα από την original ηχογράφηση και ακόμα και στις ελάχιστες ψηλές που φαίνεται να ζορίζεται ελάχιστα, βρίσκει τον τρόπο να τις μανιπουλάρει κατεβάζοντας τες τόσο ώστε να ταιριάξουν στην ωριμότητά του, δίνοντας έτσι και μια νέα ανάγνωση στο νόημα των στίχων του. Όσον αφορά τους συμπαίκτες του, οι Ρότζερ Ο’Ντόνελ (πλήκτρα), Τζέισον Κούπερ (ντραμς) και Ριβς Γκάμπριελ (κιθάρα) έχουν κερδίσει τα γαλόνια τους εδώ και δεκαετίες· απολαύσαμε ωστόσο τα κρυφά χαμογελάκια ικανοποίησης του Ο’Ντόνελ, όταν άφηνε το βλοσυρό ύφος του νομίζοντας ότι δεν τον τραβάει η κάμερα. Έκπληξη ήταν ο Ίντεν Γκάλουπ, γιος του μπασίστα Σάιμον Γκάλουπ, τον οποίο κλήθηκε από την προηγούμενη εβδομάδα να αναπληρώσει για λόγους υγείας. Είχε τεράστια παπούτσια να γεμίσει και όχι μόνο ανταποκρίθηκε στην πρόκληση αλλά έδωσε και τη δική του γεύση σε ιστορικά κομμάτια όπως το «A Forest».


Στην τωρινή τους περιοδεία οι Cure έχουν συνθέσει μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα setlist τους (γράφω μερικά γιατί εναλλάσσονται), με τα best off ενός μεγάλου μέρους της διαδρομή τους. Φυσικά, το «αποκηρυγμένο» «Pornography» του 1982 απουσιάζει όπως πάντα, για μένα όμως ήταν έκπληξη πως δεν συμπεριέλαβαν καθόλου κομμάτια από τον πιο πρόσφατο δίσκο τους «Songs of a lost world». Το «Disintegration» απεναντίας είχε όπως πάντα την τιμητική του, και γενικότερα οι 80s κυκλοφορίες τους («Catch», « Shake Dog Shake», «Fascination Street» για να αναφέρουμε μερικά πλην των εξαιρετικά δημοφιλών), με το encore των επτά κομματιών να μετατρέπεται σε ένα σαρωτικό goth ντίσκο πάρτι, με όλα τα πιο «χαρούμενα» hits τους και για κορύφωση το «Boys don’t cry». Αν έλειψαν τραγούδια; Πάντα, όπως συμβαίνει αναγκαστικά με μια τόσο εκτενή δισκογραφία επιτυχιών, αλλά αυτός είναι ο λόγος που επιστρέφουμε στις συναυλίες τους. Γιατί ελπίζουμε ότι μια μέρα θα ξαναπαίξουν το original «Killing an Arab».


Οι The Cure κατηγορήθηκαν για χρόνια πως είναι απλώς μια touring band, μιας και είχαν πάνω από 25 χρόνια να κυκλοφορήσουν δίσκο, στα οποία έκαναν αδιάκοπα περιοδείες. Αρκούν ελάχιστα λεπτά του live τους για να καταλάβουμε ότι είναι καλλιτέχνες οι οποίοι έχουν ανάγκη το live. Aποτελεί την απόλαυσή τους και μέχρι και σήμερα ο Ρόμπερτ Σμιθ εκπλήσσεται από την αγάπη του κόσμου και μας κοιτά με ευγνωμοσύνη· σαν να είμαστε εμείς που του χαρίζουμε ένα δώρο και όχι εκείνος σε μας. Το ντροπαλό χαμόγελό του και το ειλικρινές «θα τα ξαναπούμε» δεν είναι απλώς μία performance αλλά μία αμφίδρομη υπόσχεση. Και την επόμενη φορά θα είμαστε εκεί, Ρόμπερτ.