Ο Σιμιγδαλένιος του Αλ. Αδαμόπουλου: Μία ιστορία για την ουσία της αγάπης για μικρούς και μεγάλους

Ο Σιμιγδαλένιος του Αλ. Αδαμόπουλου: Μία ιστορία για την ουσία της αγάπης για μικρούς και μεγάλους

Βλέποντας την παράσταση στο Εθνικό σε σκηνοθεσία Λυδίας Κονιόρδου και ξαναδιαβάζοντας το βιβλίο του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου. Από την Βίκη Αναστασιάδου

Τον ‘Σιμιγδαλένιο’ του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου τον είχα διαβάσει αρκετές φορές. Μου τον είχε χαρίσει ο ίδιος ο συγγραφέας, πριν καμιά εικοσαριά χρόνια, όταν για λόγους επαγγελματικούς ήρθα σε επαφή μαζί του, ήταν τότε υπεύθυνος του αρχείου Γιάννη Χρήστου. Μου είχε αρέσει πολύ το έργο μα, αν και είχα επισημάνει κατά καιρούς στις εφημερίδες αρκετές θεατρικές παραγωγές του, δεν έτυχε να δω καμιά, γιατί όλες είχαν ανέβει εκτός Αθηνών. Έτσι είχα μείνει τόσα χρόνια μόνο με την όμορφη αίσθηση που μου είχε δώσει το βιβλίο. 

Τώρα όμως είδα πως παίζεται στο Εθνικό μας Θέατρο και μάλιστα σε σκηνοθεσία της Λυδίας Κονιόρδου και σκέφτηκα πως δεν πρέπει να τον χάσω. Την περασμένη Κυριακή πρωί λοιπόν, μαζί με τη μικρή ανιψιά μου, πήγαμε στην Κεντρική σκηνή του Εθνικού, να δούμε τον ‘Σιμιγδαλένιο’. Πετυχημένη ζωντανή μουσική του Τάκη Φαραζή, ευφάνταστα κοστούμια που θύμιζαν κάτι απ’ τις ζωγραφιές του Θεόφιλου, της Ιωάννας Παπαντωνίου, χοροί, μάσκες, βάγιες, βασιλιάδες, βασιλοπούλες. Ήλιος, Φεγγάρι, Αστέρια, γέλια, χαρές, τραγούδια. Η χαρά του παιδόκοσμου που πλημύριζε την αίθουσα και παρακολουθούσε εκστασιασμένος. Η ανιψιά μου ενθουσιάστηκε. Κι εγώ χαλάρωσα και ξεχάστηκα κάποιες στιγμές. Μια καλοστημένη παράσταση, όμως για πολύ μικρά παιδιά. 

Δεν είμαι κριτικός θεάτρου, ούτε διεκδικώ κάτι τέτοιο. Βγαίνοντας όμως έξω απ’ την αίθουσα, είχα την αίσθηση πως κάτι μου έλειπε. Είχα την αίσθηση πως δεν είδα τον ‘Σιμιγδαλένιο’ του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου, αλλά μια χλωμή του ανάμνηση. Ξεφυλλίζοντας το απόγεμα στο σπίτι το πρόγραμμα της παράστασης, το μάτι μου έπεσε αμέσως στο κείμενο που έγραψε ο συγγραφέας, ειδικά γι’ αυτήν. Σε μιάμιση σελίδα μόνο, μιλά για την εκπληκτική πορεία του έργου του, μέσα σε είκοσι δύο χρόνια: Από τότε που είχε επιλεγεί για το ρεπερτόριο του Εθνικού, το 1993-94.

Η πορεία του έργου ζηλευτή. Ξεκινώντας από την κυκλοφορία του έργου σε βιβλίο, από τις ‘εκδόσεις της Εστίας’, περιλαμβάνει αλλεπάλληλες ανατυπώσεις κι αναρίθμητες παραγωγές (75 αναφέρει ο ίδιος) σ’ όλα τα ΔΗΠΕΘΕ όλης της χώρας και όπου αλλού μπορείς να φανταστείς. Κι όχι μόνο! Διότι ο ‘Σιμιγδαλένιος’ του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου μεταφράστηκε και παίχτηκε στα αγγλικά. Μεταφράστηκε στα γερμανικά. Μεταφράστηκε στα τουρκικά και διδάχτηκε ως κείμενο στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου. Και τέλος, το πιο σημαντικό απ’ όλα, που απορώ πως δεν έχει γίνει ευρύτερα γνωστό, παίχτηκε πριν τρία χρόνια στο Κρατικό Θέατρο της Τουρκίας και είναι το μόνο έργο Έλληνα συγγραφέα που έχει ανεβεί ποτέ εκεί! 

Πραγματικά εντυπωσιακή πορεία για ένα θεατρικό έργο που είναι ταυτόχρονα και ποιητικό λογοτεχνικό κείμενο. Ήθελα οπωσδήποτε να ξαναδιαβάσω το βιβλίο μετά την παράσταση, για να καταλάβω γιατί ακριβώς μου είχε μείνει ένα κενό. Ένοιωθα μάλιστα πως αυτό μας προτείνει έμμεσα ο ίδιος ο συγγραφέας, καθώς κλείνει πονηρά το μάτι σε κάθε σοβαρό θεατή και φανερώνει ευγενικά και διπλωματικά -μα και σαν καρφί πρώτου μεγέθους- τη δική του θέση για το συγκεκριμένο ανέβασμα. Διότι τελειώνει το κείμενό του στο Πρόγραμμα, γράφοντας πως ο ‘Σιμιγδαλένιος’ του, εντελώς ενήλικος πια, ύστερ’ από τέτοια λαμπρή πορεία, δεν άλλαξε, είναι πάντα εκεί. Λέει τα ίδια πάντα, μιλάει με τα ίδια λόγια ακριβώς, «…όσο κι αν κάποιοι θέλουν ακόμη να τον βλέπουνε με μάτι παιδικό»

Την επομένη κιόλας, έψαξα τον ‘Σιμιγδαλένιο’ στην ‘Εστία’ και με μεγάλη μου χαρά είδα πως μόλις εκείνες τις μέρες είχε κυκλοφορήσει η 12η έκδοσή του.

Ήδη, πριν ανοίξεις καν το βιβλίο ο Αδαμόπουλος σε προειδοποιεί λέγοντάς σου καθαρά και ξάστερα, στο οπισθόφυλλο, πως «ο ‘Σιμιγδαλένιος’, αν και μπορεί να φαίνεται έτσι, δεν είναι έργο μόνο παιδικό. Είναι ένα παραμύθι που διαβάζεται με ανοιχτή καρδιά. Για μικρούς ή για μεγάλους; Ψευτοδίλημμα! Ποιός μικρός θα ’χε ακούσει ένα παραμύθι, αν δεν του το διηγόταν ένας μεγάλος; Ποιός μεγάλος δε χαίρεται διαβάζοντας ένα παραμύθι;» Αυτά γράφει στον πρόλογό του, απ’ το 1993. Κι αμέσως αμέσως δίνει το στίγμα του για το έργο κι επισημαίνει τους κινδύνους που ελλοχεύουν, σ’ όσους το προσεγγίζουν θεωρώντας το απλώς ‘παιδικό’. Διότι μοιραία θα το υπεραπλουστεύσουν -αν δεν το κατακρεουργήσουν- θέλοντας να κάνουν μια παράσταση που θ’ αρέσει μόνο σε πεντάχρονα ή και δεκάχρονα παιδιά. Όλο το έργο θα χωλαίνει και δεν θα ανασαίνει κανονικά. Ο αβίαστος μα εξαιρετικά δουλεμένος ποιητικός του λόγος, δεν θα πάρει τη σωστή του θέση και τα βαθύτατα, πανανθρώπινα, μηνύματά του δε θα φανερωθούν, συντριμμένα κάτω από φτηνά σκηνοθετικά ευρήματα. 

Πολύ σωστά άλλωστε η Μαργαρίτα Καραπάνου, στο εξαιρετικό επίμετρο που έχει γράψει για τον ‘Σιμιγδαλένιο’ με τίτλο ‘Η λευκή μαγεία της αγάπης’ επισημαίνει πως είναι «ένα έργο γραμμένο με μαεστρία. Είναι ένα παραμύθι που ακούγεται από μικρούς και μεγάλους και από μωρά στην κοιλιά της μάνας τους… Ένα άγγιγμα ένα φτερούγισμα, ένας παλμός, ένας κραδασμός… Έργο ιεροτελεστικό, περιπατητικό, περιδιάβασης, περιπλάνησης… Ίσως αυτό το παραμύθι, όπως το έγραψε ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος θα έπρεπε να μας βάλει σε πολλές σκέψεις. Στις στείρες και κρύες ζωές μας, αν αφήναμε να εισχωρήσει η αγάπη, ίσως καταλαβαίναμε το βαθύτερο νόημα της ζωής και του θανάτου που είναι δυο στιγμές αγάπης και παραδοχής.» Αυτά, τα έγραψε η Καραπάνου, διαβάζοντας το κείμενο του Αδαμόπουλου. Διότι το κείμενο μόνο του τα εμπεριέχει όλα και προφανώς πρέπει να έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο σε οποιοδήποτε ανέβασμα. Αλλά και πάλι, διαβάζοντας το κείμενο η Ασπασία Παπαθανασίου έγραψε: «Ο ‘Σιμιγδαλένιος’ με συγκλόνισε και μου χάρισε αισθητική απόλαυση και ανάταση που μας προκαλεί η πραγματική ποίηση»… Και η Ντόρα Τσάτσου τα ίδια: «Έξοχο ποιητικό κείμενο με βαθιά νοήματα, κρυμμένα κάτω από μια γλυκύτατη, φυσικότατη παιδική απλότητα που μας αγγίζει αμέσως»… ΗΆννα Συνοδινού τα ίδια: «Σπάνιο κείμενο, μεταφέρει στη σκηνή ένα παραμύθι με τρόπο ποιητικό και με αξιοζήλευτη σκηνική μαστοριά»… «Αφού, ξανακάνοντάς με παιδί, με ξύπνησε. Έστω και για λίγο» γράφει ο πάντα αυστηρός και αδέκαστος Γιάννης Μαρίνος… «Ένα δροσερό κρυστάλλινο κείμενο. Συνάμα ‘savant’ και ‘naif’» γράφει απ’ το Παρίσι, ο παγκοσμίου φήμης σκηνοθέτης Γιάννης Κόκκος… Και ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος συνοψίζει τον ‘Σιμιγδαλένιο’ του Αδαμόπουλου, με τέσσερις μόνο λέξεις: «Γλυκύς και τρυφερός, βαθύς και φιλοσοφημένος»… 

Όλοι αυτοί οι πολύ αξιόλογοι και εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους άνθρωποι, στο κείμενο αναφέρονται.Το κείμενο είναι που δίνει τον τόνο και δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να αγνοηθεί από τον σκηνοθέτη. Το πώς θα το σκηνοθετήσει, είναι βέβαια δικός του λογαριασμός. Άλλωστε «…είναι και πολύ αστείο και πολύ σοβαρό και πολύ ποιητικό και προσφέρεται για μια θαυμάσια σκηνοθεσία και μια οργιώδη σκηνογραφία…» μας λέει πολύ εύστοχα η Μαργαρίτα Λυμπεράκη.

Σ’ αυτό λοιπόν το μικρό βιβλίο, σ’ αυτό το παμπόνηρο μαγικό κείμενο -που αν και είναι κιόλας είκοσι πέντε περίπου χρόνων, όχι μόνο δεν έχει γεράσει καθόλου, μα είναι και ανατριχιαστικά επίκαιρο- βυθίστηκα πάλι κι εγώ αυτές τις μέρες, διαβάζοντάς το μονορούφι. 

Και το απόλαυσα και προβληματίστηκα και το διασκέδασα και μελαγχόλησα και γέλασα με την ψυχή μου. Και θέλω να το μοιραστώ μαζί σας, μέρες που ’ναι τώρα. Μέρες γιορτινές, μέρες σχόλης, δώρων και παραμυθιών.  

Σχετικά άρθρα