«Εμείς κάνουμε λίγη τη ζωή» – Η Μαρινέλλα μέσα από τα δικά της λόγια

«Εμείς κάνουμε λίγη τη ζωή» – Η Μαρινέλλα μέσα από τα δικά της λόγια

Οι σχέσεις της, ο έρωτας της με το τραγούδι και τη σκηνή, οι καινοτομίες που έφερε και η λαχτάρα της να ζήσει, όπως τα αφηγήθηκε η ίδια.

Η Μαρινέλλα έφυγε από τη ζωή στα 87, αφήνοντας πίσω μια γεμάτη καριέρα, ένα όνομα συνώνυμο του μεγάλου τραγουδιού και μία ελληνική μουσική τελείως διαφορετική από τη στιγμή που ανέβηκε για πρώτη φορά στη σκηνή.

Για το πώς έγινε η «Μαρινέλλα»

«Είχα στο νου μου, ότι αυτό που έκανα ήταν για 2-3 μήνες. Να πάω στο κέντρο να τραγουδήσω, να βγάλω κάνα φράγκο και να γυρίσω στο σπίτι μου. Και μου λένε: “Να σε πούμε Μαρινέλλα”. Βρε, δε πα να με πείτε και Κατσιβέλα».

Για το τραγούδι και τη σκηνή

«Ένας άνθρωπος για να κα**ώσει (σ.σ. στη σκηνή) δεν χρειάζεται ου­σίες – χρειάζεται καλό σύντροφο. Κι εγώ έχω καλό σύντροφο: το τραγούδι».

«Όμορφη δεν εί­μαι, αλλά πάω εκεί μεταμορφωμένη. Είναι, ίσως, ο ηλεκτρισμός που εκ­πέμπω προσπαθώντας να στείλω τα λόγια του τραγουδιού και στον πιο δύσκολο από κάτω».

«Μπορεί να είμαι στο καμαρίνι και να πονάω, να είμαι άρρωστη, μόλις όμως βγω στην κουίντα τα ξεχνάω όλα. Στη σκηνή δεν περπατάω. Αιωρούμαι, υπερίπταμαι. Είναι φοβερό αυτό που μου συμβαίνει, νιώθω σαν να βρίσκομαι σε μαγικό χαλί. Δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να νιώσει εκεί αδυναμία, αυτή είναι η δική μου φιλοσοφία».

Μαρινέλλα
© ΧΑΣΙΑΛΗΣ ΒΑΪΟΣ / EUROKINISSI

Για τις καινοτομίες της σε σκηνή και ζωή

«Επειδή εγώ ξεκίνησα από το θέατρο, το θεώρησα φυσικό να σηκωθώ. Δεν μπορούσα να κάθομαι στην καρέκλα. Και κάθησα δέκα χρόνια! Σπουδαίο σχολείο αυτό. Μετά όμως πήρα στοιχεία που ήξερα από το θέατρο, πήρα καινούργια στοιχεία από τα ταξίδια μου στο εξωτερικό, αγόρασα ωραία φορέματα… Εδώ δεν είχαν ιδέα από όλα αυτά. Πάντα κάποιος κάνει μια αρχή και οι άλλοι το θεωρούν επανάσταση. Μου άρεσε πολύ αυτό. Δεν μου το είπε κανείς. Μόνη μου το έκανα».

«Δεν έδωσα ποτέ καμία σημασία. Ζούσα για αυτό το παιδί και δεν με ενδιέφερε τίποτε. Ο κόσμος το ήξερε. Δεν βγήκα ποτέ να πω ποιος, πώς, τι. Ποτέ. Ηξερε ο κόσμος για μια σχέση που είχα. Δεν το έκρυψα, δεν μπήκα στο κουκούλι μου. Βγήκα και είπα “αυτή είμαι”. Με δέχτηκε ο κόσμος έτσι ακριβώς όπως ήμουν, με αγάπησε πιο πολύ, μπορώ να πω. Θάρρος ήθελε. Η κοινωνία τότε δεν μπορούσε να το δεχτεί. Θα μπορούσε να πει “σαν δεν ντρέπεται”. Ηθελε τόλμη».

Για τον Καζαντζίδη, τον Βοσκόπουλο και τους έρωτες

«Κατάλαβα αμέσως ότι είχαμε αγάπη ξαφνικά. Κοιταχτήκαμε στα μάτια και ερωτευτήκαμε, αν και αυτός ήταν 8-9 χρόνια μεγαλύτερος. Ήταν σπουδαίος τραγουδιστής και πολύ καλός άνθρωπος, ντροπαλός και σεμνός. Ντρεπόταν να μιλήσει για τη δουλειά, για τα δικαιώματά του και έτσι άρχισα να μιλάω εγώ για τις δουλειές».

«Αυτό που δεν μου άρεσε στον Καζαντζίδη είναι ότι δεν είχε το δικαίωμα να αποσυρθεί από το τραγούδι. Αυτό το ταλέντο μας το έδωσε ο θεός για να το δώσουμε πίσω στον κόσμο».

«Στον δεύτερο γάμο μου με τον Βοσκόπουλο, είχαμε μόνο έξι καλεσμένους κι εμείς, το ζευγάρι, φορέσαμε μπλου τζιν! Εγώ ένα γιλέκο και φούστα μακριά και ο Τόλης τζιν παντελόνι. Παντρευτήκαμε στο σπίτι μου στο Παγκράτι και ήμασταν: ο παπάς φυσικά που ήρθε εκεί, οι κουμπάροι μας – ήταν ο Γιώργος Κατσαρός με τη γυναίκα του- ο Φρέντυ Γερμανός με την κοπέλα του και η Λένα η Παμέλα, που είχε τη “Νεράϊδα”, μαζί με τον άντρα της. Ο Κατσαρός, μόλις μας είδε με τα τζιν λέει: “Καλά βρε παιδιά, εμείς γιατί ντυθήκαμε κι εσείς είστε με τζιν;”. “Έ, οι κουμπάροι είναι αλλιώς” είπαμε εμείς».

«Είχα μόνο σοβαρές σχέσεις που κρατούσαν χρόνια. Και όταν η Τζωρτζίνα ήταν 10 ετών και είχα πάρει διαζύγιο από τον Βοσκόπουλο -είχα ξεμπερδέψει για την ακρίβεια γιατί ο Τόλης δεν ήταν το πιο εύκολο αγόρι – αποφάσισα πως οι άντρες είχαν τελειώσει πια για μένα. Δεν ήθελα να δω πότε το παιδί μου κατσουφιασμένο από κάποιο αρνητικό σχόλιο που θα άκουγε για την προσωπική μου ζωή».

Μαρινέλλα
© ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΡΧΕΙΟΥ/EUROKINISSI

Για την επιτυχία

«Δεν έχω συνειδητοποιήσει ποτέ αυτές τις λέξεις: επιτυχημένη, φίρμα, πρώτη, μεγάλη. Ποτέ. Και ευχαριστώ τον Θεό για αυτό. Γιατί όταν το συνειδητοποιήσεις δεν είσαι τίποτε».

«Εγώ υπάρχω, γιατί θέλω να υπάρχω. Τώρα, αν με κουράζουν τα «Μύθος» «Ντίβα» κτλ. δεν θα πω πως με κουράζουν. Με αφήνουν παντελώς αδιάφορη. Δεν μου άρεσαν ποτέ οι υπέρτιτλοι. Είμαι μία απλή τραγουδίστρια που προσπαθεί εκεί πάνω να είναι καλή. Εγώ, δεν έγινα ποτέ μόδα. Είχα πολύ και σταθερό κόσμο. Υπήρχε μία κατάθεση».

«Πάντοτε τολμούσα. Από μωρό παιδί είμαι έτσι, επαναστάτρια. Δεν έλεγα όμως από πείσμα “εγώ θα πετύχω”. Δεν το έχω πει ποτέ. Δεν κυνήγησα ποτέ τα πράγματα, μου ήρθαν. Οταν κυνηγάς κάτι, το απομακρύνεις».

Για τη ζωή

«Δεν έχω ελιξίριο. Είναι θέμα ψυχής. Γεννήθηκα νέα, θα πεθάνω νέα».

«Ανέβηκα σκαλοπατάκι-σκαλοπατάκι-σκαλοπατάκι, βηματάκι-βηματάκι-βηματάκι. Κι όταν μεγαλώνεις, γίνεσαι πιο σο­φός. Άρχισα ν’ ανεβαίνω τα σκαλοπατάκια κι άρχισα να νιώ­θω ότι μαθαίνω. Και μαθαίνω. Και μαθαίνω. Υπάρχουν άνθρωποι που γεννιούνται και πεθαίνουν και στο μεταξύ δεν έχουν καταλάβει αν λυπή­θηκαν ή χάρηκαν. Απλώς έζησαν και πέθαναν – έκα­ναν μια περασάδα, κι αυτό ήτανε! Εμένα δεν μ’ ενδιαφέ­ρει να περάσω σαν θεατής, έξω απ’ τη ζωή. Μ’ ένοιαξε πάντα, από μικρή, να μπω στη ζωή. Να τη διασχίσω όσο μπορώ πιο βαθιά. Και μπήκα με τα μπούνια, που λένε. Κι αυτό το πράγμα έμοιαζε με ορειβασία».

«Ξέρω ότι η ζωή δεν είναι λίγη. Εμείς την κάνουμε λίγη».

«Δεν θέλω να εί­μαι σαν εκείνους που ζουν τη ζωή σαν ένα πασάζ και τζους! Πού πάτε, καλέ; Περάστε κι εσείς στον λάκκο, ελάτε στον ληνό κι εσείς να πατήσετε τα σταφύ­λια – μην πηγαίνετε κατευ­θείαν να πιείτε το κρασί!»

Σχετικά άρθρα