Η κατά-δικιά μου Μαρινέλλα και η Φωνή της, το soundtrack σε στιγμές ζωής
© ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΡΧΕΙΟΥ/EUROKINISSI

Η κατά-δικιά μου Μαρινέλλα και η Φωνή της, το soundtrack σε στιγμές ζωής

Γιατί, «δεν είχε τίποτ’ άλλο, ήταν μια Φωνή», όμως «λίγο πιο μικρή από το σύμπαν» του καθενός μας μας και αυτό μόνο «για να χωράει κάπου».

Ήταν προσωπική αγία, οσία των σε αυτοανάφλεξη πληγωμένων συναισθήματων μας, καθαγιασμένο πλάσμα ιδιωτικής χρήσης λατρείας, με τάματα περασμένα στη φωνή της, τους πληγωμένους έρωτες μας, τις κολασμένες μας ονειρώξεις, τις φαντασιωσικές απογοητεύσεις ή τους εορτασμούς ανταπόκρισης, περασμένη μέσα μας κυτταρικά, αιώνια κομμάτι μας. Ήταν αυτή η φωνή, που παιδάκι σε ένα μοντέρνο τότε, πλαστικό αεροδυναμικό, πράσινο και μπεζ, ραδιόφωνο τραγούδαγε «πρέπει να σπάσουμε τις αλυσίδες δεν έχουμε καιρό για ελπίδες» και εγώ χόρευα μαγεμένη, με τη μαμά μου να γελά μέχρι δακρύων. Και μετά; Με ένα ριγέ πουκαμισάκι και παντελόνι καμπάνα, με μυεί στη φανατίλα του πάρτι χωρίς αύριο, τον ομαδικό ποπ διονυσιασμό στο απενοχοποιημένο «πανηγυράκι» της Eurovision όσων είναι θα είναι πάντα νέοι, αρκεί να αγαπούν και να χορεύουν.

Θα είμαι εκεί στο Ολυμπιακό Στάδιο, αχανές, τσιμεντένιο, κατάμεστο από ανάσες και απόκοσμο βόμβο προσμονής, όταν εκείνη, θα κατεβάσει το μικρόφωνο και η Φωνή θα κάνει αντηχείο από το θώρακα στη ψυχή μου, ρίχνοντας με στη συνειδητοποίηση της κόψη του αβυσσαλέου ταλέντου της, που χαοτικά, είναι πολύ μεγάλο, μεταφυσικά παράλογο, ένθεα ανεξήγητο, για ένα και μόνο σώμα να το κουβαλά. Θα είμαι πάντα εκεί, λοιπόν. Να παρατηρώ την κίνηση των χεριών της όταν τραγουδά, να αυτονομούνται σα να λευκά πουλιά που χορογραφούν αισθήματα που βρήκαν λέξεις. Chicago και Mama Morton! Αυτή η Σαλονικιά, μοιραία και μπεσαλού, γίνεται κυνική, αδίστακτη, η εξουσία σε στολή δεσμοφύλακα, μητρική με το αζημίωτο και μετά η Φωνή για το «When You’re Good to Mama» και βουτάει στην τζαζ, σε ένα άλλο χωρόχρονο, ικανή να υπνωτίσει συναισθήματα μέσα απ το ρεμπέτικό, το δημοτικό, το βαρύ λαϊκό, το ελαφρύ, το ελαφρύτερο τραγούδι μέχρι το ragtime και το swing ντυμένα στη σκοτεινιά του μεθυσιού, με φτηνό αλκοόλ την εποχή της ποταπαγόρευσης.

Η Φωνή

Θα είμαι εκεί για τη Φωνή όταν συναντιέται, πάλι, σε ένα Ρεσιτάλ με τον Χατζή, στη τελευταία παράσταση τους και εκείνος θα της τραγουδά κοιτώντας την βαθιά στα μάτια, «νιώθω πως δεν θα ρθεις ξανά, άλλη φορά δε θα σε δω, όμως για μένα είσαι εδώ». Η Φωνή αποχαιρετά εκείνον που της δώρισε τραγούδια που έκανε κοσμήματα με τη πολύτιμη ολόκληρη ορχήστρα του ηχοχρώματος και της εκφραστικότητας της. Κλαίνε εκείνοι στη σκήνη, κλαίω και εγώ από κάτω, από την πλατεία με λυγμούς με τις μπροστινές θέσεις και τους διπλανούς, να με παρηγορούν με συγκαταβατική κατανόηση, μη με βρει τίποτα απ τη στεναχώρια μας στα βελούδα του Παλλάς. Κάπου εδώ, θα πω για το «Μαρινέλλα – Το Μιούζικαλ» που ήταν όλο ο καιρός της, από το 50 μέχρι σχηματικά, περίπου τις 28 Μαρτίου του 2026. Και ήταν τότε, που την γνώρισα από κοντά και σε αντίθεση με τους άλλους αγίους του προσωπικού μου εικονοστασίου των καθαγιασμένων ειδώλων, εκείνη δεν αποκαθηλώθηκε, ούτε βγήκε σε περιφορά θαυματουργού κειμηλίου, αλλά ανέβηκε σε έναν θρόνο στην καρδιά μου, σε ένα ιδανικό και ιδεατό ξέφωτο.

Τραυλίζοντας, ιδρώνοντας, προσπαθώντας περισσότερο από ότι πρέπει να κάνω την άνετη, έφερα σε ανεκτό πέρας τη κουβέντα μαζί της και θυμάμαι λιγότερο τις λέξεις, από όσο το πως με έκανε να νιώθω. Μόλις είχα μιλήσει, ακουμπήσει και κοιταχτεί κατάματα με έναν θρύλο, με ένα ταλέντο θηριώδες, ικανό να κατασπαράξει αλλά από μέσα, αν δε τιθασεύονταν και που δαμάζοντας το ήταν το χάρισμα για εκείνη είδωλο, σταρ, ντίβα, βεντέτα, διαρκή ακτινοβολία των σαλονιών και αγία του περιθωρίου, αξιοσέβαστου ακόμα και ανάμεσα σε δαίμονες και πυρ εξώτερον. Θυμάμαι και τα βιογραφικά και τις κουβέντες και ναι και άμα ψάξω μπορώ και να τα βρω αυτολεξεί, μα τι σημασία έχει τι μου είπε η Μαρινέλλα, μπροστά στο πως με έκανε να αισθανθώ; Να αισθανθούμε όλοι μας, με τη Φωνή της να υπάρχει στις ζωές μας, μουσική επένδυση σε όλες μας τις μικρές, μεγάλες στιγμές, για τις οποίες κανείς βιογράφος δε θα νοιαστεί, βέβαια ποτέ, αλλά μοιάζει να ενδιαφέραν παθιασμένα αυτήν. Την μεγάλη κυρία Μαρινέλλα, τη Φωνή…

«Εγώ κι εσύ», εμείς και αυτή

Αθήνα. 25 Σεπτεμβρίου 2024! Ωδείο Ηρώδου του Αττικού. Στο μαρμάρινο θέατρο που απ το 161 μ.Χ. εκεί στους πρόποδες του βράχου της Ακροπόλεως των Αθηνών, συμβολίζει πως το ωραιότερο, το πιο άξιο, το υψηλό της τέχνης του αξίζει. Μια βραδιά για εκείνη! Μεγαλύτερη απ την ίδια την ζωή! Απέραντη σαν ωκεανός συναισθήματος, ερμηνευτικής δύναμης, φωνής! Ταλέντο απ αυτά τα μεταφυσικά, του πως γινεται να υπάρχει ανάμεσα μας, ένθεο, να σε κάνει να πιστεύεις πως -δεν μπορεί!- κάποιοι γεννιούνται με ένα φίλημα αγγέλου! Για να μας παρηγορούν! Να μας κάνουν να ονειρευόμαστε! Να μας τρυφερεύουν! Να βάζουν ομορφιά στις ζωές μας! Τι να πεις, πως να βρεις λέξεις, τι να κάνεις για να περιγράψεις την ύπαρξη αυτού του φαινομένου Μαρινέλλα, ως καλλιτέχνιδα, πολυαγαπημένη των Ελλήνων όπου και αν βρίσκονται στον κόσμο, γυναίκα, προσωπικότητα, θρύλο, μύθο, ίνδαλμα, ντίβα, σταρ! Πιο πάνω από ηλικίες, τον χρόνο τον ίδιο, θεσπέσια, αγέρωχη, με ένα κοινό να την λατρεύει και εκείνη μόνο σ αυτό να δίνει λόγο, εκμυστήρευση, συναίσθημα. Γιατί η κυρία δεν γούσταρε ποτέ τις συνεντεύξεις, ενώ περιφρουρεί την προσωπική της σαν κάστρο άπαρτο. Και όλοι, μα όλοι εμείς, όταν τραγουδάει νιώθουμε σχέση ερωτική. Μας λέει αρμονικά ερωτόλογα και της τα προσφέρουμε πίσω με αναστεναγμούς, μόνο για εκείνη. «Εγώ κι εσύ» μας – σου – μου έλεγε στο γεμάτο όχι μόνο από κόσμο, αλλά από ατόφιο, ασήκωτο συναίσθημα, «πόσο η ζωή να μας μισεί; Φεύγεις και φεύγω και πού πάμε; Εγώ κι εσύ, Θεέ μου μας έμαθες εσύ, τόσο πολύ να αγαπάμε…»… Εμείς και αυτή!

Μαρινέλλα
© ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΡΧΕΙΟΥ/EUROKINISSI

Αυτή που όταν τραγουδά, φέρνει την άνοιξη…

«Φώτισε με μεσημβρινό φως νύχτες ή και μέρες μιας ζωής από χώμα, φωνή, έρωτα, μόχθο και πολλή αγάπη». Αυτά γράφει ο αγαπημένος της φίλος Γιάννης Ξανθούλης στην βιογραφία της. «Δεν υπάρχει η Μαρινέλλα. Είναι μακριά από όλα» τόνιζε ο Γιώργος Θεοφάνους, «θα έπρεπε όλες αυτές που θέλουν να ονομάζονται τραγουδίστριες, να ήταν πρώτη σειρά εκεί που τραγουδά. Είναι σεμινάριο, masterclass». «Σαν τη Μαρινέλλα καμιά άλλη» έλεγε η Δούκισσα και ήταν η μόνη καλλιτέχνης που έκανε παρέα! Και ο Γιώργος Χατζής χαρακτήριζε τη φωνή της «θαλπωρή» υμνώντας την. Γιατί, όπως έλεγε, όταν τραγουδούσε η Μαρινέλλα είναι τόσο μαγική που φέρνε την «άνοιξη». Αυτό, έκανε εκείνη την βραδιά στο Ηρώδειο! Σκόρπισε άνοιξη στον Σεπτέμβρη μας! Στη σκιά της αιωνίας ομορφιάς, του μεγαλείου της Ακρόπολης των Αθηνών. Η ωραία γυναίκα, όρθια, τραγουδώντας όπως μόνο εκείνη ήξερε και μπορούσε, άχρονη, σαν φτιαγμένη απ τα ίδια υλικά με τα αιωνία, μαρμάρινα, ιστορικά σύμβολα της ίδιας της Ελλάδας, γύρω της, τραγουδούσε, μάγευε, νικούσε, νυν και αεί.

Σε μια νύχτα που θα περάσει στην ιστορία της ελληνικής τέχνης, για το πώς μια τελειομανής, απίθανου εύρους φωνής, το φαινόμενο της ερμηνείας, με κάθε ανάσα, κάθε πώρο του σώματος και όλη της δύναμη κορμιού και -κυρίως ψυχής- τραγουδούσε ανίκητη, πάντα! Όλοι οι συνάδελφοι της, νεότεροι, ανερχόμενοι, φτασμένοι, κυρίαρχοι, διάττοντες αστέρες, ικανοί και αποδεκτοί, όλοι τέλος πάντων, της εύχονταν περαστικά και υποκλίνονταν στην τέχνη και την μοναδικότητά της. Μα αυτό, που είναι μοναδικό, είναι το κοινό της, όλος ο ελληνικός λαός, που βρέθηκε στο πλευρό της και που όταν το ασθενοφόρο για το ιδιωτικό θεραπευτήριο κόβει ταχύτητα, άνθρωποι όλων των ηλικιών σήκωναν τα χέρια και της εύχονταν να γίνει καλά, φωνάζοντας το όνομα της! Η ίδια, πιο πριν στο καμαρίνι της, με την εγκεφαλική αιμορραγία σε εξέλιξη, ανησυχεί: «μα, δε μπορώ να φύγω χωρίς να χαιρετίσω το κοινό», λέει! «Εγώ κι εσύ! Θεέ μου μας έμαθες εσύ, τόσο πολύ να αγαπάμε…»… Εμείς και αυτή! Πάντα! Και στην θλίψη, τη στεναχώρια, τον μεγάλο αποχαιρετισμό μας, σήμερα.

Μια φορά και ένα καιρό ήταν η Κυριακούλα

Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη, στις 19 Μαΐου του 1938 και ήταν το στερνοπούλι μιας εξαμελούς οικογένειας, από τον Πόντο, που ήρθε απ την Κωνσταντινούπολη. Μεγάλωσε σε σ ένα ημιυπόγειο στο κέντρο της πόλης, στην οδό Παλαιών Πατρών Γερμανού. Το πραγματικό της όνομα ήταν Κυριακή Παπαδοπούλου. Την φωνάζαν Κική, Κίτσα και ο μπαμπάς της Κικίτσα. Στο τέλος, απ όλους, έμεινε αυτή και η αδελφή της, η Λούλα, που υπήρξαν αχώριστες. Σκληρά παιδικά χρόνια. Ασπρόμαυρα και αγέλαστα. Πόλεμος. Κατοχή. Εμφύλιος. Πείνα και μπόλικο κρύο, θυμόταν. Υπήρχαν και τα ατελείωτα παιχνίδια σε χωμάτινους δρόμους μα γύρω καραδοκούσε η αγριότητα και οι συμφορές. Στο σπίτι της, ξεχείλιζε η αγάπη. Ο πατέρας της, ο Γιώργος, δούλευε σε φούρνο και μόλις η Κικίτσα του, άρχισε να περπατά, αυτός την ανέβαζε πάνω στο τραπέζι για να του τραγουδήσει. Ήταν ο πρώτος και ο πιο παθιασμένος θαυμαστής της. Σε ηλικία τεσσάρων ετών συμμετείχε σε μια ραδιοφωνική εκπομπή, τραγουδώντας τη «Φλαμουριά» του Σούμπερτ. Πριν τα δέκα της, διαφημίζει τα καταστήματα ενδυμάτων. Όσο πήγαινε σχολείο, έκανε βάρδιες και σε ένα περίπτερο.

Στην εφηβεία της εντάχθηκε στα «μπουλούκια», τους θιάσους που περιόδευαν στην επαρχία, το λεγόμενο θέατρο των φτωχών. Έδινε παραστάσεις με θίασο της Μαίρης Λωράνς, μαζί με τους Κώστα Βουτσά, Σόνια Δήμου, Αλέκο Τζανετάκο και Μάρθα Καραγιάννη, στα πρώτα τους βήματα, πριν γίνουν γνωστοί. Παίζανε πάνω σε σανίδια που τα στερέωναν με βαρέλια, σε συνθήκες άθλιες. Συχνά πληρώνονταν απ τον φτωχό κόσμο, σε ψωμί, κρέας, αβγά. Ίσα να φάνε και να μη λιμοκτονήσουν. Κάθε μέρα κι άλλο έργο, διαρκείς πρόβες, άλλα χωριά, μετακινήσεις συνεχώς. Αρχικά, συμμετείχε ως ηθοποιός. Στα 17 της, μόλις, βρίσκονται σε κάποιο χωριό στη Καρδίτσα, όταν η τραγουδίστρια αρρωσταίνει και δε μπορεί να εμφανιστεί. Της ζητούν να την αντικαταστήσει. Ερμηνεύει το «Μαλαγκένια», ένα γερμανικό τραγούδι της Κατοχής, και το «Ο άνθρωπός μου» της Σοφίας Βέμπο, που υπήρξε για εκείνη, το απόλυτο της ίνδαλμα. Ο κόσμος ενθουσιάστηκε μαζί της, όπως και οι συνάδελφοι της. Ήταν πια τραγουδίστρια! Θα τα φέρει έτσι η ζωή, που πολλά χρόνια αργότερα, θα παίξει στη σειρά της ΕΡΤ, «Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες», απ’ βιβλίο του Γιάννη Ξανθούλη, ως η θιασάρχισσα μπουλουκιού Μαρίκα Σουέζ. Άλλωστε, ο Γιάννης Ξανθούλης, αγαπημένος της φίλος, «αδελφός», όπως τον έλεγε η ίδια, γράφει και την βιογραφία της «Οι νύχτες που έγιναν μεσημέρι».

Η Μαρινέλλα!

1956! Πολύ νέα, «του κουτιού» για τον χώρο, συμφωνεί να εμφανιστεί στο κέντρο διασκεδάσεως Το Πανόραμα. Εκεί ο Τόλης Χάρμας, λαϊκός τραγουδοποιός και οργανοπαίχτης της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, που γράψε και ερμήνευσε πάνω από 150 τραγούδια της λέει: «Μα είναι δυνατό να σε βγάλουμε στο πάλκο ως Κική Παπαδοπούλου; Για τραγουδίστρια σε πήραμε, όχι για δακτυλογράφο!». Την βαφτίζει «Μαρινέλλα» από ένα δικό του, επιτυχημένο τραγούδι της εποχής, που βρίσκει να της ταιριάζει και που οι στίχοι του έλεγαν:

«…Αγαπάω μια τσιγγάνα

που είναι όμορφη ψηλή

που `χει αμύγδαλα τα μάτια

κι το μέλι στο φιλί.

Την ελένε Μαρινέλλα

κι είναι η πρώτη κατσιβέλα.

Μαρινέλλα, Μαρινέλλα,

έλα στο τσαρδί μου έλα.

Έλα στο τσαρδί μου έλα,

Μαρινέλλα, Μαρινέλλα…».

Τα υπόλοιπα φυσικά είναι ιστορία!

Μαρινέλλα
© ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΡΧΕΙΟΥ/EUROKINISSI

Κεφάλαιο: Στέλιος Καζαντζίδης

Εκείνη την εποχή, γνωρίζει τον Στέλιο Καζαντζίδη. Ερωτεύτηκαν, γίνανε ντουέτο, τους φώναζαν «τα αηδόνια». Ζούσαν στο σπιτάκι εκείνου στη Νέα Ιωνία, με την μάνα του, την κυρά Γεσθημανή. Παντρευτήκαν τον Μάιο του 1964 στο Χαλάνδρι. Η μητέρα του δεν πήγε στον γάμο, όπως και κανείς άλλος από το σόι του. Κοντά του, έλεγε εκείνη, πως έμαθε πώς να χρησιμοποιεί το φωνητικό της μέταλλο, την καθαρότητα των φράσεων των τραγουδιών και την ορθοφωνία. Ήταν ζηλιάρης, αλλά πολύ τίμιος. Χώρισαν μετα από μόλις δύο χρόνια γάμου, γιατί, αυτός δεν ήθελε να δουλεύει και εκείνη ανάσαινε τραγουδώντας. Εκείνος θα πει στον Θανάση Λάλα, πως υπήρξαν το πιο δημοφιλές καλλιτεχνικό ζευγάρι, το πιο ταιριαστό φωνητικό ντουέτο και υπόδειγμα ζευγαριού, ανδρόγυνου. «Ποτέ δεν είχαμε δώσει δικαιώματα. Ούτε καβγάδες ούτε άλλα πράγματα που να μας εκθέτουν δημόσια. Δεν είχαμε δώσει δικαιώματα στον Τύπο για να γράφουνε, όπως συνέβαινε με πολλά άλλα ζευγάρια εκείνη την εποχή. Η Μαρινέλλα ήταν πάντα μια Κυρία».

Με τον χωρισμό, εκείνος, νιώθει να φεύγει η γη κάτω απ’ τα πόδια του! Υπέφερε πάρα πολύ, πραδεχτηκε χρόνια αργότερα. «Δεν ήξερα πού βρίσκομαι και πού πατάω» είπε στον Θανάση Λάλα, «όταν βγήκε το διαζύγιο πέρασα μέρες που δεν ήθελα να βάλω μπουκιά στο στόμα μου… Δεν με ένοιαζε αν θα φάω, πότε θα φάω και τι θα φάω. Τίποτε δεν με ένοιαζε. Είχα αφεθεί. Δεν με ένοιαζε ο εαυτός μου, δεν με ένοιαζε για τίποτα, για έξι μήνες δεν σκεφτόμουν τίποτα. Δεν κοιμόμουν… Δεν με έπιανε ο ύπνος. Ούτε στον ύπνο μου δεν ησύχαζα. Δεν μπορούσε με τίποτα να βγει από το μυαλό μου… Ό,τι κι αν πήγαινα να κάνω, ήταν εκεί, παρούσα».

Όταν ήταν μαζί ντουέτο με εκείνη καθιστή στην καρέκλα, ο Καζαντζίδης θεωρούσε, όπως όλοι τότε, πως αν η τραγουδίστριά κουνιότανε και ήτανε πρόκληση, σαν να ζήταγε εραστή από το κοινό. Μετά το χωρισμό, θα την δει στην τηλεόραση και θα «μείνει άγαλμα» όπως είπε. Ήταν μια Μαρινέλλα αλλιώτικη, που χόρευε ένα μοναδικό τσιφτετέλι και όλος ο κόσμος μιλούσε για αυτήν, για εβδομάδες ύστερα από την τηλεοπτική εμφάνισή της. «Τι πράγμα ήταν αυτό!» θαύμαζε εκείνος και συνέχισε λέγοντας «είναι μεγάλη αρτίστα. Έχει ψυχή μέσα της. Αυτή η κοπέλα γεννήθηκε για τον χορό και το τραγούδι». Μαρινέλλα και Καζαντζίδης παρέμειναν πολύ καλοί φίλοι μέχρι το τέλος.

Θρυλική, εμβληματική, μυθική, σταρ

Και πόση αλήθεια στα λόγια του Καζαντζίδη! Μιλάμε για ένα φαινόμενο ερμηνευτικό, που συνέχεια δούλευε και εξελισσόταν! Να στέκεται, απλά στη σκηνή και να μη παίρνεις τα μάτια σου από πάνω της! Να ανοίγει το στόμα και να βγαίνει μια φωνή, εκρηκτική ύλη, δυναμίτης συναισθημάτων, ψυχή με ήχο! Και να γίνεται όλη το τραγούδι της! Από τα μαλλιά της, τη στάση σώματος, την έκφραση του πρόσωπού, το στήσιμο της σπονδυλικής της στήλης, τα δάκτυλα της ως το πιο μικρό. Και τα χέρια της; Πάντα σαν αυτόνομοι χορευτές να την συνοδεύουν, πότε πουλιά, ποτέ λουλούδια, ποτέ αγκαλιά! Το φαινόμενο Μαρινέλλα! Και τόσα και άλλα τόσα τραγούδια με τη φωνή της, έγιναν σάουντρακ στη ταινία της ζωής μας, για 67 συνεχόμενα χρόνια. Για πάντα!

Κατάφερε να δημιουργήσει ένα προσωπικό στυλ. Τόλμησε στο τραγούδι. Δεν ήταν εύκολο να πάει κόντρα στο ρεύμα της εποχής. Έδωσε μεγάλη σημασία στην κινησιολογία, στη συμπεριφορά και στην κίνηση των χεριών. Ήταν η πρώτη που σηκώθηκε από την καρέκλα για την οποία προοριζόντανε οι τραγουδίστριες του λαϊκού πάλκου. Και ήταν η πρώτη που φόρεσε παντελόνι και έκοψε κοντό το μαλλί. Κάποτε την είδε ο Φρανκ Σινάτρα. «Αν αυτή η γυναίκα βρισκόταν στην Αμερική, σε δυο μήνες θα ήταν το πρώτο όνομα» δήλωσε θαμπωμένος! Και η Ίνγκριντ Μπέργκμαν, ηθοποιός που εκτίμησε πολύ για την υποκριτική και τη στάση ζωής της, η Μαρινέλλα, μαγεύτηκε από εκείνη. Θα παρακολουθήσει, μια βραδιά στην Αθήνα, την ντίβα στη σκηνή! Θα της στείλει ένα ευχαριστήριο γράμμα, την επομένη, με λόγια θαυμασμού ειλικρινή και από καρδιάς, αλλά και φωτογραφίες τους, χαρακτηρίζοντας την βραδιά εκείνη, «αξέχαστη». Κατσαρός, Μίκης Θεοδωράκης, Ζαμπέτας. «Σταλιά και σταλιά και αχόρταγα τα πίνω τα φιλιά σου». Μεγάλες πίστες. Σινεμά και «Άνοιξε, πέτρα» των Παπαδόπουλου και Πλέσσα. «Τόσα χρόνια, το ίδιο παρατεταμένο χειροκρότημα στο τέλος αυτού του τραγουδιού» έλεγε.

Αλλάζοντας τη νύχτα, την τέχνη της, τη θέση των γυναικών, τον κόσμο…

Μπουάτ, Ζοομ, Πλάκα, Ρεσιτάλ, Χατζής. Σύνορα η αγάπη δε γνωρίζει! Όλος ο κόσμος είσαι εσύ! Σ’ αγαπώ! Η αγάπη όλα τα υπομένει! Ο τριπλός δίσκος που κυκλοφόρησε το Πάσχα του ’76 πούλησε 500.000 αντίτυπα και μέχρι σήμερα ανήκει στους δέκα εμπορικότερους όλων των εποχών. Θα συνεργαστούν το 1980 στον δίσκο «Το ταμ-ταμ» και το 1987 στον δίσκο «Συνάντηση». Θα συναντηθούν και για μια τελευταία φορά στο Παλλάς, το 2013! «Νιώθω πως δε θα ρθεις ξανά, άλλη φορά δε θα ‘σε δω, όμως για μένα είσαι εδώ, είσαι παντού και πουθενά» της τραγουδάει εκείνος, στη τελευταία παράσταση και τα μάτια του γεμίζουν δάκρυα, ενώ η φωνή του σπάει από συγκίνηση.

Και Stork, Rex. Λίνα Νικολακοπούλου και Νίκος Αντύπας. «Άμμος ήτανε προτού γυαλί να γίνει». Πρώτη συμμετοχή της Ελλάδας στην Eurovision και «Λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ αγόρι μου». Θεοφάνους. «Τι έκανα για πάρτι μου; Τι έκανα για μένα;». Γιάννης Σπανός και «με πνίγει τούτη η σιωπή, τούτη η στενοχώρια. Στο δρόμο να έχουνε γιορτή και εμείς να ζούμε χώρια». Η φωνή της έχει δύναμη και αίσθημα εξωπραγματικό! Και τεράστια θέατρα και πίστες και αυτή κυριαρχεί στη σκηνή, με θεϊκά και μελετημένα ως τη λεπτομέρεια φορέματα, τελειομανής, εργασιομανής, ταγμένη στη τέχνη της. Και κάποτε μιούζικαλ και Σικάγο και μια μουσική παράσταση για τη ζωή της. Η ίδια ξεχωρίζει ένα ταξίδι στο Ιράν, όπου ο Σάχης της Περσίας της ζήτησε να τραγουδήσει σε ένα πρωτοχρονιάτικο ρεβεγιόν στο νησί του, στον Περσικό Κόλπο, το Κις. Μεγάλες της στιγμές θεωρεί την συμμετοχή στην Τελετή Λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας αλλά και εκείνη στη συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη στα εγκαίνια της γέφυρας Ρίου – Αντιρρίου.

Ο θρύλος ήταν πάνω απ’ όλα η μαμά της Τζωρτίνας

Όσο πρωτοπόρησε και τόλμησε στο τραγούδι, κάνοντας ό,τι πίστευε και ονειρευόταν, έτσι τόλμησε και στη ζωή της! Μια 4ετης σχέση με τον πρωταθλητή ιππασίας, επιχειρηματία και αριστοκράτη Φρέντυ Σερπιέρη. Είναι έγκυος. Εκείνος της ζητά να παντρευτούν. Η Μαρινέλλα αρνιέται. Μένουν δύο καλοί φίλοι, για πάντα, μέχρι εκείνος να φύγει από τη ζωή. Στο Αρεταίειο, τον Ιούλιο του 1973, νιώθει την μεγαλύτερη ευτυχία της ύπαρξης της, όπως έλεγε. Τη γέννηση της κόρης της. Την ονομάζει Τζωρτίνα, δηλαδή Γεωργία από τον πατέρα της τον Γιώργο και Χριστίνα από τον Χρήστο Κατσίμπα, ένα πρόσωπο που εκτιμούσε πολύ.

Η κοινωνία φυσικά και σοκάρεται. Σκασίλα της. Δεν την ενδιέφερε ποτέ τι θα πει ο κόσμος. Σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις λέει πως «Να βλέπεις μια γυναίκα με την κοιλιά να τραγουδάει. Δεν έδωσα ποτέ καμία σημασία. Ζούσα για αυτό το παιδί και δεν με ενδιέφερε τίποτε. Ο κόσμος το ήξερε. Δεν βγήκα ποτέ να πω ποιος, πώς, τι. Ποτέ. Ήξερε ο κόσμος για μια σχέση που είχα. Δεν το έκρυψα, δεν μπήκα στο κουκούλι μου. Βγήκα και είπα «αυτή είμαι». Με δέχτηκε ο κόσμος έτσι ακριβώς όπως ήμουν, με αγάπησε πιο πολύ, μπορώ να πω. Θάρρος ήθελε. Η κοινωνία τότε δεν μπορούσε να το δεχτεί. Θα μπορούσε να πει «σαν δεν ντρέπεται»! Ήθελε τόλμη. Ήμασταν δύο τότε που το τολμήσαμε. Εγώ και η Έλενα Ναθαναήλ».

Μαρινέλλα
© ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΡΧΕΙΟΥ/EUROKINISSI

Κεφάλαιο: Τόλης Βοσκόπουλος

Τον Δεκέμβριο του 1975, η Μαρινέλλα παντρεύτηκε τον πρίγκιπα του ελληνικού τραγουδιού, τον Τόλη Βοσκόπουλο. Ο γάμος έγινε στο διαμέρισμα της Μαρινέλλας στο Παγκράτι εκείνη φορούσε γιλέκο και φούστα και ο Τόλης τζιν παντελόνι. Μόλις έξι ήταν οι καλεσμένοι στον γάμο, ο Γιώργος Κατσαρός και η σύζυγος του, που ήταν και κουμπάροι, ο Φρέντυ Γερμανός και η αδερφή της Μαρινέλλας. Εκείνος είχε την Τζωρτίνα σαν δικό του παιδί. Τον Νοέμβριο του 1974 ηχογράφησαν μαζί το τραγούδι «Εγώ κι εσύ», το οποίο γνώρισε τεράστια επιτυχία και έσπασε ρεκόρ πωλήσεων. Οι κοινές τους εμφανίσεις στη «Νεράιδα» έκαναν θραύση, ενώ η χημεία τους πάνω στη σκηνή δεν άφηνε κανέναν αδιάφορο. Μείναν μαζί 8 χρόνια. «Περισσότερο απ’ όσο μπορούσε να αντέξει ο γάμος μας» εκτιμούσε εκείνη.

Ο χωρισμός τους, δεν ήταν βελούδινος! Εκείνος, έφυγε απ το σπίτι, που είχαν αγοράσει από την Ρένα Βλαχοπούλου, στην Κηφισιά. Για τα επόμενα δέκα χρόνια, εγκαταστάθηκε στην καμπάνα 304 του «Αστέρα», ένα μέρος που έγινε το καταφύγιό του. Μετά από το τέλος αυτής της σχέσης, η Μαρινέλλα αποφάσισε ότι δεν ήθελε να έχει δίπλα της άλλον άντρα. «Δεν ήθελα η κόρη μου να με βλέπει μια με τον έναν γκόμενο και μια με τον άλλο» εξολογήθηκε εκείνη, «ούτε να διαβάζει για τους έρωτές μου στα περιοδικά. Είμαι χορτάτη. Ερωτεύτηκα, με ερωτεύτηκαν, έκανα έρωτα, ευχαριστήθηκα, το φόρεσα αυτό το «κοστούμι». Κάτσε να κάνω την αφαίρεση… Τριάντα χρόνια είμαι χωρίς άντρα. Δεν λέω ότι δεν με φλέρταραν από τότε, αλλά όλα είναι στο μυαλό μας». Ένα πρωί, πέταξε τα τσιγάρα της από το παράθυρο, αυτή που κάπνιζε πέντε πακέτα τη μέρα και ένα άλλο σταμάτησε να τρώει κρέας. Έτσι αποφάσισε να κάνει και με τους άντρες. Δεν ήταν η γυναίκα, που θα κατέστρεφε τα πάντα για ένα πάθος και ούτε ένιωσε αυτό που τραγούδησε με τόση αλήθεια το «Ποτέ, ποτέ, να μη χαθείς από τη ζωή μου, γιατί μου δίνεις δύναμη και νόημα να ζω».

Ντίβα, θρύλος, μεγάλη ερμηνεύτρια, μάνα, γιαγιά και ένα απλός, για αυτό σπουδαίος άνθρωπος!

«Κάθε φορά που ανεβαίνω στην πίστα, δεν σκέφτομαι τίποτα» είχε πει, «αφήνομαι στη στιγμή» και όπως έχει τονίσει ο Ξανθούλης: «Τραγουδώ ερμηνεύοντας ρόλους»! Δεν την ενδιέφερε ποτέ η ηλικία. Η ημερομηνία γέννησης, για εκείνη, υπήρξε απλώς ένας αριθμός για το ληξιαρχείο. Πίστευε πως η ζήλια, η καχυποψία, η κακία και ο φθόνος γερνούν τους ανθρώπους. Ένιωσε πάντα ευλογημένη! Και πολύ τυχερή γιατί είχε ζήσει δεκάδες ζωές. Δεν έβαλε ποτέ της να ακούσει Μαρινέλλα! Δεν αισθάνθηκε ποτέ της, ούτε μύθος, ούτε θρύλος. Δεν παρασύρθηκε από τις Σειρήνες και ήθελε να πιστεύει πως ήταν ένας καλός άνθρωπος. Απ’ όταν σταμάτησε τις συνεχείς εμφανίσεις της, ξυπνούσε πολύ πρωί, γιατί της αρέσει να χαίρεται τη μέρα.

Ζούσε μαζί με την αδελφή της, την κόρη της και τον άντρα της και τα εγγόνια, τον Δημήτρη και τη Μελίνα. Φρόντιζε τα φυτά της, απολάμβανε το φως του ήλιου, τακτοποιούσε το σπίτι της, στο οποίο, ζούσε περισσότερο από σαράντα χρόνια. Άκουγε κάθε μέρα, τους αγαπημένους της Σοπέν και του Μπετόβεν. Απολάμβανε τις διακοπές στο εξοχικό της, στη Χαλκιδική δίπλα στη θάλασσα. Εκεί, γελούσε, κολυμπούσε, μαγείρευε. Εκεί, ήταν ο εαυτός της. Εκεί, γινόταν πάλι η Κική, η Κίτσα, η Κικίτσα του μπαμπά της. Δεν φοβήθηκε ποτέ, το βιολογικό τέλος, ούτε τον θάνατο. Δεν της αρέσαν οι τίτλοι στη ζωή.

«Ο μοναδικός τίτλος που σε αφορά χαράσσεται μόνο στην ταφόπλακά σου» έλεγε. Και μας είπε σ όλους μαζί και στον καθένα ξεχωριστά: «Αγάπες μου, η ζωή είναι μεγάλη, από σας και μόνο εξαρτάται αν με τη στάση που θα επιλέξετε θα τη μικρύνετε ή θα τη στενέψετε. Μην ξεχνάτε, λοιπόν, ν’ αγαπάτε. Όπως λέω και σ’ ένα τραγούδι μου: “Η αγάπη όλα τα υπομένει. Η αγάπη όλα τα ελπίζει. Δίνει ζωή στην οικουμένη. Κι η γη γυρίζει κι η γη γυρίζει”»…

Σχετικά άρθρα