Ο Ρόμαν και η Ελένη έφυγαν απ’ το Ιράν με χρήματα κρυμμένα σε πακέτα τσιγάρων

Ο Ρόμαν και η Ελένη έφυγαν απ’ το Ιράν με χρήματα κρυμμένα σε πακέτα τσιγάρων

Ο Ρόμαν και η Ελένη Κρούπνικ αφηγούνται τη ζωή σε ένα κάποτε προοδευτικό Ιράν, το οποίο αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν.

Δύο μήνες ακριβώς μεσολάβησαν μεταξύ των διαδηλώσεων που ξέσπασαν στο Ιράν, ως αποτέλεσμα της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης της χώρας, και της επίθεσης ΗΠΑ και Ισραήλ προς τη Τεχεράνη. Λίγες μέρες νωρίτερα, συνομίλησα με τον Ρόμαν Κρούπνικ και τη σύζυγο του Ελένη για να μάθω περισσότερα για την κατάσταση στο Ιράν εν μέσω των πολύνεκρων διαδηλώσεων αλλά και την ταραχώδη πενηνταετία που έχει περάσει η χώρα της Μέσης Ανατολής. Ο Ρόμαν γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ιράν, όπου για χρόνια ζούσε με την οικογένεια του σε συνθήκες μεγάλης οικονομικής ευμάρειας. Λίγο μετά την ανατροπή του καθεστώτος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Ιράν, αφού η κατάσταση ήταν πλέον επικίνδυνη. Παράλληλα με την απομάκρυνση του Σάχη από την εξουσία ήταν σε εξέλιξη και ο πόλεμος με το Ιράκ, η πιο πολύνεκρη περίοδος στην ιστορία της χώρας. Όπως μου εξομολογείται: «Εγώ δεν ήθελα να φύγω από την Περσία. Οι γονείς μου ήρθαν στην Ελλάδα το 1972-1973 και ξεκίνησαν δουλειές εδώ. Η Περσία δεν ήταν σαν τις άλλες αραβικές χώρες, υπήρχε πολύ μεγαλύτερη ελευθερία. Φύγαμε όταν πια κινδυνεύαμε».

Το Ιράν των διαδηλώσεων

«Στο Ιράν αυτή τη στιγμή επικρατεί ένα χάος. Τα δίκτυα έχουν κοπεί και η επικοινωνία είναι πολύ δύσκολη. Εμείς μαθαίνουμε νέα από έναν φίλο μας Πέρση που στο παρελθόν διατηρούσε καλές σχέσεις με το καθεστώς Χομεϊνί και πλέον, έπειτα από φυλάκιση ενός έτους, ζει στην Τουρκία. Κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς συμβαίνει τώρα στο Ιράν».

Παράλληλα μου λέει ότι «ο κόσμος εκεί έχει πρόβλημα επιβίωσης. Πριν την επανάσταση του 1979 το 1 δολάριο ισοδυναμούσε με 70 ιρανικά ριάλ ενώ σήμερα η επίσημη ισοτιμία είναι 1 δολάριο ≈ 42 000 Ιρανικά Ριάλ, τιμή με τεράστιες μεταβολές στην ελεύθερη αγορά, όπου το νόμισμα υποτιμάται διαρκώς. Ο τρομακτικός πληθωρισμός άνω του 50% έχει εκμηδενίσει την αξία του ιρανικού νομίσματος και οι άνθρωποι αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στα βασικά έξοδα. Δεν μπορούν ούτε κοτόπουλο να αγοράσουν». Φυσικά, μεταξύ της συνομιλίας μας και της δημοσίευσης του παρόν κειμένου μεσολάβησε η επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ απέναντι στο Ιράν, η οποία έχει φέρει τη χώρα σε μια ακόμα πιο δυσμενή κατάσταση και το μέλλον πολύ πιο αβέβαιο. Ποιο ήταν όμως το Ιράν του Ρόμαν, η προοδευτική χώρα που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει;

Το Ιράν πριν την επανάσταση του 79

Ο Ρόμαν θυμάται το Ιράν στην παλιά του μορφή, τότε που τα πράγματα κυλούσαν πιο ομαλά χωρίς βέβαια να τα εξιδανικεύει. «Ο Σάχης λειτουργούσε ως βασιλιάς και το πολίτευμα δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί σε καμία περίπτωση δημοκρατικό, όμως, υπήρχε ασφάλεια, ελευθερία έκφρασης και οι γυναίκες απολάμβαναν τα ίδια προνόμια με τους άντρες. Κυκλοφορούσαν έξω ελεύθερα, ντύνονταν όπως ήθελαν, σπούδαζαν και δεν κινδύνευαν από τους φανατικούς ισλαμιστές. Τα Πανεπιστήμια ήταν γεμάτα γυναίκες».

Μάλιστα αναφέρει χαρακτηριστικά ότι παρότι το μεγαλύτερο ποσοστό των Ιρανών ήταν μουσουλμάνοι συνυπήρχαν απόλυτα αρμονικά με τους Χριστιανούς. «Έξω από την πρεσβεία της Ρωσίας είχε ψηλά τείχη με έλατα προς πώληση για τις γιορτές των Χριστουγέννων. Αν πηγαίναμε λίγο πιο αργά δε βρίσκαμε να πάρουμε, γιατί όλοι οι μουσουλμάνοι πήγαιναν και έπαιρναν δέντρα. Η Τεχεράνη ήταν στολισμένη τα Χριστούγεννα», αποδεικνύοντας πόσο κοντά στην Δύση ήταν το Ιράν τότε. Με την Ελένη παντρεύτηκαν μέσα στην επανάσταση και όπως μας λέει η ίδια «Τα πρώτα Χριστούγεννα που ήταν ο Χομεϊνί τα πράγματα ήταν ακόμη σχετικά χαλαρά, εγώ δεν φόρεσα μαντήλα εκεί».

Όταν η Τεχεράνη φορούσε μίνι

«Η Τεχεράνη πριν την Ισλαμική Επανάσταση ήταν μια πόλη με δυτικό προσανατολισμό. Υπήρχαν σινεμά, εστιατόρια, μπαρ, ο κόσμος έβγαινε έξω, διασκέδαζε, έπινε, οι τέχνες και ο πολιτισμός ήταν σε άνθιση. Η Τεχεράνη που σήμερα επιβάλλει στις γυναίκες να φορούν μαντήλα και να καλύπτουν το σώμα τους, υπήρξε μητρόπολη της μόδας πριν τη Νέα Υόρκη. Οι ετικέτες των ρούχων έγραφαν πάνω “Τεχεράνη”, η μητέρα μου έπαιρνε από τότε Chanel και το μίνι ήταν πολύ διαδεδομένο»

Αναρωτιέμαι πώς ένας λαός με σημαντικές ελευθερίες που έχει μάθει να ζει με έναν τρόπο που ακουμπάει περισσότερο στη Δύση παρά στην Ανατολή σεβόμενος τις γυναίκες ξαφνικά μετατρέπεται σε μια συντηρητική κοινωνία, που δέχεται τους αυστηρούς κανόνες του ισλαμικού καθεστώτος.

«Στην κουλτούρα των Ιρανών η γυναίκα είχε σημαντική θέση τόσο κοινωνικά, όσο και μέσα στην οικογένεια», λέει ο Ρόμαν, ωστόσο θυμάται έναν φίλο του μουσουλμάνο ο οποίος ήταν παντρεμένος με μια Αμερικανίδα καθηγήτρια Πανεπιστημίου του οποίου η συμπεριφορά άλλαξε ραγδαία. «Ήταν μοντέρνοι άνθρωποι, έβγαιναν, έπιναν. Όταν έγινε η επανάσταση έστειλε τη γυναίκα και τα παιδιά του στην Αμερική για λόγους ασφαλείας. Εκείνη την περίοδο ήταν επικίνδυνο ένας Αμερικανός πολίτης να κυκλοφορεί στο Ιράν. Λίγο μετά τον επισκεφτήκαμε στο σπίτι και είδαμε μια μεγάλη φωτογραφία του Χομεϊνί. Είχε έρθει και πιο κοντά στη θρησκεία, είχε αρχίσει να προσεύχεται συνέχεια. Προφανώς η γυναίκα του κατάλαβε την αλλαγή και τελικά δεν επέστρεψε ποτέ από την Αμερική. Στην αρχή της επανάστασης όλοι οι μουσουλμάνοι έγιναν ξαφνικά φανατικοί. Έναν χρόνο μετά βέβαια ξεκίνησαν να αντιδρούν γιατί κατάλαβαν ότι όλα έγιναν για τους μουλάδες και ότι ουσιαστικά εξαπατήθηκαν».

Απ’ το «μοιρασμένο» πετρέλαιο στην παράδοση περιουσιών

«Πριν γίνει η επανάσταση κυκλοφορούσαν φλάιερς που έλεγαν “να μοιραστούμε τα χρήματα από το πετρέλαιο, δε θα χρειάζεται να δουλεύετε, να πληρώνετε ρεύμα, λογαριασμούς”. Ο κόσμος τους πίστεψε και είναι λογικό, ποιος δε θα ήθελε κάτι τέτοιο;». Το πετρέλαιο, η λέξη κλειδί για την ιστορία του Ιράν. «Η Περσία δημιούργησε τον ΟΠΕΚ για το πετρέλαιο και η Αμερική δεν ήθελε μια δυνατή Περσία»

«Όταν έγινε η επανάσταση βγήκε νόμος σύμφωνα με τον οποίο δεν μπορούσαμε να έχουμε περισσότερα από ένα ακίνητα στην κατοχή μας. Αυτό τότε μας διέλυσε, ό,τι κάναμε μια ζωή, οι γονείς μου κυρίως και εγώ αργότερα καταστράφηκε, έπρεπε να το παραδώσουμε ή να το πουλήσουμε για το τίποτα. Παράλληλα υπήρχε μεγάλος φόβος. Είχα φίλο που έβαλαν τον πατέρα του στη φυλακή επειδή αρνήθηκε να παραδώσει την περιουσία του. Κάθε πρωί, πριν βγει ο ήλιος τον ξυπνούσαν και τον έστηναν στον τοίχο, του έκλειναν τα μάτια, τον σημάδευαν με το όπλο, πυροβολούσαν στον αέρα και τελικά τον γύριζαν πίσω. Του έκαναν ψυχολογικό πόλεμο για να υποκύψει. Για σχεδόν δύο χρόνια δεν είχαμε δουλειά. Μετά άρχισε ο πόλεμος με το Ιράκ, όλη αυτή η περιοχή διαλύθηκε και εκεί αποφασίσαμε να φύγουμε, γιατί μέναμε πολύ κοντά στα σύνορα».

Η εξουσία του φόβου

«Υπήρχε φόβος. Έχουμε ζήσει στρατιωτικό νόμο από τις πέντε το απόγευμα μέχρι τις πέντε το επόμενο πρωί. Απαγορευόταν πια το ποτό. Μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να μπουν στο σπίτι σου να σου κάνουν έλεγχο και, αν έβρισκαν ποτό, η ποινή ήταν βούρδουλας.

Ήμασταν Χριστούγεννα στην Τεχεράνη και μας πήραν τηλέφωνο ότι μπήκαν μέσα στο σπίτι μας. Εκείνη την περίοδο είχαμε φύγει από το σπίτι που μέναμε και είχαμε πάει στο κτίριο της δουλειάς γιατί ότι έβλεπαν άδειο το παίρνανε χωρίς να σε ρωτήσουν. Για παράδειγμα σε οικόπεδο ιδιοκτησίας μας, περάσαμε μια μέρα και έχτιζαν μέσα, χωρίς να ξέρουμε τίποτα.

Στο μέρος που μέναμε λοιπόν είχαμε ένα δωμάτιο, που είχαμε βάλει τα ποτά μαζί με διάφορα άλλα πράγματα, ήταν σαν αποθήκη και μάλλον δεν τα βρήκαν και γλιτώσαμε για αυτό. Η ποινή αν τα έβρισκαν ήταν 60 βουρδουλιές.

Τότε επικρατούσε ένα χάος. Υπήρχαν παραστρατιωτικές οργανώσεις αποτελούμενες από παιδιά δεκατεσσάρων, δεκαέξι ετών με όπλα, που σε σταματούσαν στον δρόμο και θα μπορούσαν να σε πάνε μέσα για οτιδήποτε εκείνη τη στιγμή. Γιατί δεν τους άρεσε ο τρόπος που κοίταξες ή μίλησες».

Η Ελένη Κρούπνικ συμπληρώνει για το καθεστώς φόβου: «Ο Χομεϊνί τους έλεγε τότε θα βγαίνετε κάθε παρασκευή στις 5 το απόγευμα και θα φωνάζετε ο “θεός είναι μεγάλος”. Αυτή ήταν η μόνη φορά που φόρεσα μαντήλα. Είχαμε πάει σε κάτι φίλους και βγαίνοντας βλέπουμε ένα τσούρμο να έρχονται όλοι μαυροφορεμένοι και οι γυναίκες με μαντήλα και με βουτάνε μέσα και μου δίνει το μαντήλι της μητέρας του να το φορέσω. Δεν ήξερες από που θα σου έρθει».

Όταν τελικά το ζευγάρι έφυγε από τη χώρα, πούλησαν το κτίριο του εργοστασίου για 120.000 δολάρια, ενώ η εμπορική του αξία πριν την επανάσταση υπολογιζόταν στα 5 εκ. δολάρια.

Επιχείρηση «ARGO»

«Όταν φύγαμε από την Περσία είχαμε κάνει τα χρήματα ρολά και τα είχαμε βάλει μέσα σε πακέτα τσιγάρων, γιατί δεν επιτρεπόταν να βγάλουμε το συνάλλαγμα και στο αεροδρόμιο επικρατούσε χάος, ελέγχανε τα πάντα βαλίτσες, τσάντες. Αφού φτάσαμε στο αεροδρόμιο είχε πάγκους με στρατό που ήλεγχε τα πάντα. Φτάνουμε και ένας στρατιώτης ανοίγει τη βαλίτσα, οι κούτες με τα τσιγάρα είναι από πάνω, ανακαταμένα μισά με τσιγάρα και μισά με χρήματα. Πιάνει ένα κουτί και αρχίζει να το πατάει. Μας ρώτησε “τι είναι αυτό”. Εμείς εκείνη τη στιγμή χάσαμε τη γη κάτω από τα πόδια μας. Ο Ρόμαν του λέει “τσιγάρα είναι πάρε”, χωρίς να ξέρουμε αν έχει μέσα τσιγάρα ή χρήματα. Την ίδια ώρα βρήκαν μια κυρία δίπλα μας με κοσμήματα σε μια χαρτοσακούλα και μας άφησαν να φύγουμε. Κλείνουμε τη βαλίτσα, μια κίτρινη samsonite, αλλά πάνω στον πανικό ξεχάσαμε να την κλειδώσουμε. Τις βαλίτσες τότε τις άνοιγαν αν τις έβρισκαν ξεκλείδωτες και τις έψαχναν ξανά. Ήταν αργά για να τις πάρουμε πίσω, είπαμε πάμε και ό,τι γίνει. Ανεβήκαμε στο αεροπλάνο, κλείνουν οι πόρτες και ενώ ακούμε τις μηχανές ξαφνικά αυτές σβήνουν και μπαίνει μέσα ο στρατός. Σκεφτήκαμε ότι βρήκαν τη βαλίτσα και ήρθαν για εμάς. Τελικά ήταν για κάποιους άλλους που τους πήραν και έφυγαν» λέει η Ελένη Κρούπνικ. «Αυτή ήταν η τελευταία μου ανάμνηση από το Ιράν».

«Όλοι οι μουσουλμάνοι έγιναν εξτρεμιστές. Η Περσία είναι από τις χώρες που έχει το μεγαλύτερο ποσοστό μουσουλμάνων που γίνονται χριστιανοί, ίσως ως αντίδραση στο καθεστώς. Κάψανε και εκατοντάδες τζαμιά, που βέβαια δεν το λένε. Προσωπικά δεν θέλω να επιστρέψω, τελευταία φορά που πήγα ήταν πριν από περίπου 20 χρόνια και ήδη είχαν αλλάξει πολλά. Ίσως ξαναπάω αν ποτέ αλλάξει το καθεστώς, αλλά από την άλλη δε θέλω να χαλάσει η εικόνα που έχω στο μυαλό μου για το Ιράν».

Ρόμαν και Ελένη Κρούπνικ

Οι φωτογραφίες είναι από το προσωπικό αρχείο της οικογένειας Κρούπνικ. Ευχαριστώ θερμά τον Ρόμαν και την Ελένη Κρούπνικ για την παραχώρηση του υλικού και τη συζήτήση μας.

Σχετικά άρθρα