Unapologetic: Η περίπτωση Κίμπερλι Γκιλφόιλ
Παγιέτα, έντονο μακιγιάζ, ψηλοτάκουνα με φιάπα, μπουζούκια στον Αργυρό. Κάπως έτσι πρωτοσυστήθηκε η Κίμπερλι Γκιλφόιλ στην Ελλάδα. Αν όμως έχεις μείνει σε αυτά, έχεις χάσει το νόημα...
Δύο μήνες σχεδόν μετά την άφιξη της στην Ελλάδα, η Κίμπερλι Γκιλφόιλ μετράει ήδη τρία εξώφυλλα σε lifestyle περιοδικά (ελληνική Vogue, Grace και Hello- δεν ξέρω αν έχει προστεθεί κι άλλο μέχρι να δημοσιευτεί το κείμενο αυτό).
Η αλήθεια είναι ότι ποτέ κανένας διορισμός Αμερικανού πρέσβη δεν είχε ξεσηκώσει τόσο θόρυβο και τόση δημοσιότητα. Σε αυτό θα μπορούσε να συνηγορεί ως ένα βαθμό και το γεγονός ότι ποτέ μέχρι σήμερα δεν είχε αναλάβει γυναίκα αυτή τη θέση στην Ελλάδα.
Κι αν κάποιοι πόνταραν στο γεγονός ότι κάτι τέτοιο ίσως να φόβιζε ή να έκανε την Κιμπερλι Γκίλφοϊλ πιο συγκρατημένη ή μαζεμένη έπεσαν έξω- και μάλιστα θεαματικά. Η Αμερικανίδα πρέσβης ήρθε με τον αέρα της σταρ έτοιμη να κατακτήσει τις καρδιές των Ελλήνων. Ή μήπως ο σκοπός της ήταν διαφορετικός;
Κίμπερλι, η αριστούχος της MAGA Σχολής
Στην ελληνική δημόσια σφαίρα έχουμε συνηθίσει η «σοβαρή» γυναίκα που κατέχει αξίωμα να είναι μετρημένη, διακριτική και να μην προκαλεί με τα ρούχα ή τη συμπεριφορά της. Ένα πρότυπο που πολλές γυναίκες δυστυχώς μπαίνουμε στο τριπάκι να υιοθετήσουμε για να μας πάρουν στα σοβαρά. Θυμάμαι πολύ συχνά το εσωτερικό ντιμπέιτ που έκανα πολλές φορές -ειδικά σε μικρότερη ηλικία- για το ντύσιμο που όφειλε να δηλώνει από μακριά ότι είμαι δημοσιογράφος και κάνω ενημέρωση.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η Γκιλφόιλ αντίθετα έδειξε από την αρχή ότι δεν ήταν διατεθειμένη να παίξει με αυτούς τους όρους. Υπερθεματίζει συνειδητά με τη θηλυκότητα της και δεν την πειράζει καθόλου να φανεί too much: κοντά και στενά φορέματα, έντονο μακιγιάζ, ψεύτικες βλεφαρίδες και μαλλιά, χωρίς καμία προσπάθεια να χαμηλώσει τους τόνους για να γίνει αρεστή. Στο MAGA manual της πολιτικής επικοινωνίας η διακριτικότητα και η ουδετερότητα δεν έχουν καμία θέση. Η εικόνα της δε συνοδεύει την πολιτική. Είναι η πολιτική. Και είναι στρατηγικά έντονη και επιθετική σαν να δηλώνει ευθαρσώς «I’m here, deal with that». Γιατί η MAGA επικοινωνία δεν ζητά συναίνεση. Ζητά αντίδραση. Κι αυτό η Γκιλφοιλ το γνωρίζει καλά. Κι ας αντιμετωπίζεται συχνά ως επιφανειακή ή εκ προοιμίου ακατάλληλη για το ρόλο που της ανατέθηκε.
Εκείνη που αναστάτωσε τους Κινέζους (και το Politico)
Και σιγά μην τους έκανε τη χάρη… Από την πρώτη κιόλας εβδομάδα φρόντισε με τις κινήσεις της να διαψεύσει τους επικριτές της δείχνοντας παράλληλα πόσο δραστήρια και αποτελεσματική προτίθεται να είναι στο θεσμικό της ρόλο. Η εμπλοκή της στην ελληνοαμερικανική ενεργειακή συμφωνία ήταν ένα σαφές πρώτο δείγμα γραφής. Και αποδείχτηκε πετυχημένο.
Λίγο αργότερα η παρουσία της στην υπογραφή σύμβασης για τη ναυπήγηση ρυμουλκών δεν ήταν απλώς εθιμοτυπική. Ήθελε να συνδεθεί ως άνθρωπος των ΗΠΑ με έργα υποδομής που έχουν να κάνουν με τα λιμάνια και να στείλει το γεωστρατηγικό μήνυμα στους παίκτες της περιοχής.
Και οι δύο παρεμβάσεις της δείχνουν τον τρόπο που λειτουργεί. Όχι για να συνεισφέρει στο τεχνοκρατικό κομμάτι, αλλά ως πολιτικός επιταχυντής.
Προφανώς και η Γκιλφόιλ δεν ανήκει στο κλασικό «διπλωματικό σώμα καριέρας» των ΗΠΑ. (Όχι ότι δεν έχει πίσω της μια αξιοσημείωτη καριέρα σε άλλους τομείς). Το γεγονός όμως ότι προέρχεται από το στενό περιβάλλον του Ντόναλντ Τραμπ-ήταν άλλωστε προσωπική του επιλογή – την βοηθάει να έχει άμεση πολιτική πρόσβαση σε κορυφαίους υπουργούς και αξιωματούχους της αμερικανικής κυβέρνησης. Δεν κινείται με τη γνωστή υπηρεσιακή διπλωματική γλώσσα και τα πρωτόκολλα. Κινείται με σαφή πολιτικά μηνύματα και ξεκάθαρες προτεραιότητες. Και με εξίσου στρατηγικό τρόπο επιλέγει και το στυλ της ως εργαλείο ισχύος. Δεν ακολουθεί την πεπατημένη, δεν «συμμορφώνεται» με τους όρους αποδοχής μας.
Και γιατί να έχει τη δική μας αποδοχή όταν διεθνή πολιτικά μέσα ενημέρωσης την αντιμετωπίζουν ήδη ως παίκτη ισχύος. Το Politico αφιερώνει ένα εκτενές ρεπορτάζ στον πρώτο μήνα της Κίμπερλι Γκιλφόιλ ως πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Αθήνα, περιγράφοντας μια άφιξη που «προκάλεσε τον παροξυσμό που συνήθως επιφυλάσσεται σε ποπ σταρ ή πρωθυπουργούς». Και ξεκινάει το δημοσίευμα όχι από το τι φοράει, αλλά με τη διαπίστωση ότι μέσα σε ένα μόλις μήνα έχει ήδη πυροδοτήσει διπλωματική αντιπαράθεση με την Κίνα για τον έλεγχο στρατηγικών λιμανιών.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Κι αυτό λέει πολλά περισσότερα για τη λειτουργία της στο σύστημα εξουσίας, απ’ ό,τι η δημόσια εικόνα της.
Λέει όμως πολλά κι για εμάς. Εδώ δεν εξετάζω τις πολιτικές που ακολουθεί η Ελλάδα ή τις επιλογές του Τραμπ, που όποιος και να με «ψάξει» λίγο θα καταλάβει τα συναισθήματα που τρέφω για τον αμερικανό Πρόεδρο. Στην περίπτωση όμως της Γκιλφόιλ θα του το δώσω. Δεν χρειάζεται να συμφωνεί κανείς πολιτικά για να αναγνωρίσει ότι ο ρόλος της είναι ουσιαστικός και όχι διακοσμητικός. Το να συνεχίζουμε να την κρίνουμε με όρους εικόνας και όχι αποτελέσματος αποκαλύπτει πολλά για τις δικές μας προκαταλήψεις και την ελληνική κοινωνία. Προσωπικά, με ενοχλεί λιγότερο η αισθητική της και περισσότερο η ευκολία με την οποία απαξιώνουμε γυναίκες που δε χωρούν στο γνώριμο καλούπι της σοβαρότητας. Μπορεί να μη μου αρέσει η παγιέτα και να βρίσκω τη φιάπα στα παπούτσια αρκετά παλιακή. Ακόμη πιο παλιακή όμως βρίσκω τη νοοτροπία που θέλει τις γυναίκες να κρίνονται σοβαρές και αξιόλογες από το βαθμό συγκατάβασης που αποπνέουν- στο ντύσιμο και τη συμπεριφορά τους. Κι αν κάτι μου αρέσει στην Γκιλφόιλ είναι οτι δεν παίζει safe και δεν προσπαθεί να μετριάσει τη θηλυκότητα της για να θεωρηθεί σοβαρή. Γιατί σε έναν κόσμο που η σοβαρότητα ταυτίζεται με τη συγκατάβαση, η δυναμική των γυναικών θα συνεχίσει να μετριέται με αντρικούς όρους.