Ο Ανδρέας Finch θέλει να αποχαιρετήσουμε τα περίπτερα χωρίς δράμα
Το αστικό παρελθόν με pop διάθεση, σε μια πόλη που είναι φυσιολογικό να αλλάζει.
Πήγα στην έκθεση του Ανδρέα Finch γιατί είναι από τους ελάχιστους εικαστικούς που επιμένουν, σχεδόν πεισματικά, να δουλεύουν με την αστική ιστορία όχι ως αφηρημένη έννοια, αλλά ως καθημερινή εμπειρία. Ως κάτι που το έχεις ακουμπήσει, το έχεις προσπεράσει και το φέρεις μέσα σου σαν μνήμη. Τα τελευταία χρόνια, ο Finch έχει εστιάσει σε ένα από τα πιο οικεία στοιχεία της αθηναϊκής ζωής, το περίπτερο.
Στην έκθεση του «Περί Πτερύγων Ανέμων – Τα Αθηναϊκά Περίπτερα», που παρουσιάζεται στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων σε συνεργασία με την Art Place – Kyriakos Petalidis gallery, ο εικαστικός καλλιτέχνης δεν καταγράφει απλώς μια ιστορία που χάνεται. Τη μετατρέπει σε τρισδιάστατη αφήγηση. Είκοσι περίπτερα, διαφορετικών μεγεθών και εποχών, ξεδιπλώνουν μπροστά μας την εξέλιξη της πόλης μέσα από αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες, λαογραφικά ίχνη και μικρούς αστικούς μύθους.

Η έκθεση λειτουργεί ως φόρος τιμής σε έναν θεσμό που φθίνει, αλλά και ως ψύχραιμη παρατήρηση μιας αναπόφευκτης αλλαγής. Από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι σήμερα, τα περίπτερα της Αθήνας αλλάζουν μορφή, χρήση και ρόλο. Κάθε έκθεμα κουβαλά τη δική του ιστορία, άλλοτε πολιτική, άλλοτε κινηματογραφική, άλλοτε σχεδόν θρυλική.
«Μεγάλο μέρος της δουλειάς μου στηρίχτηκε σε αρχεία παλιών φωτογραφιών και καρτ ποστάλ», εξηγεί ο Finch. «Πολύ σημαντικό ρόλο έπαιξε το αρχείο του Θανάση Κάππου, που έχει εκδώσει δύο βιβλία για το περίπτερο, αλλά και η συμβολή της αρθρογράφου Ελένης Ντάκουλα που έχει ασχοληθεί εκτενώς με το θέμα».
Ανάμεσα στα εκθέματα συναντά κανείς τα πρώτα πολυγωνικά περίπτερα, πιθανότατα ελβετικής προέλευσης, που αρχικά πωλούσαν λουλούδια. Το μικρό Μινιόν του Ιωάννη Γεωργακά, ένα περίπτερο με τη φωτογραφία του βασιλιά Γεωργίου Β΄ μετά το δημοψήφισμα του 1935, μια σκηνή από την ταινία «Τζιπ, περίπτερο και αγάπη» του 1957 και τον θρυλικό «Κουτάλα» της Γλυφάδας, τον περιπτερά που σου έδινε ό,τι ζητούσες με κουτάλα από το παράθυρο.
Ξεχωριστή θέση έχουν και οι «μούσες» της πλατείας Ομονοίας. Ήταν αεραγωγοί του υπογειοποιημένου σταθμού ΗΣΑΠ το 1934, μεταμφιεσμένοι σε γλυπτικές φιγούρες. Ο αστικός μύθος θέλει την Καλλιόπη, τη μούσα που περίσσεψε, να καταλήγει έξω από τις δημόσιες τουαλέτες, ίσως μια απροσδόκητη ερμηνεία για το πώς το όνομά της συνδέθηκε με αυτές.



Αυτό που με κερδίζει στη δουλειά του Finch είναι η γενναιοδωρία της λεπτομέρειας. Κάθε τρισδιάστατο έργο αποκαλύπτει περισσότερα όσο το πλησιάζεις. Σαν ένα σετ γυρίσματος όπου έχουν τοποθετηθεί με δεξιοτεχνία τα αντικείμενα ώστε να υπαινίσσονται νοοτροπίες και κουλτούρες της εποχής. Το περίπτερο του είναι ένα συμπυκνωμένο αφήγημα της πόλης που δεν διαβάζεται γραμμικά, αλλά βιωματικά.



Για τον Ανδρέα Finch, η εμμονή με την πόλη και τα περίπτερα ξεκίνησε ήδη από την εφηβεία του. Τότε που η Αθήνα γινόταν γι’ αυτόν πεδίο εξερεύνησης μέσα από μοναχικές περιπλανήσεις σε συνοικίες και ξεχασμένες διαδρομές. Ακολουθούσε τις «αρτηρίες» της πόλης, τις γραμμές των τρόλεϊ, τις στάσεις των λεωφορείων και κάπως έτσι τα περίπτερα αναδύονταν ως φυσικά σημεία προσανατολισμού. Ως μικροί κόμβοι επικοινωνίας, όπως λέει. Οι περιπτεράδες ήταν άτυποι πληροφοριοδότες, αλλά για να τους προσεγγίσεις, έπρεπε πρώτα να τους «διαβάσεις». Το πώς ήταν στημένο ένα περίπτερο, πόσο τακτοποιημένο ή φλύαρο, τι προϊόντα επέλεγε να προβάλει, αποκάλυπτε χαρακτήρες, διαθέσεις και όρια. Αυτή η παρατηρητικότητα η σχεδόν εθνογραφική, μοιάζει σήμερα να έχει μεταφερθεί αυτούσια στο εικαστικό του έργο.

«Επιμένω με το περίπτερο γιατί είναι ένα κεφάλαιο που κλείνει σιγά-σιγά», αναφέρει. «Και όπως κλείνει για την πόλη μας, κλείνει και για μένα. Θα ήθελα λοιπόν να το κλείσω ένδοξα. Είναι καλό να ξέρουμε ποιους αποχαιρετούμε».
Ο Ανδρέας Finch δεν ενδίδει εύκολα στη νοσταλγία. Την κοιτά κατάματα, αλλά δεν την αφήνει να γίνει μελόδραμα: «Η εξάλειψη των περιπτέρων είναι, ως έναν βαθμό, υγιές δείγμα προόδου», παραδέχεται. «Καλό είναι να τα αποχαιρετήσουμε χωρίς δράμα».
Αυτό ακριβώς το συναίσθημα μεταφέρει και η έκθεση στον επισκέπτη της. Του δίνει τον χρόνο και τον χώρο να πει ένα ψύχραιμο αντίο. Όχι μόνο στα περίπτερα, αλλά και σε μια εκδοχή της Αθήνας που μαθαίνει επιτέλους να θυμάται, χωρίς να κολλά στο παρελθόν.