Ματωμένος Γάμος | Το εκπληκτικό θεατρικό έργο του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα

Ματωμένος Γάμος | Το εκπληκτικό θεατρικό έργο του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα

Το δυνατό, καινοτόμο και επίκαιρο έργο του σπουδαίου Ισπανού συγγραφέα, που πίστευε ότι μόνο το μυστήριο μας κρατάει ζωντανούς. Γεννήθηκε στις 5 Ιουνίου του 1898.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

“Είμαι επαναστάτης γιατί δεν υπάρχει ποιητής αν δεν είναι επαναστάτης.” είπε κάποτε ο Φεδερίκο ντελ Σαγράδο Κοραθόν ντε Χεσούς Γκαρθία Λόρκα. Ο κορυφαίος ποιητής και δραματουργός ανήκει στη λεγόμενη “γενιά του ’27”.  Πρόκειται για την ομάδα συγγραφέων που προσέγγισε την ευρωπαϊκή αβάν-γκαρντ με μοναδικά αποτελέσματα. Το πρώτο μισό, λοιπόν, του 19ου αιώνα ορίζεται ως “αργυρή εποχή” (edad de plata) της ισπανικής λογοτεχνίας. Μόλις ξέσπασε ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος  δολοφονήθηκε  από αγνώστους, οι οποίοι το πιθανότερο συνδέονταν με τον εθνικιστικό φασισμό, καθώς ο ίδιος  υποστήριζε τους Δημοκρατικούς. Πίστευε ότι “μόνο το μυστήριο μας κρατάει ζωντανούς”.

Ο Ματωμένος Γάμος ( Βodas de Sangre) είναι ο τίτλος θεατρικού έργου του, εμπνευσμένο από ένα άρθρο εφημερίδας που ανέφερε ένα έγκλημα στην ανδαλουσιανή πόλη Níjar. Είναι ένα από τα τρία τραγικά θεατρικά έργα της “ισπανικής υπαίθρου” του συγγραφέα. Τα άλλα δυο είναι η “Γέρμα” και “Το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα”. Και στα τρία υπογραμμίζεται η υποταγή των γυναικών που τους αρνείται η κοινωνική ή ερωτική ισότητα, με αποτέλεσμα να αποζητούν ελευθερία στην παραδοσιακή κοινωνία της ισπανικής υπαίθρου.

Ο ίδιος ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, είχε πει:

“Αγαπώ τη γη. Νιώθω δεμένος μαζί της σε όλα μου τα συναισθήματα. Οι πιο μακρινές αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας έχουν τη γεύση της γης. Η γη, ο κάμπος, έχουν κάνει μεγάλα πράγματα στη ζωή μου. Τα ζωύφια της γης, τα ζώα, οι αγρότες, κρύβουν μυστικά που φτάνουν σε πολύ λίγους. Εγώ τα συλλαμβάνω τώρα με το ίδιο πνεύμα όπως και στα παιδικά μου χρόνια… Χωρίς ετούτη την αγάπη που έχω για τη γη δεν θα είχα καταφέρει να γράψω για το Ματωμένο Γάμο…”

Ο Ματωμένος Γάμος είναι ιδιαίτερα δυνατό έργο, καινοτόμο και επίκαιρο.  Αυτό συμβαίνει γιατί η εκδίκηση και η βεντέτα χρησιμοποιούνται ακόμα και στις μέρες μας για να αποκατασταθεί το πληγωμένο γόητρο.

ΜΑΝΑ

Γειτόνισσες

Μ’ ένα μαχαίρι, ένα πολύ μικρό μαχαίρι

μια μέρα που ήτανε γραφτό

ανάμεσα στις δυο και στις τρεις τη νύχτα

δυο άντρες σκοτώθηκαν για την ίδια αγάπη.”

Το 1945 δημοσιεύτηκε στην Ελλάδα με τον τίτλο Ματωμένα Στέφανα, σε μετάφραση Γιώργου Σεβαστίκογλου. Στις 8 Απριλίου του 1948  παρουσιάστηκε σε παράσταση για πρώτη φορά από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν, μετάφραση Νίκου Γκάτσου, σκηνικά του Γιάννη Τσαρούχη. Η εκπληκτική μουσική και  τα τραγούδια είναι του Μάνου Χατζιδάκι. Τη Νύφη ερμήνευσε η Έλλη Λαμπέτη και το Λεονάρντο ο Βασίλης Διαμαντόπουλος.

Ο Μεγάλος Ερωτικός έλεγε για τη μουσική που έγραψε: “Όπως ο Γκάτσος θέλησε να μεταφυτέψει τις ισπανικές προσωδίες στους λαϊκούς ποιητικούς ρυθμούς της γλώσσας μας, έτσι κι εγώ προσπάθησα να προεκτείνω τους ρυθμούς αυτούς στις παντοτινές πηγές της νεοελληνικής ευαισθησίας.”

Ακολουθεί απόσπασμα από το έργο…

“Είμ` ένας κύκνος στρογγυλός μες το ποτάμι, είμ` ένα μάτι στα ψηλά καμπαναριά,

και μες στις φυλλωσιές φαντάζω ψεύτικο φως της χαραυγής.

Κανείς δε μου γλυτώνει εμένα!

Ποιος κρύβεται; Ποιανού το κλάμα γροικιέται μες στο χέρσο κάμπο;

 

Ένα μαχαίρι έχω κρεμάσει μες στον ανταριασμένο αγέρα,

που λαχταράει, μολύβι τώρα, πόνος να γίνει μες στο αίμα.

Αφήστε με να μπω! Παγώνω στους τοίχους και στα παραθύρια.

Μια στέγη ανοίχτε, μια καρδιά, να μπω να ζεσταθώ λιγάκι!

Αχ, πως κρυώνω! Οι στάχτες μου – μέταλλα κοιμισμένα –

ψάχνουν σε κάμπους και βουνά της φλόγας την κορφή να βρούνε.

Όμως το χιόνι με κουβαλάει στις χαλαζένιες πλάτες του,

και με βυθίζει όλο παγωνιά στα χαλκοπράσινα βαλτονέρια.

Μα τούτη τη νύχτα θα βαφτούν τα μάγουλα μου κόκκινο αίμα,

και τ` άγρια βούρλα θα ζαρώσουν κάτου απ` τα πέλματα του αγέρα.

Ίσκιο δε θα `βρουν και φυλλωσιά για να γλιτώσουν από μένα!

Θέλω μονάχα μια καρδιά! Ζεστή!

Το αίμα της να βάψει τα κρύα βουνά τα στήθια μου.

Αφήστε με να μπω, αχ, αφήστε!

(Στα κλαδιά.)

Ίσκιους δε θέλω. Οι αχτίδες μου πρέπει να μπουν, και μέσα

στα κατασκότεινα κλαριά το φως μου πρέπει να κυλήσει,

για να βαφτούν τη νύχτα τούτη τα μάγουλα μου αίμα γλυκό,

και τα άγρια βούρλα να ζαρώσουν κάτου απ` τα πέλματα του αγέρα.

Ποιος κρύβεται; Να `βγει έξω είπα!

Κανείς δε μου γλυτώνει εμένα!

Θε να τα` αστράψω τα` άλογο με διαμαντένιο πυρετό.

Ο αγέρας γίνεται κοφτερός σα δίκοπο μαχαίρι.”

 

Σχετικά άρθρα