Μπορεί το «Bridgerton» να ξαναβρεί την λάμψη του;
Δεν φτάνει να βάζει Taylor Swift με έγχορδα για μουσική υπόκρουση· έχει έρθει επιτέλους η ώρα να πάρει πραγματικά τολμηρές αποφάσεις.
Μετά από τρεις ολόκληρες σεζόν, πλέον γνωρίζουμε τι να περιμένουμε από το «Bridgerton»: Μία φρέσκια παρτίδα νεαρών ανύπαντρων αγοριών και κοριτσιών κάνει το ντεμπούτο της στην κοινωνία του Regency Λονδίνου, με σκοπό να σκαρφαλώσει στην κοινωνική σκάλα της εποχής, να εξασφαλίσει το γαμήλιο σμίξιμο με το ιδανικό ταίρι και να αποκτήσει συζυγική ευδαιμονία και οικονομική ασφάλεια. Όλα αυτά υπό το βλέμμα μιας βασίλισσας που λατρεύει το κουτσομπολιό με θέμα τους υπηκόους της και μιας ανώνυμης (μέχρι πρότινος) αρθρογράφου που καταγράφει με λεπτομέρειες την κάθε ρομαντική εξέλιξη ανάμεσα στα υποψήφια ζευγάρια.
Η κοινωνική και τηλεοπτική σεζόν επικεντρώνεται κάθε φορά σε ένα διαφορετικό μέλος της οικογένειας Μπρίτζερτον (υπάρχουν οχτώ) το οποίο, σύμφωνα με την ηλικία του, είναι έτοιμο για γάμο και οικογένεια. Κάθε ειδύλλιο ξεκινά με ένα χαριτωμένο meet cute, συνεχίζεται με ένα βασανιστικό «θα το κάνουν ή δεν θα το κάνουν», κορυφώνεται στην μέση του κύκλου με μία έκρηξη πόθου και την αποκάλυψη κάποιου σκοτεινού μυστικού και όλα διορθώνονται εγκαίρως για το απαραίτητο happy ending.

Είναι μια συγκεκριμένη φόρμουλα, και αυτό είναι απόλυτα οκ. Εξάλλου μία από τις μεγαλύτερες απολαύσεις του genre fiction είναι το ότι γνωρίζεις ήδη τα βασικά του στοιχεία πριν το ξεκινήσεις, και στην περίπτωση των ρομαντικών ιστοριών, αυτά είναι η καλή χημεία, τα κινηματογραφικά φιλιά και ένα ευτυχισμένο τέλος. Παρόλα αυτά, πέντε χρόνια μετά την εξαιρετικά δημοφιλή πρεμιέρα του, το «Bridgerton» δείχνει εμφανή σημάδια φθοράς.
Ο πρωταγωνιστής της νέας σεζόν είναι ο Μπένεντικτ, ένας επίδοξος καλλιτέχνης με ανησυχίες και σεξουαλικές προτιμήσεις αρκετά διαφορετικές από ότι του επιβάλλει η θέση του ως αριστοκράτης. Ο Λουκ Τόμσον σε αυτόν τον ρόλο είχε ήδη καταφέρει να κλέψει την παράσταση από τα αδέρφια του σε προηγούμενες σεζόν και η αβίαστη γοητεία του θα ήταν η ιδανική ευκαιρία για την σειρά να ξαναπάρει τα πάνω της. Μετά από μία πολύ μέτρια τρίτη σεζόν, η ερωτική ιστορία ενός bisexual ζωγράφου που αγαπάει το ελεύθερο σεξ και βαριέται αφόρητα τα προξενιά και τους χορούς της μητέρας του, είναι «χρυσό» υλικό για εθιστικό σενάριο. Δυστυχώς όμως, παρά τις αξιαγάπητες ερμηνείες των πρωταγωνιστών, το «Bridgerton» δεν παίρνει ούτε ένα ρίσκο που θα μπορούσε να το κάνει από «οκ» σε «αξιοπρόσεκτο».

Η βασική υπόθεση είναι ένα retelling της Σταχτοπούτας, με την Σόφι (Γιέριν Χα, υπέροχη προσθήκη στο καστ) να υποβιβάζεται σε υπηρέτρια από την σκληρή μητριά της (Κέιτι Λιουνγκ) όταν ο πατέρας της πεθαίνει. Στο ίδιο σπίτι υπάρχουν επίσης δύο θετές αδελφές (καμία άσχημη), ένας μεγάλος χορός, ένα χαμένο γάντι και στη μέση ο Μπένεντικτ Μπρίτζερτον, που ξαφνικά ερωτεύεται αστραπιαία και δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό του την μυστήρια φιγούρα που τον φίλησε και έφυγε τρέχοντας.
Φυσικά, δεν είναι η πρώτη φορά που το «Bridgerton» διασκευάζει μία γνωστή ιστορία: Η πλοκή της δεύτερης σεζόν με τον Άντονι και την Κέιτ για παράδειγμα, παραπέμπει έντονα στο «Ημέρωμα της Στρίγγλας» του Γουίλιαμ Σάιξπηρ. Ούτε οι πρώτοι είναι ούτε οι τελευταίοι που παίρνουν έμπνευση από τα κλασικά. Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού και είναι στον τρόπο που ο πιο τολμηρός χαρακτήρας της σειράς καταλήγει να έχει μία τρομερά παραδοσιακή πορεία.
Στα βιβλία της Τζούλια Κουίν, πάνω στα οποία βασίζεται η σειρά, ο Μπένεντικτ είναι straight. Η Σόφι είναι λευκή. Καμία έκπληξη. Όμως, ο δημιουργός Κρις Βαν Ντούσεν, η showrunner Τζες Μπράουνελ και η σεναριακή ομάδα Shondaland εφευρίσκουν συνεχώς νέους τρόπους να κάνουν το αναχρονιστικό σκηνικό της σειράς τους να αντανακλά περισσότερο τον κόσμο στον οποίο ζουν οι σύγχρονοι θεατές. Έτσι, αν μπορούν να μας δώσουν διασκευές της Τέιλορ Σουίφτ με έγχορδα όσο οι πρωταγωνιστές χορεύουν, body positivity, διαφορετικότητα και έξυπνα κλεισίματα του ματιού σε προηγούμενες σεζόν, τότε γιατί έχουν υποβιβάσει την φύση του Μπένεντικτ και τις πεποιθήσεις του σε ένα Disney style ρομάντζο που στάζει σιρόπι και διακόπτεται μόνο από ελάχιστες αόριστες σκηνές στις οποίες δηλώνει πως «δεν είναι σαν τα άλλα αγόρια»;

Ακόμα και το γρήγορο γκέι φιλί του με τον Λούις στην αρχή της σεζόν δεν προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση, καθώς η έλξη του προς το ίδιο φύλο δεν αναφέρεται ποτέ ξανά και μοιάζει περισσότερο σαν ένα «ψίχουλο» που πέταξαν στους φαν χωρίς την διάθεση να το εξερευνήσουν περαιτέρω, ακόμα και όταν στο προσκήνιο εμφανίζεται η Σόφι.
Οι αδυναμίες της ιστορίας τους ίσως να μην ήταν τόσο μεγάλο πρόβλημα αν οι δευτερεύουσες πλοκές είχαν περισσότερο ενδιαφέρον, όμως είναι δυστυχώς και αυτές περιττές. Η Φραντσέσκα (Χάνα Ντοντ) και ο νέος σύζυγός της, ο Τζον, ο Κόμης του Κιλμάρτιν (Βίκτορ Άλι), αντιμετωπίζουν το ίδιο είδος συζυγικών αναποδιών που έχουμε ήδη δει να ψιθυρίζονται μεταξύ της «καλής κοινωνίας» σε προηγούμενες σεζόν. Η μητριάρχης Βάιλετ Μπρίτζερτον αισθάνεται επιτέλους έτοιμη να ξαναβρεθεί ερωτικά με κάποιον σύντροφο μετά τον θάνατο του άντρα της, ωστόσο το φλερτ της με τον Λόρδο Άντερσον (Ντάνιελ Φράνσις) άργησε να αποδώσει καρπούς.
Οι περισσότεροι από εμάς λατρεύουμε την Ελοΐζ (Κλαούντια Τζέσι), αλλά προσωπικά αν χρειαστεί να την ακούσω να δίνει άλλη μια ομιλία για το ότι δεν θέλει να παντρευτεί, θα κλείσω την τηλεόραση. Είναι σαν ο Μπράουνελ να κρατά όλους τους χαρακτήρες του σε αναμονή, με σκοπό να μην σπαταλήσει πολύτιμο υλικό πριν τις καθορισμένες σεζόν τους, γεγονός λογικό, που όμως φτάνει σε σημείο να ξενερώνει το κοινό: τότε δεν θα εξυπηρετήσει κανέναν.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι το «Bridgerton» έχει ξεμείνει από ιδέες. Η τέταρτη σεζόν έχει πολλά από τα στοιχεία που μας έκαναν να το αγαπήσουμε: τα φανταχτερά κοστούμια, τους πολυτελείς χορούς, την γυναικεία ματιά, την φωνή της Τζούλι Άντριους, την υπέροχη βασίλισσα Σάρλοτ και τις όμορφες δυναμικές ανάμεσα στα αδέρφια. Παράλληλα, κάποια από τα καινούργια στοιχεία δουλεύουν ρολόι, με πρώτο και καλύτερο την ερμηνεία της Χα ως Σόφι και την χημεία της με τον Λουκ Τόμσον. Παρόλα αυτά, ελπίζουμε στο δεύτερο μισό της σεζόν να δούμε μία πιο λεπτομερή απεικόνιση της σεξουαλικής ρευστότητας του Μπένεντικτ, ακόμα και όταν είναι ερωτευμένος. Μακάρι δηλαδή το «Bridgerton» να είχε το θάρρος, όπως τόσο αυτάρεσκα το θέτει ο πρωταγωνιστής του, να χαράξει μια πιο τολμηρή πορεία- και να δώσει στον ήρωά του την ευκαιρία να κάνει το ίδιο.