Ευτυχώς το «Ριφιφί» του Τσαφούλια δεν είναι ελληνικό «La Casa De Papel»
Η βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα σειρά ξεχωρίζει για την ποιότητά της αλλά αδικεί τον εαυτό της.
Όταν τελείωσε το πρώτο επεισόδιο του «Ριφιφί» (Cosmote TV), ένιωσα πραγματικά «ψημένος» για ελληνική σειρά μετά από ούτε ξέρω πόσο καιρό. Απλούστατα, καθώς συστήθηκε με άμεσο και περιεκτικό τρόπο: μια ομάδα ταπεινών αουτσάιντερς που περνάνε απαρατήρητοι, οι οποίοι τα βάζουν με το σύστημα «σουφρώνοντας» εκατομμύρια από μια άτεγκτη τράπεζα. Το γεγονός δε πως η πλοκή εμπνέεται από αληθινά γεγονότα, συγκεκριμένα τη μεγαλύτερη ληστεία στην ελληνική ιστορία που συνέβη το 1992, όταν διαρρήκτες εισέβαλαν μέσω τούνελ σε τραπεζικό θησαυροφυλάκιο, την έκανε ακόμα πιο ενδιαφέρουσα. Παρέμεινε έτσι ως το πέρας των έξι επεισοδίων, ωστόσο, η επίγευση που άφησε ήταν γλυκόπικρη.

Ληστεία «από τα κάτω» κυριολεκτικά
Το «Ριφιφί», σε σκηνοθεσία του Σωτήρη Τσαφούλια και σενάριο των Βασίλη Ρίσβα και Δήμητρας Σακαλή, έχει ως μεγαλύτερο ατού την ποιότητα της παραγωγής του. Η ρετρό αισθητική πείθει εξαρχής, ενώ η περίτεχνη δομή του που αναπτύσσεται παράλληλα πριν, μετά και κατά τη διάρκεια της ληστείας εξασφαλίζει αβίαστα, σταθερά επίπεδα σασπένς και τιμά το είδος του caper που υιοθετεί η σειρά. Συγκεκριμένα, υπάρχουν αρκετές πραγματικά εντυπωσιακές σκηνές, όπως οι υπόγειες κατά την εσκαφή του τούνελ, οι οποίες ομολογουμένως σπανίζουν στην ελληνική τηλεόραση.
Έπειτα, χρήζει ειδικής μνείας η διανομή των ηθοποιών. Με άτυπη ηγετική φυσιογνωμία εκείνη της συγκινητικής Ευαγγελίας Μουμούρη, τη φτιαγμένη για σινεμά στόφα του Προμηθέα Αλειφερόπουλου και το κωμικό τακτ των Βλαδίμηρου Κυριακίδη και Δήμου Γιγαντάκη, το «Ριφιφί» αποκτά μια ομάδα «απόκληρων» που εκπέμπουν ανθρωπιά, αλλά και μια οικειότητα πολύτιμη για να ενστερνιστούμε το δίκαιο της παρανομίας που πρόκειται να διαπράξουν. Βοηθά, φυσικά, πως η δημιουργική ομάδα επιλέγει να συμπληρώσει τα κενά του πραγματικού γεγονότος, διότι οι ένοχοι δε βρέθηκαν ποτέ, με ένα ταξικό πρόσημο. Όλοι οι ήρωές τους προέρχονται από τη λαϊκή τάξη, ορισμένοι έχουν δεχθεί θανάσιμα πλήγματα από την τράπεζα που θέλουν να ληστέψουν και έτσι, η πράξη τους έχει ποιότητες κοινωνικής δικαιοσύνης, αν όχι εκδίκησης. Με άλλα λόγια, είναι λιγάκι σαν ο Κεν Λόουτς να σκηνοθετούσε τη «Συμμορία των 11», συνδυασμός άκρως πωρωτικός αν μας ρωτάτε.

Τα ατυχή «πταίσματα»
Τα ζητήματα για το «Ριφιφί» ξεκινούν από μια φαινομενικά αδικαιολόγητη σεναριακή επιλογή, η οποία βρίσκει κυρίαρχους τους μακροσκελείς διαλόγους. Κίνηση ειλικρινά παράδοξη, γιατί στα εναρκτήρια επεισόδια είναι αξιοζήλευτη η πυκνότητα και η οικονομία της αφήγησης, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη πως παρουσιάζονται άψογα τόσοι χαρακτήρες με διαφορετικά διακυβεύματα ο καθένας. Ωστόσο, στην πορεία του κύκλου η κατά τα άλλα υποβλητική δράση διακόπτεται συχνά από σκηνές επεξήγησης, ουσιαστικά, την ώρα που τα πάντα είναι κατανοητά. Ενδεικτικό παράδειγμα το τρίτο επεισόδιο, στο οποίο οι συστάσεις μεταξύ των μελών της «σπείρας» παίρνουν την πλειοψηφία του χρόνου, ενώ στην πραγματικότητα οι τηλεθεατές γνωρίζει περί τίνος πρόκειται. Είπαμε, το κοινό πάσχει από διάσπαση προσοχής, αλλά όχι κι έτσι…
Ακολούθως, επανέρχεται η τάση του Τσαφούλια για καθόλου διακριτικό και εντελώς βεβιασμένο συναισθηματισμό. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, οι πρωταγωνιστές «κουβαλούν» ένα δικό τους άλγος που τους εξανθρωπίζει μονομιάς. Μεταξύ άλλων, η Μουμούρη ενσαρκώνει μια γυναίκα που χάνει το παιδί και τον άντρα της, διαδοχικά, με την τράπεζα να παίζει καθοριστικό ρόλο στις απώλειές τους. Η ιστορία της είναι αρκετή να σφίξει την καρδιά, αλλά και να εντείνει το άγχος για τη θετική έκβαση της διάρρηξης. Από εκεί και πέρα, είναι απολύτως περιττό να επαναλαμβάνεται με κάθε ευκαιρία, ενίοτε κόντρα στη ροή του επεισοδίου, σε πόσο βαθιά οδύνη βρίσκεται. Όχι γιατί δε «συμβαίνει έτσι», αλλά γιατί αυτού του είδους τα flashbacks δεν έχουν καμία χρησιμότητα πέρα από τον εκβιασμό κάποιων δακρύων. Η ίδια λογική, παρεμπιπτόντως, συμπεριλαμβάνει κάθε χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να αποδυναμώνεται συνολικά η ένταση της σειράς.
Στο φινάλε, μπορεί το «Ριφιφί» να αδικεί τον εαυτό του, αλλά έστω διατυπώνει ξανά μια ενδιαφέρουσα κοινωνική ματιά. Η οποία δε φαίνεται μόνο από τις προθέσεις του σεναρίου, αλλά και από αυτά που υπαινίσσεται. Εάν σε ένα φονο η αστυνομία ψάχνει αμέσως να βρει τον άνθρωπο με κίνητρο να το διαπράξει, σε μια ληστεία τράπεζας δε θα κοιτάξουν ποτέ ποιον αδίκησε αρκετά ώστε να στραφεί εναντίον της. Δε θα τους περνούσε ποτέ από το μυαλό.