Ο «Vladimir», η Ρέιτσελ Βάις και το δικαίωμα στη φαντασίωση
Η νέα σειρά του Netflix ανατρέπει με σκηνοθετική ευφυΐα και χιούμορ τα ταμπού γύρω από τη (μεσήλικη) γυναικεία εμπειρία.
Περιεχόμενα
Η οσκαρική Ρέιτσελ Βάις («Η Ευνοούμενη», «Ο Αστακός») πρωταγωνιστεί σε μια φρέσκια ιστορία φαντασίωσης, εμμονής και απελευθέρωσης, την οποία υπογράφει η συγγραφέας Τζούλια Μέι Τζόνας. Τέσσερα χρόνια μετά την κυκλοφορία του best-selling μυθιστορήματος της, «Vladimir», η ίδια η Τζόνας αναλαμβάνει την τηλεοπτική διασκευή για το Netflix, και καθοδηγεί το καστ εντός του λογοτεχνικού κόσμου της. Αυτός ο κόσμος είναι φτιαγμένος από την πρωταγωνίστριά του, ακόμα και όταν προκύπτει ως απόρροια της φαντασίας της. Όπως και να ‘χει, είναι μόνο δικός της – και μας προσκαλεί μαζί της σε μια περιήγηση μέσα σε αυτόν: μας κοιτάζει και μας αφηγείται την εμπειρία της. Γιατί άλλο το τι συμβαίνει (η αντικειμενικότητα και η πλοκή) και άλλο το τι τής συμβαίνει (το βίωμα και η οπτική της). Πάμε να δούμε πώς, στη διάρκεια 8 επεισοδίων, η smart-sexy κωμική σειρά τολμά να πει αυτά που δε λέγονται και απενοχοποιεί τα κακώς κατακριτέα, τοποθετώντας στο επίκεντρο μια γυναίκα που κουράστηκε να απολογείται.
Η αφόρητη αντικειμενική πραγματικότητα
Η Βάις πρωταγωνιστεί ως Μ., μια καθηγήτρια πανεπιστημίου και συγγραφέας, και παντρεμένη μητέρα. Τη γνωρίζουμε σε μια φάση στην οποία αισθάνεται ότι αποτυγχάνει σε όλες αυτές τις ιδιότητες. Εδώ και χρόνια έχει χάσει τη δημιουργικότητά, την ενέργεια και την αυτοπεποίθησή της, ενώ βρίσκεται σε αποσύνδεση τόσο με τον άντρα της – τον οποίο υποδύεται ο Τζον Σλάτερι – όσο και με την αντιδραστική κόρη της. Η Μ. αισθάνεται ότι κανείς πια δεν την βλέπει, κανείς δεν την υπολογίζει – ότι δε μετράει.
Αυτήν την εικόνα (που έχει πλέον και η ίδια για τον εαυτό της) έρχεται να κλονίσει ο γοητευτικός Βλάντιμιρ (ο Λέο Γουντόλ των «White Lotus» και «One Day»), ένας νεαρός ακαδημαϊκός και ο νέος συνεργάτης της. Η Μ. θα πάρει από τον Βλάντιμιρ την απαραίτητη προσοχή που είχε ανάγκη ώστε να νιώσει ξανά ενδιαφέρουσα, ζωντανή και ποθητή. Και το πάει ένα βήμα παραπέρα: με την ξαφνική παρουσία του στη ζωή της, η Μ. δημιουργεί έναν χώρο να απελευθερώσει κάθε καταπιεσμένη της επιθυμία.

Το δικαίωμα στη (και η ανάγκη για) φαντασίωση
Όταν η πραγματικότητα γίνεται πράγματι αφόρητη, το μυαλό είναι ένας ωραίος προορισμός διαφυγής. Για τις γυναίκες, τα πράγματα είναι φυσικά λίγο πιο δύσκολα. Έχοντας μάθει να ζούμε υπό συνεχή παρατήρηση και άρα, σε ετοιμότητα για πάσης φύσεως επίκριση, συχνά νιώθουμε ανελεύθερες ακόμα και στο μυαλό μας. Τι επιτρέπεται να σκεφτούμε; Τι είναι οκ να επιθυμούμε; Το «Vladimir» μας προσκαλεί μέσα στις unhinged σκέψεις και τις σεξουαλικές φαντασιώσεις που έχει εμπνεύσει ο νέος άνδρας στη ζωή της πρωταγωνίστριας.
Η σειρά σπάει τον τέταρτο τοίχο και φέρνει την Μ. μπροστά στην κάμερα να κοιτάζει κατάματα το κοινό (στυλ «Fleabag») λέγοντας ουσιαστικά: «σωστό ή λάθος, αυτό είναι που συμβαίνει μέσα μου» – διεκδικεί δηλαδή, το δικαίωμα της να νιώθει όπως νιώθει, να τη βρίσκει όπως τη βρίσκει. Και το καλύτερο; Ο Βλάντιμιρ είναι απλά ένα «prop» στην ιστορία της – τον «χρησιμοποιεί» για να φτάσει πιο κοντά σε αυτό που εκείνη θέλει για τον εαυτό της, χωρίς να προσβάλει, να ενοχλεί ή να ξεπερνάει όρια.

«Vladimir» vs. «Λολίτα»
Η σειρά είναι αποφασισμένη να μας πείσει πως δεν υπάρχει τίποτα πέρα από την οπτική της πρωταγωνίστριάς της. Η πραγματικότητα που μας παρουσιάζεται είναι «επιμελημένη» και ιδωμένη μέσα από τη γυναικεία ματιά, μια πολύ συνειδητή (σεναριακά και σκηνοθετικά) επιλογή. Με αυτόν τον τρόπο, αλλά και μέσω του ίδιου του τίτλου, το «Vladimir» κλείνει το μάτι στη «Λολίτα» του Βλάντιμιρ (τυχαίο;) Ναμπόκοφ – ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της «ανδρικής ματιάς» αλλά και της δύναμης που έχει η αφήγηση να σε κάνει να καταλάβεις ακόμα και συμπεριφορές που κρίνεις.
Βλέπουμε τη Λολίτα μέσα από τα μάτια του Χάμπερτ και τον Βλάντιμιρ μέσα από τα μάτια της Μ. Η προτεραιοποίηση της υποκειμενικότητας είναι ακριβώς αυτό στο οποίο η δημιουργός ξεκάθαρα αποσκοπεί, και αυτό πάνω στο οποίο άπειροι άντρες συγγραφείς και δημιουργοί έχουν χτίσει ολόκληρες καριέρες. Η βασική διαφορά είναι ότι οι δεύτεροι το έκαναν ανενόχλητοι επί πολλά περισσότερα χρόνια, χωρίς αντίβαρο, και με εκθετικά καταστροφικότερες συνέπειες, οι οποίες συνοψίζονται εντός μιας: της διαιώνισης πατριαρχικών και σεξιστικών αφηγημάτων. Και αυτό ακριβώς είναι που έρχονται, με φόρα, αγανάκτηση και αυτοσαρκασμό, να ανατρέψουν φωνές σαν την Τζόνας.