Στη «Μεγάλη Χίμαιρα» από ατμόσφαιρα καλά πάμε

Στη «Μεγάλη Χίμαιρα» από ατμόσφαιρα καλά πάμε

Τα πρώτα επεισόδια της πολυσυζητημένης σειράς μας άφησαν μουδιασμένους αλλά και «ψημένους» για τη συνέχεια.

Λίγα λεπτά αφού είδαμε δύο φορές(!) στον ουρανό της Αθήνας το πρόσωπο του Διονύση Σαββόπουλου να σχηματίζεται από drones, ξημερώματα Πρωτοχρονιάς τα δύο πρώτα επεισόδια της πολυαναμενόμενης «Μεγάλης Χίμαιρας» έγιναν διαθέσιμα στην πλατφόρμα του Ertflix. Η πολλά υποσχόμενη και εξαιρετικά φιλόδοξη παραγωγή αποτελεί μεταφορά του ομώνυμου κλασικού έργου του Μ. Καραγάτση και συνιστά ίσως την πιο μεγαλεπήβολη δουλειά που έχει παρουσιαστεί στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης. Εύλογα η προσμονή ήταν μεγάλη, κάτι που επαληθεύεται και από τις περισσότερες από 600.000 θεάσεις που είχε η σειρά μέσα σε μόλις τρεις μέρες.

Η καλλιτεχνική ποιότητα της τηλεοπτικής «Μεγάλης Χίμαιρας» δεν επιδέχεται της παραμικρής αμφισβήτησης. Όλοι οι συντελεστές, εκτός από επαληθευμένα διαπιστευτήρια, διαθέτουν ουσιαστική γνώση του μέσου και έτσι αντιλαμβάνονται πώς να παραδώσουν ένα υλικό αντάξιο του διεθνούς επιπέδου. Ενδεικτικά, αξίζει να αναφέρουμε πως τη σεναριακή διασκευή υπογράφει ο πολύπειρος Παναγιώτης Ιωσηφέλης, τη σκηνοθεσία ο διακεκριμένος Βαρδής Μαρινάκης («Σιωπηλός Δρόμος», «Μαύρο Λιβάδι»), τη διεύθυνση φωτογραφίας ο Γιώργος Βαλσαμής που έχει συμμετάσχει σε τρεις βραβευμένες με Χρυσό Φοίνικα μικρού μήκους και στην εκτέλεση παραγωγής η δυναμική ομάδα της Foss Productions («Maestro», «Milky Way», «Arcadia»). Η επίδραση των αναντίρρητα άξιων συντελεστών αποδεικνύεται από την εναρκτήρια στιγμή του πρώτου επεισοδίου, καθώς η αισθητική πρόταση που παρουσιάζεται έχει σαφή κινηματογραφικά χαρακτηριστικά. Η πρόκληση και η προσοχή, άρα, στρέφεται στην απόδοση ενός πολύπλοκου έργου, του οποίου ορισμένες πτυχές θέλουν προσεκτική διαχείριση στη σύγχρονη μεταφορά τους ώστε να μη φανούν ξεπερασμένες, αν όχι και εξ ολοκλήρου άστοχες.

Ως προς αυτό είναι ακόμα νωρίς, ομολογουμένως, να βγουν ασφαλή συμπεράσματα. Για αυτό και τα παρακάτω σχόλια περιορίζονται στη σκηνοθετική προσέγγιση, αλλά και τις εντυπώσεις της πρώιμης δίωρης θέασης της «Μεγάλης Χίμαιρας». Για την ώρα, εκείνη που ξεχωρίζει με διαφορά είναι η γεμάτη αυτοπεποίθηση ερμηνεία της Ιταλίδας πρωταγωνίστριας Φωτεινή Πελούζο, η οποία χειρίζεται με θαρραλέα ισορροπία την έκθεση στις πιο απαιτητικές σκηνές και την ανάδειξη της περίπλοκης ψυχοσύνθεσης της ηρωίδας της. Θυμίζουμε πως η ηθοποιός υποδύεται μια γυναίκα, τη Μαρίνα, η οποία έχασε σε νεαρή ηλικία τον πατέρα της και ανατράφηκε από μια μάνα που έκανε περιουσία ως σεξεργάτρια. Το τραύματα που φέρει, επομένως, δεν είναι μόνο τα γονεϊκά – αλλά και όσα σχετίζονται με τον εσωτερικευμένο μισογυνισμό που ήδη έχει εκδηλωθεί στη σειρά. Θεματική η οποία θα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον πώς θα αναπτυχθεί στη συνέχεια.

Ένα ακόμα στοιχείο που κλέβει εύλογα την προσοχή είναι το στιλιζάρισμα. Η επιμελημένη εικαστικότητα των κάδρων προσδίδει γοητεία και κύρος στη «Μεγάλη Χίμαιρα», όμως εγκλωβίζεται μεταξύ ακαδημαϊσμού και ποιητικότητας. Πιο συγκεκριμένα, η εκφορά του σεναρίου γίνεται με όρους στιβαρού δράματος εποχής, αλλά την ίδια στιγμή όταν επιχειρείται μια ανατροπή του ρυθμού σε πιο ρευστές καταστάσεις, όπως για παράδειγμα η σκηνή του χορού στο γάμο, η σκηνοθεσία έχει την τάση να επαναλαμβάνεται (βλ. πλάνα με κόντρα τον ήλιο). Παράλληλα, η κατανοητή μεν επιλογή της αφήγησης off ως συμπληρωματικής στην ανάπτυξη της προσωπικότητας της Μαρίνας, δεν ευνοεί τη συνολική αίσθηση του έργου, το οποίο μοιάζει παραφορτωμένο. Ενδεχομένως τα παραπάνω να είναι απόρροια μιας ανάγκης να μην αδικηθεί το πρωτότυπο μυθιστόρημα, με δεδομένο κιόλας πως πρόκειται για κάτι που παραδίδεται στην ΕΡΤ, δηλαδή, υπό μία έννοια είναι δημόσιο αγαθό. Ταυτόχρονα, βέβαια, δε χρειάζεται να «θυσιάζεται» ο ξεχωριστός δραματουργικός χαρακτήρας μιας διασκευής λόγω ατολμίας.

Παρόλα αυτά, όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, βρισκόμαστε μόλις στο δεύτερο επεισόδιο και η υπομονή είναι αρετή. Για αυτό και εμείς θα συνεχίσουμε να συντονιζόμαστε στην ΕΡΤ, κάθε Κυριακή (22.00) και ύστερα στο Ertflix, γιατί αν μη τι άλλο, η «Μεγάλη Χίμαιρα» ήδη αποτελεί τομή για τα τηλεοπτικά πεπραγμένα της χώρας, η οποία πια φαίνεται ότι επενδύει ουσιαστικά σε ένα πεδίο που απέχει πολύ από το να βρει το δημιουργικό ταβάνι του.

Σχετικά άρθρα